Οικονομία της Κύπρου

Βενετοκρατία (1489-1570)

Image

Προς το τέλος του 15ου αιώνα, με τη μεταβίβαση της Κύπρου στη Δημοκρατία της Βενετίας το 1489 από τη βασίλισσα Αικατερίνη Κορνάρο, το νησί πέρασε στην κατοχή των Βενετών που το κράτησαν 82 χρόνια (1489-1571). Από υπηρεσιακές εκθέσεις και αναφορές συγχρόνων περιηγητών που επισκέφθηκαν το νησί, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η κατάσταση του κυπριακού πληθυσμού κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας ήταν πολύ χειρότερη από εκείνη της εποχής των Λουζινιανών. Η διοίκηση των Βενετών στην Κύπρο υπήρξε πράγματι τυραννική και χειρότερη από τη φραγκική. Οι Βενετοί ήθελαν την Κύπρο για οικονομικούς και στρατιωτικούς λόγους. Όλοι σχεδόν οι γεωργοί της Κύπρου ήσαν δουλοπάροικοι των Ιταλών και των ντόπιων φεουδαρχών που συνεργάζονταν στενά με τους Βενετούς. Η φορολογία που είχε επιβληθεί στην Κύπρο μπορεί να θεωρηθεί ως η βαρύτερη σε όλη τη βενετική επικράτεια.

 

Τη μεγαλύτερη φροντίδα η Βενετία επέδειξε για την ανάπτυξη της γεωργίας. Τούτο συνέβη όχι  μόνο στην Κύπρο, αλλά και σ' άλλες βενετοκρατούμενες περιοχές. Τα δυο κυριότερα προϊόντα που ενδιέφεραν τη Βενετία ήταν το σιτάρι και το αλάτι, που αποτελούσαν και τα δυο βασικά προϊόντα διατροφής, γι' αυτό και υπέκειντο και στο κρατικό μονοπώλιο. Η Κύπρος μαζί με την Κρήτη αποτελούσαν τους σιτοβολώνες της Βενετικής Δημοκρατίας, ενώ πολύ σημαντικές ήσαν και οι ποσότητες του άλατος που απορροφούσε η Βενετία.    

 

Το εμπόριο του νησιού βρισκόταν στα χέρια των Βενετών. Οι Κύπριοι, έγραφε ο Jaques le Saige το 1518, φορολογούνται βαριά και δεν εμπορεύονται με καμιά  χώρα —  εκτός  από  τη Βενετία. Στην απουσία συναγωνισμού, οι Βενετοί έμποροι είχαν όλη την ελευθερία να αγοράζουν και να πωλούν όλα τα εμπορεύματα που εμπορεύονταν στο νησί σε τιμές της αρεσκείας τους. Οι παραγωγοί, ανεξάρτητα με ποια καλλιέργεια ασχολούνταν, υφίσταντο την άγρια εκμετάλλευση των Βενετών εμπόρων. Οι απαιτήσεις της Βενετίας για όλα ανεξαίρετα τα προϊόντα τύγχαναν άμεσης προτεραιότητας. Όλα τα περισσεύματα, μετά την ικανοποίηση των αναγκών του στόλου και των φρουρών, έπρεπε μέχρι το τέλος Ιανουαρίου να εξάγονταν αποκλειστικά και μόνο στις βενετικές κτήσεις. Σ' άλλες χώρες εξαγωγές κυπριακών γεωργικών προϊόντων θα μπορούσαν να γίνουν μόνο ύστερα από κάποια περίοδο μετά την οποία διαπιστωνόταν ότι η Κύπρος και οι υπόλοιπες βενετικές κτήσεις δεν θα αντιμετώπιζαν ελλείψεις. Ένα άλλο προϊόν, η παραγωγή του οποίου υπήρξε σημαντική καθ' όλη τη διάρκεια της Βενετοκρατίας, ήταν η ζάχαρη που η παραγωγή της εξαγόταν αποκλειστικά στη Βενετία. Μέχρι το τέλος του 16ου αιώνα η Κύπρος αποτελούσε μια από τις κυριότερες χώρες που εξήγαν ζάχαρη. Άλλα σημαντικά αγροτικά προϊόντα ήταν το βαμβάκι, το μετάξι, το κρασί, το ελαιόλαδο, το καννάβι, το κερί, το λουλάκι, οι χρωστικές ύλες (ζαφορά κ.ά.) και τα αμπελοπούλια. Επίσης σημαντικά ήταν και τα διάφορα προϊόντα της κυπριακής βιοτεχνίας και οικοτεχνίας, ιδιαίτερα τα υφαντά, μεταξύ των οποίων ξεχωριστή θέση κατείχαν τα καμηλωτά και τα εξάμιτα.

