Χριστόφιας Δημήτρης

Image

Έκτος πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πρόεδρος από τον Φεβρουάριο του 2008, και αμέσως πιο πριν πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων. Κατάγεται από εργατική οικογένεια και γεννήθηκε στις 29 Αυγούστου 1946 στο χωριό Κάτω Δίκωμο της επαρχίας Κερύνειας. Από νεαρή ηλικία εντάχθηκε στο εργατικό κίνημα, αφού μάλιστα από μικρός αναγκάστηκε να εργαστεί. Ο πατέρας του ήταν οικοδόμος και δραστήριο μέλος της αριστερής εργατικής συντεχνίας ΠΕΟ. Αποφοίτησε το 1964 από το Εμπορικό Λύκειο Νεοκλέους στη Λευκωσία. Μετά τη στρατιωτική του θητεία εργάστηκε ως λογιστής σε εταιρεία ειδών ζαχαροπλαστικής. Από το καλοκαίρι του 1964 έγινε μέλος του ΑΚΕΛ, της ΠΕΟ και της ΕΔΟΝ (νεολαίας του ΑΚΕΛ). Ταυτόχρονα ήταν μέλος του τοπικού αθλητικού και καλλιτεχνικού συλλόγου «Αχιλλέας» Δικώμου, του οποίου και εξελέγη γραμματέας το 1966. Τον επόμενο χρόνο εξελέγη γραμματέας της ΕΔΟΝ Δικώμου, ενώ το 1968 εξελέγη βοηθός γραμματέας της κομματικής ομάδας του χωριού του. Τον Μάιο του 1969 εξελέγη ως μέλος του κεντρικού συμβουλίου της ΕΔΟΝ. Το 1969, με απόφαση του κόμματός του, πήγε στη Μόσχα για διετείς σπουδές στο Ινστιτούτο Κοινωνικών Επιστημών. Στη Μόσχα γνωρίστηκε με την Έλση Χηράτου, την οποία και νυμφεύθηκε το καλοκαίρι του 1972.

 

Μετά την ολοκλήρωση της φοίτησής του, το 1971, συνέχισε ανώτερες σπουδές στη Μόσχα, στην Ακαδημία Κοινωνικών Επιστημών της Σοβιετικής Ένωσης. Αποφοίτησε από την Ακαδημία με το πτυχίο του διδάκτορα της Φιλοσοφίας (Ph.D.) στην Ιστορία.

 

Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του επέστρεψε στην Κύπρο, τον Απρίλιο του 1974 και προσελήφθη ως έμμισθος στην οργάνωση της ΕΔΟΝ, της οποίας και εξελέγη τον επόμενο μήνα κεντρικός οργανωτικός γραμματέας. Μέχρι και τον Ιούλιο του 1974 ζούσε με την οικογένειά του στο χωριό του, απ’ όπου και εκτοπίστηκε με την τουρκική στρατιωτική εισβολή.

 

Τον Σεπτέμβριο του 1977 εξελέγη γενικός γραμματέας της ΕΔΟΝ και στο αξίωμα αυτό υπηρέτησε για μία δεκαετία, μέχρι το 1987. Κατά το διάστημα αυτό απέκτησε πλούσιες εμπειρίες σε διάφορους τομείς, όπως οργάνωσης και καθοδήγησης, ενώ είχε και πάρα πολλές επαφές και σχέσεις συνεργασίας με διεθνείς και εθνικές οργανώσεις από όλο τον κόσμο.

 

Τον Μάιο του 1976 ο Δημήτρης Χριστόφιας εξελέγη μέλος της επαρχιακής επιτροπής Λευκωσίας-Κερύνειας του ΑΚΕΛ, ενώ τον Μάιο του 1978 εξελέγη αναπληρωματικό μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος. Τακτικό μέλος της Κεντρικής Επιτροπής εξελέγη από το 15ο Συνέδριο του κόμματος, το 1982. Τον Ιούλιο του 1986 εξελέγη αναπληρωματικό μέλος του Πολιτικού Γραφείου της Κεντρικής Επιτροπής και μετά το 16ο Συνέδριο πλήρες μέλος. Το 1987 εξελέγη πλήρες μέλος της Κεντρικής Γραμματείας του κόμματος.

