Κούριο

Αρχαιολογικός χώρος

Image

Η αρχαία ελληνική μυθολογική παράδοση, που διασώθηκε από τον Ηρόδοτο (484-426 π.Χ.) αναφέρει ότι το Κούριον ιδρύθηκε από Μυκηναίους Αχαιούς αποίκους από το Άργος της Πελοποννήσου γύρω στα τέλη του 13ου αιώνα π.Χ. και διάφορες άλλες ιστορικο - φιλολογικές πηγές μαρτυρούν ότι τούτο ήταν ένα από τα σημαντικότερα αρχαία κυπριακά βασίλεια. Ο αρχαιολογικός χώρος του Κουρίου καταλαμβάνει δεσπόζουσα θέση πάνω σε επιβλητικά παραλιακά υψώματα, που βρίσκονται σε απόσταση τεσσάρων περίπου χμ. νοτιοδυτικά του χωριού Επισκοπή της επαρχίας Λεμεσού.

 

Οι πρώτες ανασκαφικές έρευνες σε διάφορα σημεία του χώρου της πόλης και των περιχώρων του Κουρίου, που είχαν καθαρά ερασιτεχνικό και θησαυροθηρικό χαρακτήρα, έγιναν το 1873 από τον περιβόητο L. Palma di Cesnola. Ανάμεσα στα πολυάριθμα κινητά ευρήματα, που προέρχονται από τις επιπόλαιες και ανεύθυνες αυτές έρευνες και που σήμερα κοσμούν τις αίθουσες του Μητροπολιτικού Μουσείου της Νέας Υόρκης, περιλαμβάνεται και ο περίφημος «θησαυρός του Κουρίου», που αποτελείται από πολύτιμα και ανεκτίμητα κοσμήματα διαφόρων τύπων και χρονολογιών και που ο Cesnola ισχυρίζεται ότι τον ανακάλυψε κοντά στο θέατρο του Κουρίου.

 

Οι συστηματικές και υπεύθυνες ανασκαφικές έρευνες άρχισαν το 1934 από την Αμερικανική Αρχαιολογική Αποστολή του Πανεπιστημίου της Πενσυλβανίας, υπό τη διεύθυνση του Β.Η. Hill και των βοηθών του G. McFadden, J.F. Daniel, J.S. Last και άλλων. Με τις εκτεταμένες αυτές έρευνες, που διακόπηκαν στη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου πολέμου και αργότερα συνεχίσθηκαν μέχρι το 1954, αποκαλύφθηκαν το θέατρο, η «Οικία του Ευστολίου», η πρωτοχριστιανική βασιλική, η δημόσια κρήνη και η «Οικία του Αχιλλέως» στον αρχαιολογικό χώρο της πόλης του Κουρίου και αργότερα τα λουτρά. Αποκαλύφθηκαν επίσης το στάδιο, το ιερό του Απόλλωνος και αρκετοί τάφοι στο άμεσο συνοριακό περιβάλλον του Κουρίου καθώς και τμήματα του νεολιθικού συνοικισμού στην τοποθεσία Τεππές της Σωτήρας και του συνοικισμού της Τελευταίας εποχής του Χαλκού στην τοποθεσία Παμπούλα της Επισκοπής.

 

Το θέατρο του Κουρίου κτίστηκε στις αρχές του 1ου αιώνα μ.Χ. πάνω στα ερείπια προγενεστέρου ελληνιστικού θεάτρου και καταστράφηκε από σεισμό στα τέλη του 4ου αιώνα μ.Χ. Πρόκειται για κανονικό θέατρο του συνηθισμένου ρωμαϊκού τύπου, που ανακαινίσθηκε επανειλημμένα και που αποτελείται από την ημικυκλική ορχήστρα, το κοίλο, χωρητικότητας 3.500 θεατών, τη σκηνή, από την οποία μόνο τα θεμέλια διασώθηκαν με δυο παρόδους και πέντε εισόδους, προσιτές στους θεατές από τον οπίσθιο τοίχο. Το κοίλο του θεάτρου αναστηλώθηκε το 1961 από το Τμήμα Αρχαιοτήτων.

