Αμμόχωστος πόλη

Γενουάτες

Image

Οι Γενουάτες είχαν ακμάσει γύρω στα 1299-1301, σύμφωνα προς τα κατάστιχα του Γενουάτη νοταρίου Λαμπέρτο ντι Σαμπουκέτο της εποχής εκείνης στην Αμμόχωστο, με γιατρό, χειρούργο, «στρατάρχη», διδάκτορα των ελευθερίων τεχνών και οίκημα της κοινότητος (loggia). Οι Κύπριοι ευγενείς που παρίσταντο στη στέψη υποστήριζαν τους Βενετούς, κι ο λαός, που παρακολουθούσε με χαρά την «εκπαραθύρωση» των μισητών Γενουατών — σημείο προδοσίας!— κατέστρεψε το οίκημά τους και λεηλάτησε τα καταστήματα και τα σπίτια τους. Ο κοινοτάρχης (podesta) των Γενουατών στην Αμμόχωστο Αντώνιος Νεγκρόνε ζήτησε αποζημιώσεις, οι αρχές διέταξαν την φυλάκιση των Γενουατών εμπόρων που θεάθηκαν ένοπλοι στη στέψη, ο βασιλιάς διακήρυξε ότι οι Γενουάτες που δεν είχαν αναμειχθεί στο επεισόδιο θα διατηρούσαν τα προνόμιά τους και θα ετιμωρείτο ο επιτιθέμενος εναντίον τους με αποκοπή του δεξιού χεριού! Πολλοί στο μεταξύ είχαν φύγει από την πόλη με τους θησαυρούς τους, και η Γένουα ετοιμαζόταν ήδη κατά τον Δεκέμβριο για «επανορθωτική» εκστρατεία στην Κύπρο, που μάταια προσπάθησε ο πάπας Γρηγόριος να εμποδίσει (27 Δεκ. 1372). Ο γενουατικός στόλος (επτά πλοία) υπό τον Νταμιάν Καττάνεο, αντί υπό τον ναύαρχο Πέτρο Κάμπο Φρεγόζο, αδελφό του δόγη, όπως είχε αρχικά ορισθεί από την οργανώτρια της εκστρατείας εμποροναυτική εταιρεία Μαόνα (Mahona), έφθασε στην Αμμόχωστο, στις 30 Απριλίου 1373, ζητώντας τιμωρία των φονέων και διαπραγματεύσεις, αλλά παρόλα αυτά με δυσκολία αποβίβασε δυνάμεις στις 12 Μαΐου 1373, οπότε οι Γενουάτες Λευκωσίας και Αμμοχώστου φυλακίστηκαν. Με απογοήτευση, όμως, ο λαός της Αμμοχώστου έμαθε την βασιλική απαγόρευση κάθε επίθεσης εναντίον των Γενουατών και την έλλειψη μέτρων προστασίας του Νησιού των Βοδιών έξω από το λιμάνι, για παρεμπόδιση απόβασής τους.

 

Για να σώσει την Αμμόχωστο ο Πέτρος Β' πρόσφερε την Αττάλεια (14 Μαΐου 1373) στον Τούρκο ηγεμόνα Τακκά Μπέη, υπό τον όρο να γίνει υποτελής του. Οι Ιωαννίτες μεσολάβησαν χωρίς επιτυχία για συμφιλίωση. Οι Γενουάτες έκαψαν τη Λεμεσό και στρατολόγησαν 2.000 Βουλγάρους, Έλληνες της Ρουμανίας και Τατάρους δούλους, δουλοπάροικους και εγκληματίες για τον πόλεμο στην Κύπρο, όπου κατέλαβαν την Πάφο κι αντιστέκονταν αποτελεσματικά. Η Αμμόχωστος εφρουρείτο από 1.000 άνδρες και στις 2 Οκτωβρίου γενουατικός στόλος από 36 πλοία, υπό τον Π.Κ. Φρεγόζο κατέπλευσε από τα νότια στο λιμάνι της, όπου έφθασε την άλλη μέρα ο βασιλιάς με 2.000 άνδρες και μπόρεσε να μπει στην πόλη ύστερα από μάχη με τους Γενουάτες. Οι τελευταίοι ανήλθαν στις 14.000 και έγιναν μάστιγα για τον πληθυσμό της γύρω υπαίθρου, που τον λήστευαν για να πάρουν προμήθειες. Παρόλα αυτά οι Γενουάτες κατόρθωσαν να μπουν στο κάστρο δήθεν για διαπραγματεύσεις, παραπείθοντας τον σύμβουλο του βασιλιά, εραστή της βασιλομήτορος Ελεονώρας, κόμητα ντε Ρουσιά Ιωάννη ντε Μόρφου ότι ο γαμπρός του Ούγος Λουζινιανός, πρίγκηπας της Γαλιλαίας, ήταν μαζί τους και ότι θα του έδιναν το βασίλειο! Μόλις μπήκαν, οι Γενουάτες «αντιπρόσωποι» εξουδετέρωσαν τους φρουρούς κι ο στρατός τους εισόρμησε στην πόλη.

