Ακανθού ή Ακαθθού

Image

Κατεχόμενο μεγάλο χωριό της επαρχίας Αμμοχώστου, στους βόρειους πρόποδες του Πενταδάκτυλου, 200 μ. πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Βρίσκεται κάπου 19 χμ. στα βόρεια του Λευκονοίκου και απέχει από τη θάλασσα περί τα 4 χμ.

 

Το χωριό αυτό της επαρχίας Αμμοχώστου θα πρέπει να θεωρείται διάδοχος αρχαίων οικισμών που βρίσκονται στην περιοχή, περιλαμβανομένης — πιθανότατα — και της αρχαίας πόλης Αφροδίσιον. Η ευρύτερη διοικητική έκταση του χωριού είναι κατάσπαρτη από αρχαιότητες, όπως κι από αγιολογικά τοπωνύμια που παραπέμπουν στα Βυζαντινά χρόνια. Οι αρχαιότητες είναι τόσο των Προϊστορικών όσο και των Ιστορικών χρόνων.

 

Το Αφροδίσιον ήταν παραλιακή πόλη. Πιθανότατα κατεστράφη κατά την περίοδο των αραβικών επιδρομών (7ος -10ος μ.Χ. αιώνας), οπότε το αντικατέστησε η Ακανθού , κτισμένη προς τα ενδότερα για περισσότερη προστασία από τις επιδρομές.

 

Η ίδρυση, συνεπώς, της Ακανθούς θα πρέπει λογικά να τοποθετηθεί στα Βυζαντινά χρόνια, μεταξύ 7ου και 10ου αιώνα. Αποδεδειγμένα το χωριό υφίστατο κι αποτελούσε φέουδο κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας. Το πρώτο σχολείο στο χωριό, σύμφωνα προς πληροφορίες του Λοΐζου Φιλίππου, είχε ιδρυθεί κατά τα μέσα του 19ου αιώνα και εσυντηρείτο με δαπάνες της εκκλησίας.

 

Στις αρχαίες πηγές γίνεται αναφορά στην «Αλκάθου κώμην» της Κύπρου, που μερικοί ταυτίζουν με τη σημερινή Ακανθού. Αυτό όμως δεν αποδεικνύεται.

 

Πάνω στους ασβεστολιθικούς ψαμμίτες, τις αποθέσεις του φλύσχη και στα άλλα ιζηματογενή πετρώματα της Ολόκαινης, Μειόκαινης και Ολιγόκαινης περιόδου διαμορφώθηκε ένα διαμελισμένο τοπίο, που οφείλεται κυρίως στη μορφολογική έξαρση του Πενταδάκτυλου, την κλίση προς τα βόρεια και το ποτάμιο σύστημα των μικρών ρυακιών που πηγάζουν από την οροσειρά και χύνονται στη θάλασσα της Κερύνειας. Τα κυριότερα εδάφη που απαντώνται στην περιοχή του χωριού είναι τα χουμανθρακικά (ρεντζίνες και ξερορεντζίνες), τα τέρρα ρόζα και οι καφκάλλες.

 

Η βόρεια πλευρά του Πενταδάκτυλου πέφτει απότομα, δημιουργώντας ένα επιβλητικό τοπίο που αποτελείται από μια στενή πεδιάδα, κοντά στη θάλασσα, μια σειρά λόφων με Δ.- Α. διεύθυνση, στο ενδιάμεσο, και μια επιβλητική απότομη οροσειρά, στα νότια. Το υψόμετρο στην οροσειρά φθάνει μέχρι 650 μ. κάπου1,2 χμ. στα ΝΑ. του οικισμού, και κάπου 740 στον Όλυμπο, 2,5 χμ. στα ΝΔ. του οικισμού.