 

 

Η «Οικία του Ευστολίου» χρονολογείται στις αρχές του 5ου αιώνα μ.Χ. Έχει ανακτορικό χαρακτήρα και αποτελείται από περισσότερα από 35 δωμάτια, συγκεντρωμένα γύρω από δυο εσωτερικές αυλές. Το βορειότερο τμήμα της «Οικίας» καταλαμβάνεται από το σύμπλεγμα των λουτρών, που αποτελούνται από δυο κρύα λουτρά (frigidaria), ένα θερμό λουτρό (tepidarium), ένα ζεστό λουτρό (caldarium) και μια ορθογώνια κεντρική αίθουσα με πολύχρωμο ψηφιδωτό δάπεδο, κοσμημένο με την προτομή νεαρής γυναίκας, που συμβολίζει την Κτίση - Δημιουργία, και με πολυποίκιλα άλλα γεωμετρικά μοτίβα. Αρκετά άλλα δάπεδα της «Οικίας» φέρουν παρόμοια ψηφιδωτή διακόσμηση με γεωμετρικά σχέδια, εικονιστικές παραστάσεις πτηνών και ψαριών και επιγραφές με χριστιανικό συμβολικό περιεχόμενο. Η «Οικία» καταστράφηκε με τις αραβικές επιδρομές των μέσων του 7ου αιώνα μ.Χ.

 

Η πρωτοχριστιανική βασιλική του Κουρίου, της οποίας οι ανασκαφές από το 1974 συνεχίστηκαν από την Αμερικανική Αποστολή του Κέντρου Βυζαντινών Σπουδών στο Dumbarton Oaks, υπό τη διεύθυνση του A.H.S. Megaw, και περατώθηκαν το 1979, αποτελούσε τον καθεδρικό ναό του Κουρίου και χρονολογείται στις αρχές του 5ου αιώνα μ.Χ., όπως και η «Οικία του Ευστολίου». Λεπτομέρειες για τη βασιλική αυτή βλέπε στο επόμενο κεφάλαιο του παρόντος λήμματος.

 

Η δημόσια κρήνη είναι ένα υπόγειο ημίκτιστο δωμάτιο, που κατασκευάστηκε στις αρχές του 2ου αιώνα μ.Χ. και καταστράφηκε στα τέλη του 4ου αιώνα μ.Χ. Αποτελεί μέρος του όλου υδρευτικού συστήματος του Κουρίου και μια από τις κυριότερες κρήνες στο κέντρο της πόλης. Στον βορειοδυτικό τοίχο διατηρούνται ακόμη τα κατάλοιπα πήλινου αγωγού που συνδεόταν με παρακείμενη μεγάλη υδατοδεξαμενή.

Η «Οικία του Αχιλλέως» χρονολογείται στις αρχές του 4ου αιώνα μ.Χ. και αποτελείται από μια ανοικτή αυλή με δωμάτια κατά μήκος των δυο πλευρών και με στοά, που έφερε κιονοστοιχία, στο βορειοδυτικό της άκρο. Ένα τμήμα του δαπέδου της στοάς είναι κοσμημένο με τη ψηφιδωτή σύνθεση, που απεικονίζει τη μυθική σκηνή της αναγνώρισης του Αχιλλέως από τον Οδυσσέα στο ανάκτορο του βασιλιά της Σκύρου Λυκομήδη. Παρόλο που η όλη σύνθεση είναι αρκετά φθαρμένη, οι μορφές του Αχιλλέως, του Οδυσσέως και της Δηιδάμειας, της κόρης του Λυκομήδη, είναι ευδιάκριτες.

