Σαλαμίνα

Από τους Ιστορικούς χρόνους μέχρι την περσική κυριαρχία

Image

Οι πρώτοι αιώνες της Γεωμετρικής περιόδου (1050-725 π.Χ.) είναι γνωστοί ως «σκοτεινή περίοδος» της κυπριακής ιστορίας, ιδίως ο αιώνας από το 950 μέχρι το 850 π.Χ. και τούτο γιατί δεν υπάρχουν αρκετά αρχαιολογικά ευρήματα κι αρχαία κατάλοιπα, ούτε άλλες επαρκείς πηγές που να βοηθούν στην καλύτερη αντίληψη της μακρινής εκείνης εποχής και να οδηγούν σε γενικότερα συμπεράσματα. Οι γνώσεις μας για την περίοδο αυτή βασίζονται κυρίως σε πληροφορίες που δίνουν οι τάφοι και τα κτερίσματά τους που έχουν ανασκαφεί σε διάφορα μέρη του νησιού, περιλαμβανομένης της Σαλαμίνας. Βασικά οι τάφοι αυτοί αντιγράφουν μυκηναϊκά πρότυπα, όπως μυκηναϊκά είναι και διάφορα ταφικά έθιμα. Κι αφού στις ταφές υφίσταντο τέτοια ελληνικά έθιμα, παρόμοια θα πρέπει να υφίσταντο και στις διάφορες εκφάνσεις της ζωής, ιδίως στις πόλεις. Ένα ταφικό έθιμο ήταν η θυσία δούλων που στέλνονταν έτσι να «συνοδεύουν» τον τιμώμενο νεκρό. Το έθιμο αυτό, σύμφωνα προς την παράδοση, είχε εισαχθεί στην Κύπρο από τον ίδιο τον Τεύκρο και υφίστατο τόσο στη Σαλαμίνα όσο και σε άλλες πόλεις του νησιού. Η προσφορά οβελών και κρακευτών* ψησταριών) στους νεκρούς ήταν άλλο ένα έθιμο προερχόμενο από την Ελλάδα.

 

Κατά τον 9ο π.Χ. αιώνα εμφανίζονται στην Κύπρο οι Φοίνικες, που σύντομα θα κυριαρχήσουν στο Κίτιον και αργότερα και σε άλλες πόλεις του νησιού. Φοίνικες θα πρέπει να είχαν εγκατασταθεί και στη Σαλαμίνα, όπως κι αλλού, όμως η εκεί παρουσία τους δεν είναι έντονη. Μόνο για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, πολύ αργότερα, η επιρροή του Κιτίου θα ανεβάσει τον Φοίνικα Αβδήμονα στον θρόνο της Σαλαμίνας, απ' όπου όμως θα εκδιωχθεί τάχιστα.

 

Στη Σαλαμίνα φαίνεται να κυριαρχεί εξ αρχής το ελληνικό στοιχείο. Η πόλη εμπορεύεται με τις γύρω χώρες, αλλά και με το Αιγαίο, την Κρήτη, την ηπειρωτική Ελλάδα. Σε τάφους της Σαλαμίνας (όπως τον κτιστό τάφο 1) βρέθηκαν πολλά κτερίσματα που ήσαν εισαγμένα από την Ελλάδα (όπως γεωμετρικά αγγεία).

 

Τον 8ο-7ο π.Χ. αιώνα η Σαλαμίνα φθάνει ήδη σε μεγάλη ακμή και συγκεντρώνει πλούτο που εξυπακούει και ισχύ. Οι περίφημοι «βασιλικοί» τάφοι που έχουν ανασκαφεί εντυπωσιάζουν ιδιαίτερα τόσο για την τελειότητα και τη μεγαλοπρέπειά τους ως κτισμάτων, όσο και για τον πλούτο των κτερισμάτων τους που περιελάμβαναν μεγάλους αριθμούς αγγείων, σκελετούς θυσιασμένων αλόγων, άρματα που τάφηκαν κι αυτά μαζί με τους νεκρούς, ένα θαυμάσιο θρόνο («βασιλικός» τάφος 79) από ξύλο κι επένδυση από πλάκες σκαλισμένες σε ελεφαντόδοντο, άλλα σκεύη, όπως ένα μεγάλο χάλκινο λέβητα με εντυπωσιακή διακόσμηση, κοσμήματα, όπλα κλπ. Η ακμή της Σαλαμίνας κατά την περίοδο αυτή ακολουθεί τη γενικότερη ακμή της Κύπρου ολόκληρης, που ασφαλώς οφειλόταν ως ένα μεγάλο βαθμό στο εμπόριο και στη θαλασσοκρατορία των Κυπρίων.

