Χριστοφίδης Ανδρέας

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΙΚΑ

 

Κ' γώ θά δοκιμάσω νά σέ ξεχάσω

μέσα σέ δυό μάτια λοξά πού δέ θά μέ κυτάζουν κν

γιά ν' ρχίσω ργότερα τελετουργικά νά σβήνω τά κεριά

μέ τά γυμνά μου δάκτυλα νά μεταφέρω

τή φωτιά πό κε πού καίει

κε πού ἁπλῶς πονεῖ.

 

Βάρυνε  κόσμος προσδόκητα πό σήκωτη νοχή

ν περπατήσω δίχα σου θά σταματήση  χρόνος.

 

Κ' γώ πού θ' πομείνω πίσω

θά κόψω λες τίς ρίζες νά σ' κολουθήσω.

 

Βαθύ πηγάδι  πίκρα σου σταγόνα δροσιά σου.

 

Δέν ξέρω ν είναι θάλασσα ποτάμι

τά γκρίζα νερά που μόνοι δεύουμε

στήν χθη τάχα κάποιος νά μς περιμένη;

Τίς μέρες μας τίς ὧρες μας ξοδεύουμε

σέ πολιτεες σέ τόπους πού μς εναι ξένοι

φεύγουμε π' που θέλουμε νά οκομε

μέ τήν λπίδα τι κάποτε τύχη θά συνδράμη

καί θά μς γαπνε πως γαπομε.

 

μοναξιά δέν εναι κάτι πού τιμωρητί περιφρονες.

 

Μήν περιμένης νά σο π πώς σ' γαπ καί πάλι

δοκίμασε νά κοιμηθς χωρίς νά τό θυμσαι

φησε χρο δίπλα σου γιά τ' δειο προσκεφάλι

νά φαίνεται πώς μόνη σου πάντα δέ θά κοιμάσαι.

 

Σέ παρακολουθ πού φεύγεις μέ τά μάτια χνά σχεδόν κλαμένα.

Μ' ατή τή σύνθεση θά ζήσης τή ζωή σου

δρογόνο δύο ξυγόνο να κανένα.

 

Τά φιόρδ δέν γιναν γιά νά σέ περιθάλψουν

νά παλύνουν τά γκαύματα τομεσογειακο  λιου

βυθίζεσαι στά κρύα νερά

καί περιμένεις νά ποξέσουν τά λέπια

τν εερέθιστων μερν

καί ς προσπερνς τό τελευταίο φιόρδ

θ' φήσης, ποθέτεις, τό δέρμα τν περιπλοκν σου.

 

Σκέφτομαι ν' νεβ ψηλότερα στά βορεινά τά δάση

  γάπη νά μ' κολουθ νά μή μέ προσπεράση.

 

Καθώς νομίζουμε πώς γίνονται τελείωτες ο ὧρες τς φοβερς μονώσεως,

το χρονικο διαστήματος που οὒτε μονόλογος εναι φικτός

καί παραμένει κταση χρονική μις ρημις

πιό πεθαμμένης κι' πό τούς νεκρούς۬ πού θάψαμε πέρυσι

πό τούς νεκρούς πού κουβαλομε στίς κοινωνικές συγκεντρώσεις.

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗΣ

(Από την  Ἀνθολογία Κυπριακῆς Ποιήσεως των Μόντη - Χριστοφίδη)