 

Το στάδιο του Κουρίου βρίσκεται σε απόσταση 2,5 περίπου χμ. δυτικά της πόλης του Κουρίου και χρονολογείται στον 2ο αιώνα μ.Χ. Είναι πεταλόσχημο με τρεις εισόδους, μια σε κάθε μεγάλη πλευρά και μια στο κέντρο της δυτικής ημικυκλικής πλευράς. Έχει διαστάσεις 229X24 μ. και χωρητικότητα 6.000 θεατών, που κάθονταν σε 7 σειρές κερκίδων, κτισμένων με μεγάλους πελεκητούς ασβεστόλιθους. Μέρος της νότιας πλευράς έχει αναστηλωθεί. Χρησίμευε για αγώνες δρόμου και πεντάθλου, που περιλάμβανε άλματα, πάλη, δίσκο και ακόντιο.

 

Ο συνοικισμός της Τελευταίας εποχής του Χαλκού, που αποκαλύφθηκε στην τοποθεσία «Παμπούλα» του χωριού Επισκοπή χρονολογείται από τις αρχές του 16ου μέχρι τα μεσά του 11ου αιώνα π.Χ. Η κεραμική και τ’ άλλα κινητά ευρήματα από τον συνοικισμό και τους τάφους στην τοποθεσία αυτή φανερώνουν ότι πράγματι οι Αχαιοί άποικοι εγκαταστάθηκαν εκεί στα τέλη του 13ου και στις αρχές του 12ου αιώνα π.Χ. και επομένως δεν αποκλείεται η πιθανή ταύτιση του μυκηναϊκού αυτού συνοικισμού της «Παμπούλας» με την αρχική μυθική πόλη του Κουρίου. Η πολύ πιθανή αυτή θεωρία ενισχύεται και από την ανακάλυψη της κεφαλής του περίφημου χρυσού σκήπτρου σ' έναν από τους τάφους στο νεκροταφείο της τοποθεσίας «Καλορίζικης», που χρονολογείται στον 12ο αιώνα π.Χ. και που εύλογα μπορεί να αποδοθεί σ' έναν από τους πρώτους βασιλιάδες του Κουρίου.

 

Το Τμήμα Αρχαιοτήτων στην προσπάθειά του να φέρει στο φως περισσότερα αρχαιολογικά δεδομένα από τον χώρο της πόλης του Κουρίου και να προβάλει διεθνώς τη σημαντικότητα του αρχαίου αυτού κυπριακού βασιλείου, συνέχισε την ανασκαφική έρευνα μεταξύ των ετών 1964 και 1974, υπό τη διεύθυνση του εφόρου Μουσείων Μ. Λουλλουπή. Αποτέλεσμα των δεκαετών αυτών ερευνών ήταν η αποκάλυψη της «Οικίας των Μονομάχων». Πρόκειται για μεγάλο κτίριο του 4ου αιώνα π.Χ. με κεντρική αυλή, πλαισιωμένη από τέσσερις στοές, που οδηγούσαν σε διάφορα δωμάτια και στο σύμπλεγμα των λουτρών. Μέρος του δαπέδου της αυλής είναι κοσμημένο με πολύχρωμες ψηφιδωτές συνθέσεις γεωμετρικών μοτίβων και εικονιστικών παραστάσεων μονομάχων, που αγωνίζονται σε ζεύγη και που είναι μοναδικές στο είδος τους σ' ολόκληρη την Εγγύς Ανατολή.

 

