Αλόα ή Αλόδα

Image

Τουρκοκυπριακό χωριό στην κατεχόμενη επαρχία της Αμμοχώστου, στη γεωγραφική περιφέρεια της Μεσαριάς. Βρίσκεται 25 μ. πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας και απέχει περί τα 4,5 χμ. από τον Άγιο Σέργιο. Κατά τη διάρκεια των Διακοινοτικών Ταραχών του 1963-64 αλλά και κατά τη διάρκεια της Τουρκικής Εισβολής του 1974 το χωριό δέκτηκε επιθέσεις από Ε/κ εθνικιστές και θρήνησε δεκάδες νεκρούς οι οποίοι για πολλά χρόνια υπήρξαν και Αγνοούμενοι.

 

Το χωριό βρίσκεται στην καμπίσια έκταση της ανατολικής Μεσαριάς και δέχεται μια μέση ετήσια βροχόπτωση γύρω στα 350 χιλιοστόμετρα (πολύ πιο κάτω από τη μέση ετήσια όμβρηση της Κύπρου που είναι 489 χιλιοστόμετρα). Στην πεδινή του έκταση καλλιεργούνται κυρίως τα σιτηρά (σιτάρι, κριθάρι, βρώμη). Πριν από την εισβολή σχετικά ανεπτυγμένη ήταν η κτηνοτροφία αιγοπροβάτων. Σύμφωνα με την καταγραφή ζώων και πτηνών του 1973 στο χωριό εκτρέφονταν 528 πρόβατα και 149 κατσίκες. Ακόμα εκτρέφονταν και 13 γαλακτοφόρες αγελάδες.

 

Μαζί με τον Σανταλάρη και τη Μαράθα, στα δυτικά, αποτελούσαν ένα μικρό τουρκοκυπριακό σύμπλεγμα χωριών στην ανατολική Μεσαριά, πολύ κοντά στην Αμμόχωστο. Το χωριό βρίσκεται στον δρόμο Αγίου Σεργίου- Λευκονοίκου. Μέσω Σανταλάρη συνδέεται με την Περιστερώνα.

 

Ο πληθυσμός του χωριού παρέμεινε στάσιμος για ένα σχεδόν αιώνα. Οι 34 ψυχές του 1881 αυξήθηκαν στις 65 το 1911, μειώθηκαν στις 57 το 1931, αυξήθηκαν στις 78 το 1946 και μειώθηκαν στις 42 το 1960.

 

Ο Τζέφρυ (1918) περιγράφει τα τρία γειτονικά μουσουλμανικά χωριά, Αλόα, Μαράθα και Σανταλάρης, αναφέροντας πως δεν παρουσιάζουν κανένα ενδιαφέρον. Σύμφωνα με το Νέαρχο Κληρίδη το χωριό πήρε το όνομα από το φυτό αλόα (αλά), που «στά χωριά τῆς Μεσαορίας τό φυτεύουν πάνω ἀπό τίς πόρτες τῶν σπιτιῶν γιά προφύλαξη ἀπό τό βάσκανο μάτι». Η πίσσα της αλόης ή του ξυλαλά, όπως είναι γνωστό το φυτό στην Κύπρο, κατά τον Σ. Μενάρδο «ἦτο κατά τούς μέσους χρόνους πολύτιμος διά τήν φαρμακευτικήν της χρῆσιν».

 

Το χωριό πιθανότατα υφίστατο ως φέουδο κατά τα Μεσαιωνικά χρόνια. Σε παλαιούς χάρτες σημειώνεται στην περιοχή του οικισμός με την ονομασία Coloe, που μάλλον πρόκειται για παραφθορά της ονομασίας Αλόα. Πρόκειται για ένα ακόμη ελληνικό χωριό της Κύπρου το οποίο σταδιακά εκτουρκίστηκε κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Οι Τούρκοι μετονόμασαν το χωριό σε Altilar, που μπορεί να μεταφραστεί ως ιππέας, άνθρωπος που έχει άλογα.

 

Σφαγές 

Μια άγνωστη, για πολλούς Ελληνοκυπρίους, σελίδα της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας είναι οι σφαγές Τουρκοκυπρίων από Ελληνοκύπριους Εθνικιστές  τόσο την περίοδο των διακοινοτικών ταραχών όσο και κατά το καλοκαίρι του 1974. Οι περιπτώσεις της σφαγής των 126 Τ/κ  γυναικόπαιδων και ηλικιωμένων από τα τρία μικρά τ/κ  χωριά της επαρχίας Αμμοχώστου -Μάραθα, Σανταλάρη και Αλόα- καθώς και η εκτέλεση 83 Τ/κ άοπλων αιχμαλώτων από την Τόχνη, τον Αύγουστο του 1974, από μέλη της ΕΟΚΑ Β, αποτελούν μια από τις μαύρες σελίδες στην ιστορία του τόπου μας.