 

Μετά τον θάνατο του ιστορικού ηγέτη του ΑΚΕΛ Εζεκία Παπαϊωάννου (10 Απριλίου 1988) ο Δημήτρης Χριστόφιας ορίστηκε από το Πολιτικό Γραφείο του κόμματος ως προσωρινός γενικός γραμματέας. Στις 22 Απριλίου 1988 εξελέγη από την Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής ως νέος γενικός γραμματέας του ΑΚΕΛ. Στο αξίωμα του γενικού γραμματέα επανεξελέγη τον Οκτώβριο του 1990 από το 17ο Συνέδριο του κόμματος, ξανά τον Νοέμβριο του 1996 από το 18ο Συνέδριο και ξανά τον Δεκέμβριο του 2000 από το 19ο Συνέδριο.

 

Ταυτόχρονα, τον Μάιο του 1991 εξελέγη βουλευτής και επανεξελέγη στις εκλογές του Μαΐου του 1996. Το 2001 εξελέγη για τρίτη συνεχή φορά βουλευτής και ανέλαβε το αξίωμα του προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων. Ως πρόεδρος της Βουλής υπηρέτησε μέχρι και την εκλογή του ως προέδρου της Δημοκρατίας, στις 24 Φεβρουαρίου 2008. Εξελέγη με ποσοστό 53.37% έναντι 46.63% του ανθυποψηφίου του Ιωάννη Κασουλίδη.   

 

Ως γενικός γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του ΑΚΕΛ, ως ηγέτης δηλαδή του ενός των δύο μεγαλυτέρων κομμάτων, ο Δημήτρης Χριστόφιας μετείχε και ως μέλος του Εθνικού Συμβουλίου. Αντιμετώπισε αποτελεσματικά την κρίση στο ΑΚΕΛ που προκλήθηκε από την αποχώρηση μερικών παλαιών στελεχών του, συσπείρωσε το κόμμα και το κατέστησε πρώτο σε εκλογική δύναμη. Από το 2001 έως και το 2008 διετέλεσε με μεγάλη επιτυχία Πρόεδρος της Βουλής, επιδεικνύοντας μεγάλα χαρίσματα στην επικοινωνία και τη σύνθεση απόψεων εντός του Κοινοβουλίου. Ο ίδιος και το κόμμα του υποστήριξαν την υποψηφιότητα Τάσσου Παπαδόπουλου για την προεδρία της Δημοκρατίας το 2003 και με την εκλογή του, συνεργάστηκαν στη διακυβέρνηση του τόπου μετέχοντας στην κυβέρνηση με υπουργούς προερχόμενους από το ΑΚΕΛ. Το ΑΚΕΛ αλλά και ο ίδιος ο Δημήτρης Χριστόφιας εργάστηκαν με συνέπεια και προς την κατεύθυνση γεφύρωσης των σχέσεων με τους Τουρκοκυπρίους, ακολουθώντας την ίδια πορεία συναντίληψης και συνεργασίας που είχε από πολλού προωθήσει το ΑΚΕΛ, θεωρώντας ότι η επαφή και συνεργασία με την τουρκοκυπριακή κοινότητα ήταν απαραίτητη προς υποβοήθηση της λύσης του Κυπριακού προβλήματος. Παρόλα αυτά στο κρίσιμο δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου 2004 για επικύρωση του σχεδίου Ανάν ο Δημήτρης Χριστόφιας έστρεψε το κόμμα του σε πλήρη συμπαράταξη με το ΔΗΚΟ και τον Τάσσο Παπαδόπουλο στην υπερψήφιση του όχι στο σχέδιο λύσης. Επώνυμα στελέχη του ΑΚΕΛ τις επόμενες μέρες όπως ο Ανδρέας Χρίστου και Κίκης Καζαμίας διαφώνησαν με την απόφαση αυτή. 