 

Η Ακανθού δέχεται μια μέση ετήσια βροχόπτωση γύρω στα 528 χιλιοστόμετρα, με βροχερότερους μήνες τον Ιανουάριο και το Δεκέμβριο και ξηρότερους τους Ιούλιο και Αύγουστο. Παράλληλα προς τη βροχόπτωση έχουν κατασκευαστεί στο χωριό διάφορα εμπλουτιστικά υδατικά έργα, ιδιαίτερα μεταξύ 1960 και 1970. Οι κυριότερες καλλιέργειες της Ακανθούς, πριν από την εισβολή, ήταν τα σιτηρά, τα χαρούπια και οι ελιές που επίσης καλλιεργούνταν. Στην τεράστια έκταση του χωριού υπήρχαν νησίδες αρδευόμενης γης, στις οποίες καλλιεργούνταν λίγα εσπεριδοειδή, λαχανικά και φρούτα Μεταξύ των οπωροφόρων ήταν οι βερυκοκιές, οι ροδακινιές, οι αχλαδιές, λίγες μηλιές, οι αμυγδαλιές και άλλα. Σχετικά ανεπτυγμένη ήταν και η κτηνοτροφία αιγοπροβάτων. Πριν από την εισβολή εκτρέφονταν στην Ακανθού κάπου 3.370 αιγοπρόβατα.

 

Η διοικητική έκταση του χωριού είναι πολύ μεγάλη και εκτείνεται τόσο σε μήκος όσο και σε πλάτος. Αρχίζει από την κορυφογραμμή του Πενταδάκτυλου, στα νότια, και φθάνει στη θάλασσα, στα βόρεια. Επίσης εκτείνεται μέχρι δυτικά του χωριού Φλαμούδι και μέχρι τα σύνορα Κερύνειας- Αμμοχώστου, ανατολικά της Καλογραίας. Έτσι οι κάτοικοι στα παλιά χρόνια, εκτός από την ξυλεία και τα καύσιμα του βουνού, μπορούσαν να καλλιεργήσουν με σιτηρά τις πεδινές εκτάσεις. Στις λοφώδεις εκτάσεις μπορούσαν να επιδοθούν στην κτηνοτροφία. Γενικά η μεγάλη ποικιλία των εδαφών τους βοηθούσε να καλλιεργήσουν διάφορα προϊόντα, που τους ήταν χρήσιμα στα χρόνια της κλειστής οικονομίας (βλέπε Γ. Καρούζη, Γεωγραφία της Κύπρου, Λευκωσία, 1979, σ. 195)

 

Σε αυτή την έκταση της Ακανθούς, που σχεδόν το ένα τέταρτο είναι κρατική γη, φυτρώνει μια τεράστια ποικιλία άγριας φυσικής βλάστησης, όπως το κυπαρίσσι, ο αγριόπευκος, ο αόρατος, ο λάδανος, το αγριοδεντρολίβανο, οι αγριοχαρουπιές και κυρίως οι ασπάλαθοι κι άλλοι ακανθώδεις θάμνοι που σύμφωνα με μια εκδοχή πιθανόν να έδωσαν το όνομα στο χωριό (βλ. Ν. Κληρίδη, Χωριά και Πολιτείες της Κύπρου, Λευκωσία, 1961, σ. 27). Ο Α. Πανάρετος στο βιβλίο του Δέντρα Γίγαντες του Τόπου μας (σσ. 36-37), αναφέρει πως στη δυτική αυλή του παρεκκλησίου του Αγ. Χαραλάμπους, που βρίσκεται 8 περίπου χμ. στα βορειοανατολικά του χωριού, κοντά στο δρόμο Ακανθούς Φλαμουδιού, υπάρχει ένας αόρατος μεγάλων διαστάσεων που έχει ύψος 8 περίπου μέτρα, ενώ η περιφέρεια του κορμού του είναι 2 μέτρα. Η ηλικία του υπολογίζεται σε μερικούς αιώνες. Τέτοια πληροφορία μας βοηθεί να αναπαραστήσουμε την αρχική φυσική βλάστηση του χωριού, προτού ο άνθρωπος αρχίσει την κοπή των δασικών δέντρων και την καλλιέργεια της γης με αναγκαίες γι’ αυτόν καλλιέργειες.

 

Η Ακανθού  συνδέεται οδικά στα βόρεια με τον παράκτιο δρόμο Κερύνειας - Δαυλού. Στα νότια και νοτιοανατολικά δυο σκυρόστρωτοι δρόμοι που ξεκινούν από το χωριό συνεχίζουν μέσα στο δάσος της Καντάρας, όπου ενώνονται με άλλους δασικούς δρόμους.

