Ασκόδημμαν

Λουρί  με το οποίο έδεναν το στόμιο του ασσ΄ιού* (ασκού). Πρβλ. κυπριακή παροιμία: Ο παπάς κρατεί τ' ασσ΄ίν τζ' η παπαδκιά τ' ασκόδημμαν.