 

Ο Φρεγόζο με πομπή πήγε στον καθεδρικό ναό του Αγίου Νικολάου, όπου ορκίστηκε σεβασμό στην ασφάλεια του βασιλιά και των ιπποτών, για να παραβεί τον όρκο σε λίγο φυλακίζοντας τον βασιλιά με τη μητέρα του και άλλους. Ενώ ο πρίγκηπας της Αντιοχείας διέφυγε ντυμένος μάγειρος στο κτήμα του της Κολότας (ή Τσολότας) κοντά στη Σαλαμίνα κι απ' εκεί στο φρούριο της Καντάρας, όσοι ιππότες είχαν φθάσει με πρόσκληση του βασιλιά στην πόλη για διαπραγματεύσεις, φυλακίστηκαν επίσης. Άλλοι που ακολούθησαν διετάχθησαν από τον βασιλιά, που στο μεταξύ (σκόπιμα και υπό έλεγχο) οι περιορισμοί της κράτησής του είχαν χαλαρωθεί, να σκάψουν τάφρο για να απομονώσουν το κάστρο από την υπόλοιπη πόλη της Αμμοχώστου. Τελικά, όμως, οι Γενουάτες με ξαφνική επίθεση από τις πύλες της θάλασσας κατέλαβαν ολόκληρη την πόλη και συνέλαβαν τους περισσότερους νεοφερμένους ιππότες, βασάνισαν τους πολίτες για να παραδώσουν τα πλούτη τους, κατάκλεψαν και τους Εβραίους και τους Χριστιανούς της Αμμοχώστου, σκότωσαν τους φονιάδες του τέως βασιλιά Πέτρου Α', που βρίσκονταν στην πόλη, δήθεν εν ονόματι του βασιλιά Πέτρου Β', κι έπνιξαν άλλους ύστερα από καταγγελίες των Συρογενουατών ή Λευκών Γενουατών. Η γυναίκα ενός από τους ευγενείς δολοφόνους, η Αλίκη της Μαγιόρκας (χήρα πια) του Φιλίππου Ιβελίνου, ήλθε στην πόλη για να τον υπηρετήσει, αλλά έγινε ερωμένη του Φρεγόζο και τον έπεισε να σκοτώσει τον άντρα της!

 

Όταν η βασιλομήτωρ, που είχε επαφές και συνεννοήσεις με τους Γενουάτες, μπόρεσε να φύγει από την Αμμόχωστο (αρχές Δεκεμβρίου 1373), συνοδευόμενη από γενουατικό στρατό στη Λευκωσία, προσπάθησε με διπλό παιγνίδι να σώσει ό,τι μπορούσε από τα κάστρα και τις πόλεις του νησιού για τον γιό της, που έμεινε στο έλεος των Γενουατών εκβιαστών στην Αμμόχωστο˙ οι Γενουάτες εξαπέλυσαν από την πόλη, σαν κέντρο εφοδιασμού και στρατηγείο τους, επιχειρήσεις κατακτητικές, δήθεν εξ ονόματός του. Διφορούμενες πολιτικοστρατιωτικές καταστάσεις προέκυψαν, που δεν θα μας απασχολήσουν, και που κατέληξαν σε εξορίες και καθαιρέσεις αντιγενουατών Κυπρίων ευγενών, και στη συνθήκη Πέτρου Β' -Γένουας, τον Οκτώβριο του 1374. Οι Γενουάτες άφησαν καπετάνιο στην Αμμόχωστο με 500 (ως 700) άνδρες, πήραν αποζημιώσεις, δικαίωμα ελεύθερης διαμονής στην Κύπρο, υποπρόξενο (consul), και την Αμμόχωστο — πόλη, λιμάνι και προάστια — ως εγγύηση καταβολής των συμφωνημένων αποζημιώσεων (2.012.400 φλωρίνια σε δόσεις) στις τακτές προθεσμίες στα επόμενα δώδεκα χρόνια στην Μαόνα. Ο βασιλιάς δεν θα είχε δικαιοδοσία στην Αμμόχωστο, λιμάνι και προάστια, αλλά θα εδικαιούτο να εισπράττει τα εισοδήματα της πόλης και του λιμανιού. Η Αμμόχωστος θα εκυβερνάτο με βάση τις Ασσίζες και Συνήθειες της Κύπρου, και θα επιστρεφόταν στον βασιλιά σε δώδεκα χρόνια, όταν και αν θα συμπληρωνόταν η καταβολή των αποζημιώσεων και θα δινόταν επαρκής εγγύηση για τον διαρκή ετήσιο φόρο των 40.000 φλωρινιών, που επίσης υποχρεώθηκε να καταβάλλει η Κύπρος. Σε περίπτωση παράβασης ενός όρου, η Αμμόχωστος θα περνούσε στην απόλυτη κυριαρχία των Γενουατών. Το κάστρο του Βουφαβέντο θα βρισκόταν υπό τον έλεγχο των Ιωαννιτών ιπποτών για ασφάλεια, και ο βασιλιάς θα έδινε ομήρους. Έτσι η τύχη της πόλης της Αμμοχώστου συνδεόταν προς εκείνη του Βουφαβέντο και κατ’ επέκταση της επαρχίας.

