Μάμας άγιος, Άγιος Σωζόμενος

Σημαντική φραγκοβυζαντινή εκκλησία της επαρχίας Λευκωσίας, σήμερα ερειπωμένη. Διασώζονται μόνο ο δυτικός τοίχος και ο νότιος τοίχος, και η αψίδα του νότιου κλίτους. Μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα σωζόταν και ο βόρειος τοίχος, η αψίδα του μέσου κλίτους και η αψίδα του βόρειου κλίτους. Τότε υπήρχαν ενδείξεις ότι τα πλάγια κλίτη εκαλύπτοντο με καμάρες. Είναι πολύ πιθανό ότι το μέσο κλίτος καλυπτόταν με καμάρα στο μέσο της οποίας υπήρχε τρούλλος, όπως και στη φραγκοβυζαντινή εκκλησία του Αρχαγγέλου στο ομώνυμο μοναστήρι κοντά στη Λακατάμια και την εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ του Τρυπιώτη στη Λευκωσία. Η εκκλησία έχει εξωτερικές διαστάσεις 14,53X12,80 μ. Δυο κιονοστοιχίες από δυο κτιστές κολόνες, που στηρίζουν τρία άνισα τόξα, χωρίζουν την εκκλησία σε τρία κλίτη. Τα πλάγια κλίτη έχουν πλάτος 2,35 μ. και το κεντρικό κλίτος 4,50 μ. Τα τόξα είναι οξυκόρυφα. Τα διάστυλα, από ανατολικά προς τα δυτικά, είναι 2,25 μ. (ανατολικό), 4,60 μ. (κεντρικό) και 2,60 μ. (δυτικό). Πάνω από την απλή επίστεψη των κολόνων υπήρχε στο κέντρο σπείρα η οποία πιθανώς εκτελούσε χρέη σφενδονίου. Η χορδή της ημικυκλικής αψίδας του νότιου κλίτους, της μόνης που σώζεται, είναι 1,85 μ. και το βέλος 0,90 μ. Οι τοίχοι είναι κτισμένοι με καλά τετραγωνισμένους πωρόλιθους. Το πάχος των τοίχων είναι 0,90 μ. Δεξιά και αριστερά, και σε απόσταση 1,40 - 1,55 μ. από τη νότια είσοδο υπάρχουν δυο αντηρίδες ορθογωνικής διατομής, διαστάσεων 0,85X0,95 μ. Λόγω της πλήρους καταστροφής του βόρειου τοίχου δεν μπορεί να διακριβωθεί αν υπήρχαν αντηρίδες στην αντίστοιχη θέση του βόρειου τοίχου.

 

Στην εκκλησία υπάρχουν 2 θύρες, μια στο μέσο του δυτικού τοίχου πλάτους 1,80 μ. και μια στο μέσο του νότιου τοίχου πλάτους 1,55 μ. Η δυτική θύρα περιβάλλεται από περίθυρο που αποτελείται από συμφυείς κιονίσκους και ταινίες. Οι κιονίσκοι εκκινούν από ημιοκτάγωνη βάση που πατά σε ορθογώνια πλίνθο και επιστέφονται από κιονόκρανα σχήματος κόλουρου κώνου. Τα κιονόκρανα των κιονίσκων της βόρειας πλευράς της θύρας στολίζονται με μακρόμισχα τετράφυλλα. Πάνω από το λίθινο ανώφλι υπάρχει οξυκόρυφο τυφλό ανακουφιστικό τόξο. Πάνω από το ανακουφιστικό τόξο, στην κορυφή του δυτικού τοίχου υπάρχει ανάγλυφος λατινικός σταυρός που περικλείεται σε ορθογώνιο πλαίσιο που σχηματίζεται από σπείρα.

 

Η νότια θύρα είναι λιγότερο επιμελημένη από τη δυτική. Το λίθινο ανώφλιο πατά στα άκρα σε προβόλους που διακοσμούνται στην εσωτερική πλευρά με ανθέμια. Πάνω από τη θύρα υπάρχει τυφλό ανακουφιστικό οξυκόρυφο τόξο.

 

Στον νότιο τοίχο, εσωτερικά υπάρχουν δυο κτιστά οξυκόρυφα τόξα, προορισμένα πιθανόν για ταφικά μνημεία. Τα οξυκόρυφα τόξα στηρίζονται σε διακοσμημένους πεσσίσκους με έντονη αναγεννησιακή επίδραση. Έχουν άνοιγμα 1,90 μ. και βάθος 0,67 μ. (το ανατολικό) και 1,92 μ. και 0,66 μ. (το δυτικό). Στο δυτικό όμως υπάρχει κτίσμα που καταλαμβάνει το ήμισυ του βάθους, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η χρήση του τόξου τούτου σαν ταφικού μνημείου.

 

Ο C. Enlart εξέφρασε τη γνώμη ότι η εκκλησία αυτή ουδέποτε είχε συμπληρωθεί κι ότι πιθανότατα ανάγεται στον 16ο αιώνα. Αντίθετα ο G. Jeffery πιστεύει ότι ήταν φραγκοβυζαντινή βασιλική με τρούλλο και κτίσθηκε πιθανότατα τον 15ο αιώνα. Στην κατάσταση που βρίσκεται σήμερα η εκκλησία δεν είναι εύκολο να υπολογισθεί αν συμπληρώθηκε ποτέ. Αντίθετα, η χρονολόγησή της στα τέλη του 15ου αιώνα μπορεί να στηριχθεί στη μορφή των περιθύρων και τα ανθέμια που τα στολίζουν. Τα δυο ταφικά μνημεία, οι πεσσίσκοι των οποίων μοιάζουν πολύ με τους πεσσίσκους των παραθύρων του κτιρίου της βόρειας εισόδου της μονής Αγίας Νάπας στο ομώνυμο χωριό, που χρονολογείται στα 1530, μπορεί να κτίσθηκαν αργότερα.