 

Αμέσως μετά την τουρκική εισβολή της 20ής Ιουλίου 1974, μέλη της ΕΟΚΑ Β από τα γύρω χωριά μπήκαν στα τρία τ/κ χωριά πυροβολώντας στον αέρα και εκφοβίζοντας. Εισέβαλαν στα σπίτια και μάζεψαν τους κατοίκους, τους οποίους μετέφεραν με λεωφορεία στο σχολείο της Περιστερωνοπηγής. Τους άντρες τους μετέφεραν αργότερα σε στρατόπεδο αιχμαλώτων στην Αμμόχωστο και στη συνέχεια στη Λεμεσό. Κατά την περίοδο μεταξύ πρώτης και δεύτερης φάσης της εισβολής, οι Ε/κ Εθνικιστές  προέβαιναν σε καθημερινές επιδρομές στα τρία χωριά, λεηλασίες, κλοπές, βιασμούς γυναικών αλλά και δολοφονίες. Με την έναρξη της δεύτερης φάσης της εισβολής, μέλη της ΕΟΚΑ Β  προχώρησαν στη μαζική εκτέλεση των 126 γυναικόπαιδων και ηλικιωμένων, τους οποίους έθαψαν σε ομαδικούς τάφους που έσκαψαν με μπουλντόζες και ακολούθως κάλυψαν με σκουπίδια για να καλύψουν το έγκλημά τους.

 

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Τ/κ Ασιήρ Αχμέτ από τη Μάραθα, όταν λίγες μέρες αργότερα τα τουρκικά στρατεύματα κατέλαβαν την περιοχή, το σουηδικό απόσπασμα των Ηνωμένων Εθνών έγινε μάρτυρας της αποκάλυψης του αποτρόπαιου εγκλήματος, στο χώρο του σκυβαλότοπου του χωριού: «Όταν άρχισε η εκταφή (…) είδαμε δεκάδες αποκεφαλισμένα και ακρωτηριασμένα πτώματα, κυρίως παιδιών, τα οποία είχαν σκεπαστεί μόνο με σκουπίδια. Μερικά από τα θύματα ήταν δεμένα μεταξύ τους με τέλι. Μόνο σε μια περίπτωση, μετρήσαμε δέκα άτομα δεμένα με τέλι. Μερικά από τα θύματα ήταν μισοκαμένα. Σχεδόν όλα τα αγόρια κάθε ηλικίας ήταν χωρίς κεφάλια. Μεταξύ των παιδιών που βρέθηκαν δολοφονημένα στο σκυβαλότοπο ήταν και τα έξι αδέλφια μου, η μητέρα μου, η γιαγιά και η θεία μου μαζί με τα εφτά παιδιά της». Ο Τ/κ Κιαμίλ Μέριτς, του οποίου οι δολοφόνοι σκότωσαν τη γυναίκα και τα πέντε παιδιά, δήλωσε ότι «όταν άνοιξαν τον τάφο, βρήκαν τη γυναίκα μου να κρατά το μικρότερο παιδί μας, 18 μηνών, και το μωρό μου είχε σαράντα σφαίρες στο σώμα του». Σύμφωνα με μαρτυρία του Ε/κ στρατιώτη Νίκου Γενιά (Χαραυγή, 20.7.1998), ο οποίος κατά την υποχώρηση από τον Πενταδάκτυλο πέρασε από τα τρία μαρτυρικά χωριά, «εοκαβητατζήδες με εκσκαφείς άνοιγαν λάκκους και έθαβαν τους γέρους και τα παιδιά που σκότωσαν σε αυτά τα χωριά. Μάλιστα ένας από αυτούς κομπάζοντας μάς είπε “Εμείς εκάμαμεν τη δουλειά μας…”».

 

Στις 3 Σεπτεμβρίου 1974, έγινε η εκταφή των νεκρών από τον τουρκικό στρατό και τον ΟΗΕ (το σουηδικό απόσπασμα}. Αναγνωρίστηκαν δύο μητέρες να κρατούν στα χέρια τους τα μωρά τους. Το Assosiated Press χαρακτήρισε τα πτώματα «τόσο κακοποιημένα και αποσυντεθειμένα ώστε κομματιάζονταν όταν οι στρατιώτες τους έβγαζαν από τον σκυβαλότοπο με φτυάρια»

Σήμερα στο χωριό Αλόα έχει στηθεί μνημείο σε ανάμνηση της στυγερής αυτής δολοφονίας αμάχων. 

 

Όταν τον Αύγουστο του 2009 η τ/κ εφημερίδα «Volkan» κατονόμασε 15 Ελληνοκύπριους ως τους δράστες του εγκλήματος, ο τότε Γενικός Εισαγγελέας Π. Κληρίδης ζήτησε από την Αστυνομία να συγκεντρώσει στοιχεία για εξιχνίαση της υπόθεσης. Ωστόσο οι έρευνες που ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια δεν οδήγησαν σε εξιχνίαση. Οι φονιάδες αμάχων και από τις δύο κοινότητες της Κύπρου είναι μέχρι σήμερα ατιμώρητοι.

 

 

Πηγή:

  • Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια

Φώτο Γκάλερι

Image