 

Στις προεδρικές εκλογές του Φεβρουαρίου 2008 το ΑΚΕΛ αποφάσισε, για πρώτη φορά στην ιστορία του, να διεκδικήσει με δικό του υποψήφιο το αξίωμα του προέδρου της Δημοκρατίας. Ο Δημήτρης Χριστόφιας κατόρθωσε να περάσει στο δεύτερο γύρο των εκλογών, μαζί με τον υποστηριζόμενο από τον ΔΗΣΥ και άλλα σχήματα ευρωβουλευτή Ιωάννη Κασουλίδη. Εκτός παρέμεινε ο έως τότε πρόεδρος της Δημοκρατίας Τάσσος Παπαδόπουλος, που είχε διεκδικήσει επανεκλογή του (δες λήμμα εκλογές). Στον δεύτερο γύρο των εκλογών ο Δημήτρης Χριστόφιας υποστηρίχθηκε και από το ΔΗΚΟ, την ΕΔΕΚ και άλλα σχήματα και εξελέγη πρόεδρος της Δημοκρατίας.

 

Αμέσως μετά την εκλογή του και τον σχηματισμό κυβέρνησης, ο νέος πρόεδρος δημιούργησε μία κινητικότητα προς την κατεύθυνση επίλυσης του Κυπριακού, με την υποστήριξη στο θέμα αυτό και του αντιπολιτευόμενου ΔΗΣΥ και των άλλων κομμάτων. Η διακηρυγμένη πολλές φορές θέληση και αποφασιστικότητα του προέδρου για εξεύρεση λύσης κοινά αποδεκτή το συντομότερο, είχε διεθνώς ευμενή απήχηση, ο δε Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών ενθαρρύνθηκε να αναμειχθεί και πάλι. Οι διεθνείς αρνητικές απόψεις που είχαν δημιουργηθεί από το 2004, όταν η ελληνοκυπριακή πλευρά είχε απορρίψει το σχέδιο Ανάν και που ως ένα μεγάλο βαθμό είχαν αντιμετωπιστεί από τον πρόεδρο Παπαδόπουλο, ξεπεράστηκαν σχεδόν πλήρως, παρά το ότι κάθε τόσο γινόταν λόγος για επαναφορά του ίδιου σχεδίου, έστω και με τροποποιήσεις.

 

Μέσα στον ίδιο χρόνο της εκλογής του, ο Δημήτρης Χριστόφιας άρχισε μία σειρά συναντήσεων και συνομιλιών με τον Μεχμέτ Αλή Ταλάτ, ηγέτη των Τουρκοκυπρίων και φίλο του, υπό την αιγίδα του ΟΗΕ. Οι συνομιλίες αυτές δεν απέφεραν οτιδήποτε ουσιαστικό. Ο πρόεδρος Χριστόφιας συνέχισε τις συνομιλίες και με τον διάδοχο του Ταλάτ στην ηγεσία των Τουρκοκυπρίων, Ντερβίς Έρογλου, χωρίς όμως και πάλι να σημειωθεί πρόοδος λόγω της άτεγκτης στάσης της τουρκικής πλευράς.

 

Οι διεθνείς και τοπικές υποχρεώσεις του ως προέδρου της Δημοκρατίας, καθώς και η όλη δραστηριότητα προς επίτευξη λύσης του Κυπριακού, οδήγησαν τον Δημήτρη Χριστόφια να παραιτηθεί από τη θέση του γενικού γραμματέα του κόμματός του τον Ιανουάριο του 2009 και να αφοσιωθεί αποκλειστικά στα καθήκοντα του προέδρου της Δημοκρατίας. Το ΑΚΕΛ εξέλεξε ως διάδοχό του στην ηγεσία του κόμματος τον Άντρο Κυπριανού.