 

Ο πληθυσμός της Ακανθούς σημείωσε μια σταθερή αύξηση από το 1881 μέχρι το 1946. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 1.162 
1891 1.178 
1901 1.403 
1911 1.588 
1921 1.642 
1931 1.744 
1946 1.790 
1960 1.507 
1973 1.294 

 

Ήταν επόμενο πως χωρίς την ανάπτυξη του τουρισμού και της βιομηχανίας ο μεγάλος πληθυσμός της Ακανθούς, δεν θα μπορούσε να κρατηθεί μόνο με τη γεωργία. Στη μεγάλη έκταση της Ακανθούς υπάρχουν οι βασικοί παράγοντες για την ανάπτυξη του τουρισμού και μια τέτοια τουριστική ανάπτυξη, αναμφίβολα, θα μπορούσε να μεταμορφώσει την οικονομία του χωριού. Η τουρκική εισβολή, όμως, ματαίωσε όλα τα σχέδια και τους στόχους τόσο των Ακανθιωτών, όσο και των κατοίκων άλλων κοινοτήτων της παράκτιας πεδιάδας της Κερύνειας.

 

Μετά την προσφυγοποίηση των κατοίκων της Ακανθούς το καλοκαίρι του 1974, εξ αιτίας της τουρκικής εισβολής και κατοχής, τον επόμενο χρόνο εγκαταστάθηκαν στο χωριό Τουρκοκύπριοι από τις ελεύθερες περιοχές της Κύπρου και κυρίως από το χωριό Μαρί. Αργότερα εγκαταστάθηκαν και Τούρκοι έποικοι από τη Μικρά Ασία. Οι Τούρκοι, στην προσπάθειά τους να εξαλείψουν τα ελληνικά τοπωνύμια στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου, μετονόμασαν το χωριό σε Tatlisu, που σημαίνει γλυκό νερό.

 

Για τον καταρράκτη της Ακανθούς βλέπε λήμμα καταρράκτες. Για την κορφή Όλυμπος της Ακανθούς βλέπε επίσης το σχετικό λήμμα. Περισσότερα για την Ακανθού, τους ανθρώπους, τη λαογραφία και το περιβάλλον της, βλέπε στο βιβλίο του Παντελή Παντελίδη Ἀκανθοῦ, ἐκεῖ πού σμίγουν θρύλοι καί ἱστορία (Λευκωσία, 1984).

 

Η Ακανθού  είναι το δεύτερο μεγαλύτερο σε διοικητική έκταση χωριό της επαρχίας Αμμοχώστου μετά το χωριό Ριζοκάρπασον. Η διοικητική της έκταση είναι 7.850 εκτάρια περίπου. Μέρος του κρατικού δάσους της Καντάρας, στα νότια του χωριού, εμπίπτει στα διοικητικά της όρια.

 

Ένα χρόνο πριν από την εισβολή είχε συμπληρωθεί και το αλιευτικό καταφύγιο της Ακανθούς, όπου μπορούσαν να προστατευθούν κάπου 7 σκάφη.

 

Το εισόδημα του χωριού συνεχώς ενισχυόταν από εμβάσματα συγγενών που διέμεναν στο εξωτερικό, ιδιαίτερα στη Βρεττανία. Υπολογίζεται πως στη Βρεττανία ζουν σήμερα κάπου 1.800 Ακανθιώτες.

 

Το χωριό συνδέεται στα βόρεια με τον κύριο παράκτιο δρόμο Κερύνειας- Δαυλού. Με τη Μεσαορία η σύνδεση γίνεται μέσω Λευκονοίκου και του περάσματος κοντά στο Μερσιννίκι. Με την Καρπασία η σύνδεση γίνεται μέσω Κώμης Κεπήρ- Δαυλού. Στα νότια, το χωριό συνδέεται με την κορυφογραμμή του Πενταδάκτυλου και τον Όλυμπο με χωματόδρομο.