Παράλληλα με τις ανασκαφές στην «Οικία των Μονομάχων» το Τμήμα Αρχαιοτήτων από το 1971 μέχρι το 1974 ανέλαβε και την έρευνα του χώρου που βρίσκεται σε απόσταση 150 περίπου μέτρων ανατολικά του σταδίου. Με τις επιπρόσθετες αυτές ανασκαφές, που έγιναν υπό τη διεύθυνση του πρώην αρχαιολογικού λειτουργού Α. Χριστοδούλου, αποκαλύφθηκε η εκτός των τειχών της πόλης μικρή πρωτοχριστιανική βασιλική, που χρονολογείται μεταξύ του τέλους του 5ου και των αρχών του 6ου αιώνα μ.Χ. Η βασιλική αυτή, που συνυπήρχε με τον καθεδρικό ναό του Κουρίου, αποτελείται από τρία κλίτη, που καταλήγουν σε ισάριθμες κόγχες στην ανατολική πλευρά, δυο ορθογώνια παραρτήματα - κατηχούμενα, κατά μήκος κάθε πλάγιου κλίτους, ένα νάρθηκα κι ένα αίθριο με μεγάλη ορθογώνια κεντρική δεξαμενή στη δυτική πλευρά. Και για τη δεύτερη αυτή βασιλική βλέπε λεπτομέρειες στο επόμενο κεφάλαιο του παρόντος λήμματος.

 

Αμέσως μετά την τουρκική εισβολή του 1974, οι ανασκαφικές δραστηριότητες του Τμήματος Αρχαιοτήτων, που αναγκαστικά διακόπηκαν στη Σαλαμίνα, μετατοπίστηκαν στον αρχαιολογικό χώρο της πόλης του Κουρίου. Τα μέχρι σήμερα αποτελέσματα των νέων αυτών ερευνών, που από την άνοιξη του 1975 συνεχίζονται αδιάλειπτα κάθε χρόνο την ίδια εποχή, υπό τη διεύθυνση του συγγραφέα του παρόντος άρθρου, είναι διάφορα κατάλοιπα τοίχων δημόσιων και ιδιωτικών κτιρίων, που χρονολογούνται από τις αρχές των Ελληνιστικών χρόνων μέχρι τα μέσα του 7ου αιώνα μ.Χ. Παράλληλα μ’ αυτά αποκαλύφθηκαν και διάφορα υδρευτικά έργα των ίδιων χρονικών περιόδων και κατάλοιπα μεταγενέστερων μεσαιωνικών καμινιών και πρόχειρων καταλυμάτων τρωγλοδυτών. Τα σημαντικότερα από τ' αποκαλυφθέντα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα ανήκουν σε ένα μεγάλο ελληνιστικό κτίριο, σε μια ελληνιστική υδατοδεξαμενή, σε μια στοά με μαρμάρινη κιονοστοιχία, που ανήκει στη ρωμαϊκή Αγορά του Κουρίου και σ' ένα μεγάλο Νυμφαίο.

 

Το ελληνιστικό κτίριο είναι ένα τεράστιο δημόσιο οικοδόμημα, μήκους μεγαλύτερου των 30 μ., που χαρακτηρίζεται από τρεις διαδοχικές χρονολογικές φάσεις, οι οποίες εντάσσονται αντιστοίχως μεταξύ των ετών 325-200 π.Χ., 200-100 π.Χ. και 100-50 π.Χ. Η ανακάλυψη του κτιρίου αυτού είναι πολύ σημαντική για την αρχαιολογία του Κουρίου και της Κύπρου γενικότερα, γιατί για πρώτη φορά αποκαλύφθηκαν αρχιτεκτονικά κατάλοιπα των Ελληνιστικών χρόνων, που επιβεβαιώνουν την ύπαρξη και ακμή της πόλης την εποχή αυτή.

 

Στην ίδια εποχή χρονολογείται και η μεγάλη ελληνιστική δεξαμενή, που έχει διαστάσεις 9,60X8,30X3,50 μ. και που είναι μοναδική στο είδος της σ' ολόκληρη την ελληνιστική Κύπρο. Η υδατοδεξαμενή αυτή, που είναι επενδυμένη με περίτεχνο υδραυλικό κονίαμα μαζί με άλλες φιαλόσχημες λαξευτές δεξαμενές, που αποκαλύφθηκαν σε διάφορα σημεία του ανασκαφικού χώρου, αποτελεί μέρος του όλου υδρευτικού συστήματος του Κουρίου.