 

Τον Φεβρουάριο του 2011 ο πρόεδρος Χριστόφιας ήρθε σε σύγκρουση με τη Βουλή, όταν η τελευταία, με την πλειοψηφία των κομμάτων ΔΗΣΥ, ΔΗΚΟ (που συμμετέχει στην κυβέρνηση), ΕΔΕΚ και ΕΥΡΩΚΟ υιοθέτησε απόφαση, με την οποία καλούσε τον πρόεδρο Χριστόφια να υποβάλει αίτηση για ένταξη της Κύπρου στον Συνεταιρισμό για την Ειρήνη, στην οποία συμμετέχουν όλες οι άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θεωρώντας ότι η ένταξη «θα ενισχύσει τόσο το κύρος της Κυπριακής Δημοκρατίας διεθνώς, όσο και την κρατική της υπόσταση και παράλληλα θα διευρύνει τις δυνατότητές της για ενεργότερη συμμετοχή σε όλους τους πυλώνες πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Ο πρόεδρος Χριστόφιας άσκησε το δικαίωμα αρνησικυρίας (βέτο) στην απόφαση της Βουλής, την οποία ο κυβερνητικός εκπρόσωπος χαρακτήρισε ως «πράξη που παραβιάζει το Σύνταγμα και τη Διάκριση των εξουσιών». Ο Δ. Χριστόφιας διαφώνησε με την υποβολή αίτησης ένταξης στον Συνεταιρισμό για την Ειρήνη, αφού στο Κυβερνητικό του Πρόγραμμα δεν περιλαμβάνεται τέτοια δέσμευση, ενώ θεωρεί τον Συνεταιρισμό ως πρόγραμμα του ΝΑΤΟ.

 

Τον Φεβρουάριο του 2010, δύο χρόνια μετά την εκλογή του Δημήτρη Χριστόφια, η ΕΔΕΚ αποχώρησε από τη συγκυβέρνηση, με απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής, ύστερα από εισήγηση του προέδρου του κόμματος, Γιαννάκη Ομήρου. Η αποχώρηση έγινε λόγω διαφωνίας της ΕΔΕΚ με τη στρατηγική του Προέδρου Χριστόφια στο Κυπριακό.Ο κ. Ομήρου δήλωσε: «Φεύγουμε από την κυβέρνηση επειδή δεν μπορούμε να είμαστε μέρος των μη-ανατρέψιμων υποχωρήσεων του Προέδρου Χριστόφια».

 

Στις αρχές Αυγούστου του 2011 αποχώρησε από την κυβέρνηση και το ΔΗΚΟ, αφού δεν κατέστη δυνατό να υπάρξει συμφωνία πάνω σε προτάσεις που υπέβαλε το κόμμα για έξοδο από την κρίση, η οποία δημιουργήθηκε με την έκρηξη στη ναυτική βάση «Ευάγγελος Φλωράκης» και το θάνατο 13 ανθρώπων.

 

Η έκρηξη σημειώθηκε στις 11 Ιουλίου 2011 σε 98 εμπορευματοκιβώτια που περιείχαν εκρηκτικές ύλες, και τα οποία είχαν αποθηκευθεί μέσα στη ναυτική βάση, από τις αρχές του 2009. Το φορτίο είχε κατασχεθεί από το πλοίο m/v «Monchegorsk», υπό κυπριακή σημαία, το οποίο κατευθυνόταν από το Ιράν στη Λατάκεια της Συρίας. Το σκάφος είχε ανακοπεί στις 19 και 20 Ιανουαρίου από πλοίο του Πολεμικού Ναυτικού των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής στην Ερυθρά Θάλασσα και ύστερα από επιθεώρηση του φορτίου, κρίθηκε ότι αυτό παραβίαζε τα Ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών τα οποία επέβαλλαν κυρώσεις κατά του Ιράν. Ύστερα από έντονες διπλωματικές διαβουλεύσεις, το σκάφος κατέπλευσε στο λιμάνι Λεμεσού στις 29 Ιανουαρίου, για έλεγχο του φορτίου του. Μετά τις σχετικές επιθεωρήσεις, αποφασίστηκε όπως το φορτίο κατασχεθεί με βάση την τελωνειακή νομοθεσία. Η κατάσχεση έγινε στις 13 Φεβρουαρίου και τα εμπορευματοκιβώτια μεταφέρθηκαν στη ναυτική βάση στο Μαρί. Το φορτίο ήταν εκτεθειμένο για δυόμισι χρόνια σε υπαίθριο χώρο, παρά το ότι εγείρονταν σοβαρά θέματα ασφάλειας, λόγω της αποσταθεροποιητικής φύσης του μεγαλύτερου μέρους του φορτίου, που αποτελείτο από πυρίτιδες διαφόρων ειδών και που υπόκειντο σε υψηλές θερμοκρασίες και υγρασία, ιδιαίτερα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Στις 5.50 τα ξημερώματα της 11ης Ιουλίου 2011 σημειώθηκε αυτοανάφλεξη του περιεχομένου των εμπορευματοκιβωτίων και έκρηξη, η οποία, εκτός από τις ανθρώπινες απώλειες, προκάλεσε τεράστιες οικονομικές ζημιές με την ολοκληρωτική σχεδόν καταστροφή του Ηλεκτροπαραγωγού Σταθμού της ΑΗΚ στο Βασιλικό.

