Αθωνίτης Αθανάσιος

Image

Ο Αθανάσιος ήταν ο θεμελιωτής του αθωνιτικού μοναχισμού στηριγμένου στους κανόνες του αγίου Βασιλείου και στον κοινοβιοτισμό, και ο ιδρυτής της μονής της Μεγάλης Λαύρας. Γεννήθηκε στην Τραπεζούντα στα 920 από οικογένεια αντιοχειανής προέλευσης κατά τον πατέρα και από την Κολχίδα κατά τη μητέρα. Ορφανός από μικρός μεγάλωσε μέσα σε φιλική οικογένεια, της οποίας η μια κόρη παντρεύτηκε τον διάσημο Βυζαντινό στρατηγό Ζεφινέζερ. Στην Κωνσταντινούπολη, όπου πήγε για ανώτερες σπουδές, ένεκα φλογερής φιλομάθειας σχετίστηκε προς τον Μιχαήλ Μαλεΐνο, ηγούμενο της μονής Κυμινά και τον ανεψιό του Νικηφόρο Φωκά, τότε στρατηγό του Ανατολικού και έπειτα αυτοκράτορα του Βυζαντίου (963-969) κ.ά. εξέχοντες πολιτικοστρατιωτικούς παράγοντες. Από τη μονή Κυμινά, όπου μόνασε, για ν' αποφύγει εκλογή του σε ηγούμενο πήγε στον Άθω, από όπου συνόδευσε τον Νικηφόρο στην εκστρατεία του στην Κρήτη (μέσα του 960 κ.ε.), με συναίνεση και παράκληση των Αθωνιτών, διότι πολλοί αδελφοί των είχαν αιχμαλωτιστεί και μεταφερθεί στην Κρήτη από τους Σαρακηνούς. Με χρήματα του Νικηφόρου μετά τη νίκη, ο Αθανάσιος οικοδομεί τη Λαύρα ως καταφύγιο και αυτού και μελλοντικά και του Νικηφόρου, κι έπειτα την εκκλησία της Θεοτόκου.

 

Η στέψη του φίλου του ως αυτοκράτορα λυπεί τον Αθανάσιο, που φεύγει με άλλους από το Άγιον Όρος (16 Αυγ. 963) τάχα για να συναντήσει τον αυτοκράτορα. Από την Άβυδο στέλλει πίσω στον Άθω τους συντρόφους του πλην τριών, του Ευθυμίου που στέλλει στον Νικηφόρο για να τον μεμφθεί κι αυτός τον κάμνει προεστώτα της Λαύρας, του Θεοδότου που στέλλει στον Άθω, και του Αντωνίου, με τον οποίο ταξιδεύουν στην Κύπρο. Εδώ φιλοξενούνται από τον ηγούμενο της μονής Ιερέων ή Αγίας μονής (για την οποία η αναφορά αυτή είναι η αρχαιότερη που διαθέτουμε), ωσότου μπορέσουν να ταξιδέψουν για προσκύνημα στους Αγίους Τόπους, σχέδιο ακατόρθωτο για την ώρα, λόγω της κατοχής τους από τους Αγαρηνούς. Καθώς ο ηγούμενος πληροφορείται ότι ο αυτοκράτορας αναζητούσε τον Αθανάσιο, τους ερωτά σχετικά κι ο Αθανάσιος για να μη ανακαλυφθεί (κι αποσταλεί διά της βίας στο Βυζάντιον), μαζί με τον Αντώνιο εγκαταλείπουν την Κύπρο ύστερα από «όραμα», για να επιστρέψουν στον Άθω. Στο μεταξύ ο Θεόδοτος είχε αναχωρήσει για την Κύπρο, για να τον πληροφορήσει ότι ο προεστώς Ευθύμιος απέφευγε να εκτελέσει τα καθήκοντά του. Συναντώνται τυχαία στην Αττάλεια, κι ο Αθανάσιος ζητεί από τον Θεόδοτο να γυρίσει αμέσως στη Λαύρα για να αναγγείλει την επικείμενη επιστροφή του στον Άθω. Ο Αθανάσιος περνώντας από τη μονή Διουγγίου φτάνει (άνοιξη, πιθανότατα Απρίλ. 964) στο Άγιον Όρος, όπου γίνεται θριαμβευτικά δεκτός από τους μοναχούς της Λαύρας, που βρίσκονται σε άθλια κατάσταση, και των γύρω μονών που τους φέρνουν προμήθειες.