 

Η στοά με τη μαρμάρινη κιονοστοιχία αποτελεί το βόρειο τμήμα της ρωμαϊκής αγοράς του Κουρίου, που χρονολογείται από τα τέλη του 2ου αιώνα μ.Χ. μέχρι τα τέλη του 4ου αιώνα μ.Χ. Η κιονοστοιχία αποτελείτο από δεκαέξι συνολικά μονολιθικούς μαρμάρινους κίονες επιστεμμένους με κορινθιακά κιονόκρανα, από τους οποίους ένας διατηρείται ακέραιος στην αρχική του θέση και μερικοί άλλοι κατατεμαχισμένοι.

 

Το Νυμφαίο του Κουρίου, που είναι ένα από τα μεγαλύτερα και επιβλητικότερα μνημεία στο είδος του σ' ολόκληρο τον μεσογειακό χώρο, αποτελείται από ένα τεράστιο κεντρικό οικοδόμημα, το καθαυτό Νυμφαίο, διαστάσεων 45X15 μ., πλαισιωμένο από αρκετά δωμάτια, από τα οποία μερικά μόνο έχουν αποκαλυφθεί κατά μήκος της νότιας του πλευράς. Κτισμένο ολότελα με μεγάλους πελεκητούς ασβεστόλιθους και κοσμημένο με περίτεχνα αρχιτεκτονικά μέλη, το κεντρικό οικοδόμημα του Νυμφαίου, που είχε τόσο διακοσμητικό όσο και λειτουργικό χαρακτήρα, χωρίζεται σε τρία μέρη: Το νοτιοανατολικό μέρος, που είναι μια μεγάλη αψιδωτή αίθουσα και αποτελούσε τον ιερό χώρο, όπου πιθανότατα γίνονταν ιεροτελεστίες προς τιμήν των Νυμφών, των προστάτιδων του νερού στις οποίες ήταν αφιερωμένο και το όλο οικοδόμημα, το κεντρικό μέρος, και το βορειοδυτικό μέρος που αποτελείτο από αψιδωτές κρήνες και δεξαμενές κοσμημένες με αχιβάδες και μαρμάρινα αγάλματα. Από τα αγάλματα έχουν ανευρεθεί ένα μικρό σύμπλεγμα, που παριστάνει ένα παιδί με το δελφίνι, ο Διόνυσος, ο Μελέαγρος και μια κεφαλή αλόγου. Το Νυμφαίο κτίστηκε στις αρχές του 1ου αιώνα μ.Χ. και ύστερα από διαδοχικές καταστροφές, ανοικοδομήσεις, ανακαινίσεις και επεκτάσεις, καταστράφηκε ολοκληρωτικά και εγκαταλείφθηκε στα μέσα του 7ου αιώνα μ.Χ.

 

Εκτός από τις ανασκαφές του Τμήματος Αρχαιοτήτων στο χώρο του Νυμφαίου του Κουρίου, σε άλλο σημείο του αρχαιολογικού χώρου, μεταξύ του θεάτρου και της πρωτοχριστιανικής βασιλικής, συνεχίζονται κάθε χρόνο και οι ανασκαφές της Αμερικανικής Αποστολής του Πανεπιστημίου της Αριζόνας, που άρχισαν το 1984, υπό τη διεύθυνση του D. Soren. Οι ανασκαφές αυτές αποκάλυψαν τα κατάλοιπα ενός ευρύχωρου δωματίου, δυο αποθηκών και μιας αυλής των Ρωμαϊκών χρόνων, ανάμεσα στα οποία βρέθηκαν ένας σκελετός ημιόνου και πέντε ανθρώπινοι σκελετοί, που ανήκουν σ' ένα κορίτσι δέκα περίπου χρόνων και σε τέσσερις ενήλικες. Σύμφωνα με τη γνώμη του ανασκαφέα, τόσο τα οικιακά όσο και τα σκελετικά αυτά κατάλοιπα είναι αποτέλεσμα του τρομερού σεισμού, που κατέστρεψε την πόλη του Κουρίου γύρω στο 365 μ.Χ.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image