 

Την Ακανθού μνημονεύουν πολλοί συγγραφείς και ταξιδιώτες. Ο Γ Σ. Φραγκούδης (1890) γράφει πως «ἡ Ἀκανθοῦ, ἡ μεγάλη, κατάφυτος καί καλά ἒχουσα ὓδατια κώμη, κεῖται εἰς τάς ὑπωρείας τῶν ὀρέων... Ἐνταῦθα κατασκευάζουσι τούς ἀρίστους τῶν κυπρίων τυρῶν» (χαλλούμια). Ο ίδιος συγγραφέας αναφέρει διάφορους ναούς και άλλα τοπωνύμια που βρίσκονται μέσα στα διοικητικά όρια της Ακανθούς. Αναφέρει το ναό του Αγίου Χαραλάμπους, του Αγίου Μηκάλου, την εκκλησία της Παναγίας της Περγάμου, το Μούλο, την αρχαία πόλη Μακαρία. Για την εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους διατηρείται η ακόλουθη παράδοση: Όπως είναι γνωστό, κι αυτό αναφέρεται από τον Σακελλάριο, το 1393 «λοιμός μέγας ἐνέσκηψεν εἰς τήν πόλιν Λάρνακα καί εἰς τήν Κώμην Ἀκαθθοῦν, ἐξ ἧς μετεδόθη καθ' ἃπασαν τήν νῆσον» (Κυπριακά, Α', σ. 507). Σύμφωνα με την παράδοση, ακριβώς εκεί που βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους ένας Ακανθιώτης θέριζε τα σπαρτά του με τις δυο του κόρες. Ξαφνικά οι δυο κόρες πέθαναν. Ήταν τα πρώτα θύματα της αρρώστιας. Όταν το κακό πέρασε, έχτισαν παρεκκλήσι που το αφιέρωσαν στον άγιο Χαράλαμπο, τον οποίο οι Χριστιανοί θεωρούν προστάτη των ανθρώπων από την πανώλη. Ο Α. Α. Σακελλάριος (1890) μνημονεύει επίσης τον Μούλο, τις Κορωνιές, τα Λιαστρικά, τη Μονή της Παναγίας Περγαμινιώτισσας, το ναό του Αγίου Μηκάλου, την Ουρανία (την οποία τοποθετεί δυτικά του Αφροδισίου), το Αφροδίσιον. Για την ίδια την Ακανθού γράφει ότι έχει χωράφια κατάφυτα από ελιές και χαρουπιές, με 1. 200 κατοίκους που ασχολούνται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Αναφέρει πως το λάδι και το τυρί της Ακανθούς είναι περιζήτητα σ' όλη την Κύπρο. Μάλιστα το τυρί της εξάγεται στην Αίγυπτο και τις παράλιες πόλεις της Μικράς Ασίας. Αναρωτιέται ακόμη αν η Ακανθού είναι η αρχαία Άλκαθος.

 

Ο Τζέφρυ αναφέρει πως η Ακανθού περιβάλλεται από πάρα πολλά ερείπια και κατάλοιπα αρχαίων οικισμών. Σημειώνει το μοναστήρι και την εκκλησία της Παναγίας Περγαμινιώτισσας. Πολύ κοντά της αναφέρει πως βρίσκεται νεκρόπολη των Βυζαντινών χρόνων. Αναφέρει την Ιάστρικα (πιθανόν Λιάστρικα) που ο Χόκαρθ ταυτίζει με το Αρτεμίσιο. Μνημονεύει ακόμα την Παναγία Μέλισσα, τον Κάψαλο, πολύ μικρό παράκτιο οικισμό που κοντά του βρίσκεται η μικρή εκκλησία της Αγίας Μαρίνας, και τα ερείπια κάποιας παλιάς πόλης, γνωστής ως «Μούλος».

 

Ο Γκάννις περισσότερο αναφέρει τη σημερινή πολύ μεγάλη εκκλησία του Χρυσοσώτηρου, μνημονεύοντας ταυτόχρονα την παλαιά εκκλησία που χτίστηκε το 1862 και βρίσκεται δίπλα στην καινούργια.

 

Ο Ευρυβιάδης Ν. Φραγκούδης (1885) γράφει πως η Ακανθού «παράγει τυρούς ὀνομαστούς ἐν Κύπρῳ,  ἀλλά μή δυναμένους νά παραβληθῶσιν πρός τούς εὐρωπαϊκούς».

 

Ο Περικλής Μιχαηλίδης (1887) υπογραμμίζει το εξαίρετο κλίμα της Ακανθούς και γράφει πως η Ακανθού «εἶναι κατάφυτος ἐκ διαφόρων δένδρων».