 

Προς την Κύπρο δεν σχετίζονται οι περαιτέρω δραστηριότητες του αγίου —ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη, ίδρυση του λιμανιού της Λαύρας, επίσκεψη στον διάδοχο του Νικηφόρου Φωκά (πέθανε 11 Δεκ. 969) Ιωάννη Τσιμισκή, η εύνοια και του νέου αυτοκράτορα στον Αθανάσιο και η οικονομική βοήθειά του στην οριστική εγκαθίδρυση του κοινοβιοτισμού στον Άθω, την ηγουμενεία, η εύνοιά του στη χειρωνακτική εργασία, η συμβολή του στο νοσοκομείο της μονής του, θεραπείες, έλξη του σε πλήθος μοναχών και κληρικών μακρινών χωρών που έρχονται σ' αυτόν, τοπικές αντιζηλίες στον Άθω κατά του αγίου και παράπονα των αντιπάλων του στον Βασίλειο Β' (976-1025), θάνατος, «θαύματα» κλπ. Από αυτές, όμως, φαίνεται η πληθωρική προσωπικότητα και επιρροή του Αθανασίου, που πρέπει να «εκδηλώθηκε» και κατά την επίσκεψή του στην Κύπρο, την οποία ορθά ο P. Lemerle χρονολογεί στην περίοδο από το τέλος του καλοκαιριού του 963 ως την άνοιξη του 964, διαφωνώντας προς άλλους ιστορικούς που την τοποθετούν στα 965, διότι μόλις τότε, όπως πιστεύουν, η Κύπρος ελευθερώθηκε από τους Άραβες με την εκστρατεία του Νικήτα Χαλκούτζη και μόνο υπό βυζαντινή εξουσία θα μπορούσε να επισκεφθεί ο Αθανάσιος το νησί. Ο Lemerle παρατηρεί ότι τόσα χρόνια (3) μετά την ανάκτηση της Κρήτης από τους Βυζαντινούς, δεν μπορούσε η Κύπρος να βρίσκεται υπό ισχυρή αραβική κυριαρχία, όπως δεν συνέβαινε και προηγουμένως λόγω του ειδικού καθεστώτος (ουδετερότητας-συγκυριαρχίας Αράβων και Βυζαντινών) στο νησί. Τίποτε, λοιπόν, προσθέτει ο Lemerle, δεν θα εμπόδιζε την ύπαρξη και λειτουργία ελληνικών μονών και την άφιξη Ελλήνων μοναχών σ' αυτό, ούτε την αποστολή προς και την παραλαβή από ένα Έλληνα ηγούμενο στην Κύπρο αυτοκρατορικών διαταγών σχετικών προς Έλληνες μοναχούς, καθώς και τη συμμόρφωση προς αυτές —εννοούνται οι εντολές του Νικηφόρου Φωκά ν' ανευρεθούν ο Αθανάσιος και ο Αντώνιος προφανώς για να σταλούν στο Βυζάντιον με τη βία, που σημαίνει με την επέμβαση των βυζαντινών πολιτικών και στρατιωτικών αρχών της Κύπρου. Ακριβώς στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι το καθεστώς της Κύπρου μέχρι του 963/4 ήταν στην πράξη καθεστώς θυλάκων, και η κατάτμηση εξουσίας σε γεωγραφικό επίπεδο που εξυπακούεται ή ρητά μαρτυρείται από πολλές πηγές (Willibald, Ibn Hawkal κλπ) είναι αυτό που μόνο μπορεί να εξηγήσει τη δυνατότητα επίσκεψης και παραμονής του Αθανασίου και του Αντωνίου στην Κύπρο στην τελευταία φάση αυτού του περίεργου καθεστώτος.