 

Στις 20 Ιουλίου 2011 διορίστηκε με διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου μονομελής Ερευνητική Επιτροπή, αποτελούμενη από τον νομικό Πόλυ Πολυβίου, για να διερευνήσει όλα τα σχετικά γεγονότα καθώς και το θέμα των ευθυνών για την έκρηξη και τα συνεπακόλουθά της. Στο πόρισμά του, που δημοσιοποιήθηκε στις 4 Οκτωβρίου 2011, ο κ. Πολυβίου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Πρόεδρος Χριστόφιας «έχει τη μέγιστη ευθύνη για την ανεπάρκεια, την αμέλεια και την ολιγωρία που επιδείχθηκαν, έχει συνεπώς την πιο μεγάλη ευθύνη για το τί συνέβη» στο Μαρί. Διαπίστωσε επίσης ότι «οι ενέργειες, πράξεις και αποφάσεις του Προέδρου ουδόλως ανταποκρίνονται στο ελάχιστο επίπεδο της αναμενόμενης από αυτόν επιμέλειας, τόσο για το δημόσιο συμφέρον, για την οικονομία του τόπου, αλλά κυρίως για την ασφάλεια των πολιτών της Δημοκρατίας». Μετά τη δημοσιοποίηση του πορίσματος Πολυβίου, τα κόμματα ΔΗΣΥ, ΔΗΚΟ, ΕΔΕΚ, ΕΥΡΩΚΟ και Οικολόγοι ζήτησαν την παραίτηση του Προέδρου Χριστόφια, ο οποίος όμως απέρριψε την αξίωση, θεωρώντας ότι δεν έχει προσωπικές ευθύνες και ότι το πόρισμα «δεν τεκμηριώνεται από τις μαρτυρίες και το υλικό, που παρουσιάστηκε ενώπιον της Ερευνητικής Επιτροπής».

 

Ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας αντιμετώπισε και τη μεγάλη οικονομική κρίση που επηρέασε σε σοβαρό βαθμό την Κύπρο, ιδίως από το 2011 και εξής. Το Δεκέμβριο του 2012 αποδέκτηκε την ένταξη της Κύπρου σε μνημόνιο κάτι που προνοούσε σημαντικές περικοπές μισθών των Δημοσίων Υπαλλήλων. Παρέμεινε στο αξίωμα του προέδρου μέχρι και το τέλος της θητείας του, αφού στις επόμενες εκλογές του Φεβρουαρίου 2013 δεν επαναδιεκδίκησε εκλογή του.

 

Πέθανε στις 21 Ιουνίου 2019 σε ηλικία 72 ετών ύστερα από μακρά δοκιμασία της υγείας του λόγω αναπνευστικών προβλημάτων.

 

Ο Δημήτρης Χριστόφιας υπήρξε ένας πολιτικός που ξεκίνησε την πολιτική του καριέρα μέσα από τη ζύμωση του με τον απλό κόσμο. Σύμφωνα με δημοσκοπήσεις της εποχής υπήρξε ο δημοφιλέστερος πρόεδρος της Κυπριακής Βουλής. 

Φώτο Γκάλερι

Image