 

Τα ίδια περίπου επαναλαμβάνει και ο Κ. Μυριανθέας (1945), μνημονεύοντας την εκκλησία του Σωτήρος, που είναι μια από τις μεγαλύτερες σε μέγεθος σε όλη την Κύπρο. Αναφέρει ακόμα πως κοντά στις δυτικές ακτές «εὑρίσκονται ἀπολιθωμένα ὀστᾶ ἐλέφαντος καί ἱπποποτάμου Κυπριακοῦ τοῦ πυγμαίου». Αναφέρει πως η Ακανθού έχει εκτεταμένους ελαιώνες, φυτείες χαρουπιών και εκτρέφει πολλά πρόβατα. Παράγει ακόμη εξαίρετο λάδι και τυρί.

 

Ο Μαρίνι (1760) αναφέρει την Ακανθού με το όνομα Ακκατού, προσθέτοντας πως προηγουμένως ονομαζόταν Acte Argivorum.

 

Οι σημερινοί τοπογραφικοί χάρτες, ιδιαίτερα οι χάρτες μεγάλης κλίμακας, παρουσιάζουν ένα εξαιρετικά μεγάλο αριθμό τοπωνυμίων γύρω από την Ακανθού, που είναι αφιερωμένα σε αγίους. Η Ακανθού είναι από τα πολύ λίγα χωριά της Κύπρου με τόσα πολλά αγιώνυμα τοπωνύμια.

 

Πέρα από τις αρχαιότητες, που είναι κατεσπαρμένες στα διοικητικά όρια του χωριού και όπου η αρχαιολογική σκαπάνη δεν προχώρησε ακόμα επαρκώς, ο Μαχαιράς δίνει μερικές πληροφορίες για το 1385. Είναι η χρονολογία που η Ακανθού γίνεται το φέουδο του Ιωάννη Γκοράπ (Μαχαιράς, 620).

Οι Τούρκοι διενήργησαν αρχαιολογικές ανασκαφές στην περιοχή της Ακανθούς και το 2012 ανακοίνωσαν ότι σε αρχαίες ταφές βρέθηκαν τα οστά δύο προσώπων, ενός άντρα γύρω στα 30 και μιας γυναίκας γύρω στα 20. Τα οστά χρονολογήθηκαν σε εποχή πριν και από το 8460π.χ. Συνεπώς η περιοχή είχε κατοικηθεί ήδη από τα αρχαιότατα χρόνια. 

 

Τοπων: Ακανθού, από το άκανθος (αγκάθι), ίσως επειδή στην περιοχή του χωριού φύτρωναν πολλά αγκάθια. Κατά τον Σίμο Μενάρδο (Τοπωνυμικόν της Κύπρου), από το ακανθών (τόπος με πολλά αγκάθια), προήλθε το τοπωνύμιο Ακαθθός και η ονομασία του χωριού Ακανθού ή Ακαθθού.

 

Στο χωριό  λειτούργησε  δημοτικό σχολείο από το 1850. Σε παλαιούς χάρτες το χωριό είναι σημειωμένο ως Acata.

 

Η εκκλησία του Σωτήρος Ακανθούς, μια από τις μεγαλύτερες σε μέγεθος στην Κύπρο, έχει συληθεί άγρια από τους Τούρκους εισβολείς. Όπως αναφέρεται σε έγγραφη καταγγελία της Παγκύπριας Πολιτιστικής Εταιρείας προς το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, την ΟΥΝΕΣΚΟ και την επιτροπή ανθρωπίνων δικαιωμάτων του OHΕ, οι Τούρκοι έχουν υψώσει την τουρκική σημαία στον κύριο θόλο του ναού, αφαίρεσαν το σταυρό από το καμπαναριό και έκλεψαν τις φορητές βυζαντινές και μεταβυζαντινές εικόνες του ναού-

περιλαμβανομένων των χρυσών εικόνων του Σωτήρος και της Παναγίας- αρτοφόρια, δισκοπότηρα, ευαγγέλια, άλλα ιερά σκεύη μεγάλης ιστορικής και πολιτιστικής σημασίας, καθώς και άλλους εκκλησιαστικούς πολιτιστικούς θησαυρούς, που βρίσκονταν στην εκκλησία.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image