 

Οι συνθήκες διαβίωσης των κατοίκων γίνονταν ακόμη χειρότερες, επειδή συχνά το νησί μάστιζαν διάφορες θεομηνίες όπως σεισμοί, επιδημίες πανώλους, ανομβρίες, πλημμύρες και επανειλημμένες επιδρομές ακρίδων που ήταν πραγματική μάστιγα για τη γεωργία. Μερικές φορές το νησί υπέφερε ταυτόχρονα από δυο ή ακόμη και τρεις θεομηνίες, έτσι που οι καταστροφές γίνονταν ακόμη μεγαλύτερες και πιο ολέθριες.

 

Η Βενετία μεταχειριζόταν την Κύπρο σαν μια αποικία την οποία έπρεπε να εκμεταλλεύεται όσο το δυνατό περισσότερο. Η πολιτική αυτή εφαρμοζόταν σ' όλους τους τομείς της οικονομίας, ακόμη και στον κρατικό μηχανισμό όπου επικρατούσε μεγάλη διαφθορά. Γι’ αυτό ο λαός ήταν πολύ δυσαρεστημένος και ζητούσε αλλαγή. Ο χρονογράφος Κυπριανός γράφει χαρακτηριστικά τα εξής:  Ἀνάμεσα στούς Κυπρίους ἦταν ἕνα μέρος ἀρκετόν λαοῦ πολλά δυσαρεστημένον ὅπου ἐπιθύμει ἐναλλαγήν τῆς ἐξουσίας. Αὐτό ἦτον ἕνα πλῆθος, τό ὁποῖον παλαιόθεν εἶχον ὑποτάξει oἱ εὐγενεῖς τῆς Κύπρου, ὑποχρεωμένον εἰς σκλαβίαν, καί μάλιστα νά πληρώνη καί νά κυβερνᾶ τήν διωρισμένην καβαλαρίαν διά φύλαξιν τῶν αἰγιαλῶν. Οἱ Βενετζιάνοι γενόμενοι κύριοι τῆς νήσου ἄφισαν ἀχαλίνωτον τήν τυραννίαν τῶν ἀρχόντων...   

 

Στην περίοδο της Βενετοκρατίας στην Κύπρο αναφέρονται δυο εξεγέρσεις. Η μια έγινε το 1546 με επικεφαλής τον Κρητικό Ιάκωβο Διασσωρίνο* που επονομαζόταν «δάσκαλος», και η δεύτερη το 1565. Η πρώτη εξέγερση καταπνίγηκε στο αίμα, ενώ η δεύτερη, που είχε ως αίτημα να δοθούν στον πεινασμένο λαό σιτηρά από τις κρατικές αποθήκες για να μη πεθάνει από την πείνα που μάστιζε το νησί λόγω πολύ κακής εσοδείας, πέτυχε τον σκοπό της.

 

Επιβεβαίωση της άποψης ότι η Βενετία ενδιαφερόταν περισσότερο απ' όλα πώς να εκμεταλλευτεί  την Κύπρο και να προσκομίσει απ' αυτήν σημαντικά οικονομικά οφέλη είναι και το γεγονός ότι η Βενετία ενεθάρρυνε ποικιλοτρόπως τους πάροικους να εξαγοράσουν την ελευθερία τους πληρώνοντας στη Βενετία πολύ μεγάλα για την εποχή εκείνη χρηματικά ποσά. Ο συνολικός πληθυσμός της Κύπρου στα πρώτα χρόνια της Βενετοκρατίας (1490) ήταν 106.000, το 1510/1521 ήταν 147.701, ενώ το 1540 αυξήθηκε σε 197.000. Προς το τέλος της Βενετοκρατίας το σύνολο των κατοίκων του νησιού, σύμφωνα με τον Savorgnano, ανερχόταν σε 180.000, ενώ σύμφωνα με τον Graziani έφθανε τις 200.000. Η μεγαλύτερη πόλη ήταν η Λευκωσία με πληθυσμό 16.000 το 1510-1521 και 21.000 το 1540. Δεύτερη σε πληθυσμό πόλη ήταν η Αμμόχωστος με 8.000 κατοίκους γύρω στο 1540. Η Πάφος είχε 2.000  κατοίκους και η Κερύνεια μεταξύ 800 και 900 κατοίκων. Η Λεμεσός και η Λάρνακα είχαν μικρό σχετικά πληθυσμό, γιατί η ανάπτυξή τους ακολούθησε αργότερα.