 

Περίπου το 709 π.Χ. η κυριαρχία των Ασσυρίων επεκτάθηκε και μέχρι την Κύπρο, ο δε Ασσύριος βασιλιάς Σαργών Β' «ανάγκασε τους Κυπρίους βασιλιάδες να του προσκυνήσουν τα πόδια», δηλαδή να υποταχθούν σ' αυτόν και να του καταβάλλουν φόρους, όπως αναφέρεται σε επιγραφή που βρέθηκε στο ανάκτορο του Khorshabad (βλέπε λήμμα Ασσύριοι και Κύπρος). Υπολογίζεται ότι η ασσυριακή κυριαρχία κράτησε 40 περίπου χρόνια (709-669 π.Χ.). Στο γνωστό πρίσμα του Εσσαρχαδώνος, χρονολογούμενο στα 673/2 π.Χ., αναφέρονται συνολικά 10 πόλεις της Κύπρου που ήταν υποτελείς στους Ασσυρίους, μαζί με τα ονόματα των τότε βασιλιάδων τους. Μία από τις πόλεις αυτές ταυτίστηκε με τη Σαλαμίνα και διαβάζεται ως Silûa, με βασιλιά της κάποιον που το όνομά του διαβάζεται ως Kîsu. Άλλη ταύτιση θεωρεί ότι η πόλη αυτή ήταν οι Σόλοι, ενώ η Σαλαμίς ήταν εκείνη που, στο ίδιο πρίσμα, διαβάζεται ως Sillu, με βασιλιά της τον Erisu (=Ρήσος;). Πάντως είτε ο Kisu είτε ο Erisu βασίλευε στη Σαλαμίνα γύρω στα 673 π.Χ. κι αυτός είναι ο μόνος βασιλιάς της πόλης κατά τον 7ο π.Χ. αιώνα που μας είναι γνωστός. Είχε κι αυτός καταβάλει την εισφορά εκ μέρους της πόλης του για την ανοικοδόμηση του ανακτόρου της Νινευή, γεγονός στο οποίο αναφέρεται το πρίσμα. Ωστόσο οι Κύπριοι βασιλιάδες ήσαν ελεύθεροι να κυβερνούν και ν' ακολουθούν τη δική τους πολιτική, χωρίς επεμβάσεις των Ασσυρίων που περιορίζονταν μόνο σε εισπράξεις των φόρων υποτελείας. Η μεγάλη ακμή της Σαλαμίνας οφείλεται και σ' αυτό το γεγονός, δηλαδή της ελεύθερης ζωής σ' αυτήν, που συνεχίστηκε και για έναν περίπου αιώνα μετά τον τερματισμό της ασσυριακής κυριαρχίας, κατά τον οποίο η Κύπρος ολόκληρη είχε παραμείνει ελεύθερη. Δηλαδή μέχρι το 565 π.Χ., οπότε υποτάχθηκε στους Αιγυπτίους και, λίγο αργότερα, στους Πέρσες.

 

Στην τόσο σημαντική νεκρόπολη της Σαλαμίνας, αυτής της χρονικής περιόδου, τα ταφικά έθιμα θυμίζουν έντονα ομηρικές περιγραφές. Θεωρήθηκε ότι ο Όμηρος ήταν πολύ δημοφιλής τότε στη Σαλαμίνα, όπου τραγουδιούνταν τα έπη του, πράγμα που είχε βοηθήσει στην αναβίωση των ομηρικών ταφικών εθίμων. Ας μη ξεχνούμε, εξάλλου, ότι η Σαλαμίνα της Κύπρου ήταν μια από τις πολλές πόλεις της Αρχαιότητας που διεκδικούσαν τον επίζηλο τίτλο της πατρίδας του Ομήρου (βλέπε λήμμα Όμηρος).

 

Η Σαλαμίνα εμπορευόταν, βέβαια, και με τη Μικρά Ασία και την Ανατολή, εκτός από την Ελλάδα, έτσι οι επιδράσεις στην πόλη δεν ήσαν μόνο ελληνικές. Στον τάφο 3 της Σαλαμίνας βλέπουμε, για παράδειγμα, επίδραση από την ταφική αρχιτεκτονική της Μικράς Ασίας. Εξάλλου στον τάφο 80 βλέπουμε σαφείς αιγυπτιακές επιδράσεις, με εσωτερικό έγχρωμο διάκοσμο από σχηματοποιημένους λωτούς κι άλλα στοιχεία. Η αιγυπτιακή επίδραση ήταν φυσιολογική κατά την επί της Κύπρου κυριαρχία των Αιγυπτίων που άρχισε το 565 π.Χ. Ο τάφος 80 της Σαλαμίνας ίσως ανήκε σε ανώτατο Αιγύπτιο αξιωματούχο της πόλης. Εάν η υπόθεση αυτή είναι ορθή, τότε ασφαλώς θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι στην πόλη βρισκόταν εγκατεστημένη κάποια αιγυπτιακή αποστολή. Χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι ο βασιλιάς της Σαλαμίνας είχε παραμεριστεί.

 

Αυτή την εποχή βασιλιάς της Σαλαμίνας ήταν ο Ευέλθων, ένας πολύ σημαντικός κι αξιόλογος ηγεμόνας (περίπου κατά την 20ετία 560-540 π.Χ.). Σύμφωνα με τα μέχρι σήμερα αρχαιολογικά δεδομένα, ο Ευέλθων παραμένει ο πρώτος Κύπριος βασιλιάς που έκοψε δικά του νομίσματα. Μάλιστα αναγράφει σ' αυτά, σε περίοπτη θέση, το σύμβολο ΚΥ (Κυπρίων). Η αναγραφή του συμβόλου αυτού φανερώνει κάποιο προβάδισμα ή ιεραρχικό πρωτείο έναντι των άλλων Κυπρίων βασιλιάδων, ή κάποιου είδους επιρροή (αλλ' όχι κυριαρχία) σ' ολόκληρη την Κύπρο. Οι σχέσεις του Ευέλθοντος με την Ανατολή φαίνονται και από τα σύμβολα που υιοθετεί στα νομίσματά του: είναι το αιγυπτιακό σύμβολο Ankh και ο κριός, που είναι περσικό σύμβολο.

 

Τα στοιχεία αυτά (ύπαρξη Αιγυπτίων ανωτάτων αξιωματούχων με έδρα τη Σαλαμίνα, πρώτη κοπή νομισμάτων από τη Σαλαμίνα, ύπαρξη αιγυπτιακών και περσικών συμβόλων κλπ.), οδηγούν στην υπόθεση ότι η Σαλαμίς είχε ήδη αρχίσει να διαδραματίζει ηγετικό ρόλο μεταξύ όλων των κυπριακών βασιλείων. Ο Ευέλθων φαίνεται να γνωρίζει πολύ καλά πως έπρεπε να κινείται πολιτικά και διπλωματικά μεταξύ Αιγυπτίων, Περσών, Ελλήνων και άλλων. Ασκεί επιτυχημένη πολιτική, χωρίς να διακόπτει τους δεσμούς του με την Ελλάδα, αντίθετα μάλιστα. Ο Ηρόδοτος, για παράδειγμα, κάνει λόγο για αφιερώσεις του Ευέλθοντος στους Δελφούς. Την εξωτερική του πολιτική την ασκεί ελεύθερα, αν κρίνουμε από επεισόδιο που αναφέρει και πάλι ο Ηρόδοτος, ότι αρνήθηκε την παραχώρηση πολεμικής βοήθειας στην Φερετίμη, βασίλισσα της Κυρήνης, που προσπαθούσε να εκθρονίσει τον γιο της. Αλλά και το γεγονός ότι είχε γίνει προς αυτόν αίτηση για παροχή στρατιωτικής βοήθειας φανερώνει ότι ο Ευέλθων ήταν αρκετά ισχυρός ηγέτης. Όχι όμως τόσο πολύ ώστε να αμφισβητήσει την αιγυπτιακή και κατόπιν την περσική κυριαρχία επί της πόλης του και επί της Κύπρου γενικότερα. Επί Ευέλθοντος, πάντως, υπολογίζεται ότι η Κύπρος αναγνώρισε την περσική κυριαρχία, το 546 π.Χ., όταν οι Πέρσες είχαν πλέον κυριαρχήσει και επί της Αιγύπτου. Αλλά αργότερα, ακριβώς η Σαλαμίνα έμελλε να ήταν η ηγέτιδα του μακρού αγώνα των Κυπρίων κατά των Περσών.