 

Η γενουατική κατοχή της Αμμοχώστου, που από το 1381 έγινε μόνιμη, οδήγησε σε γρήγορη παρακμή της. Ως το τέλος του 14ουαι. το ένα τρίτο της πόλης και όλα τα ωραία προάστιά της είχαν καταστραφεί, και το εμπόριο, για το οποίο η πόλη φημιζόταν, σταδιακά μετατοπίστηκε αλλού και ειδικά προς τη Λάρνακα (και τη Λεμεσό). Στη Λάρνακα οι Λουζινιανοί πρόσφεραν στους εμπόρους τώρα τα ίδια προνόμια τα οποία απολάμβαναν προ του 1374 στην Αμμόχωστο. Το γενουατικό μονοπώλιο εξεδίωκε μεθοδικά, αν και όχι ολοκληρωτικά, τώρα όλους τους μη Γενουάτες εμπόρους από την πόλη, που ο μεγάλος «οικονομικός θρίαμβός» της των 6-7 πρώτων δεκαετιών του 14ουαι. ήταν πια παρελθόν και θα ξαναζωντάνευε μόλις μετά εξακόσια χρόνια, από το 1950 και ιδίως από το 1960 ως το 1974.

 

Παρά την ισοτιμία δασμών Βενετών και Γενουατών σε μερικά έγγραφα της Αμμοχώστου του 1395, οι πιέσεις των δευτέρων στους πρώτους καθρεφτίζονται σε πλήθος βενετικά έγγραφα, που επίσης όμως μαρτυρούν την παρουσία τους στην Αμμόχωστο και στην Κύπρο τότε, παρά τις γενουατικές πιέσεις. Παρόλο που η κατευθείαν εμπορική επικοινωνία με την Αίγυπτο λόγω της τουρκικής προέλασης και της πτώσης του σταυροφοριακού πνεύματος δεν αχρήστευε την εμπορική επικοινωνία των δυτικών χωρών με την Κύπρο και ειδικά την Αμμόχωστο, στην τελευταία οι μονοπωλιακές τάσεις των νέων κυρίων της, επιδρούσαν καταλυτικά, αν και το ίδιο το γενουατικό εμπόριο ωφελήθηκε πολύ απ' αυτές.

 

Η εποχή που ο Φλωρεντινός τραπεζικός αντιπρόσωπος Φρ. Πεγκολόττι (1324 - 1329) περιέγραφε το ανθηρό διεθνές εμπόριό της με προνομιούχο κέντρο την Αμμόχωστο, στο βιβλίο του La pratica della Mercatura, ήταν πια παρελθόν (G. Hill, II, σσ. 380-413 κ.ε. Jean Richard, Les relations entre l’ Orient et l’ Occident au Moyen Age, London, Variorum Reprints. 1977, σποράδην. Subhi Y. Labib, Handelsgeschichte Agyptens im Spätmittelalter (1171 - 1571), Wiesbaden, 1965).

 

Η πλούσια φραγκική και συριακή εμπορική τάξη καταρρέει. Οι Βενετοί προσεγγίζουν στην Αμμόχωστο μόνο για να φορτώσουν ζάχαρη από την παραγωγή των Κορνάρο ή των βασιλιάδων της Κύπρου, που εκχωρείται σ' αυτούς γι' αποπληρωμή χρεών βασιλικών. Η παρακμή και η απώλεια της Αμμοχώστου προοιωνίζεται την παρακμή όλης της φραγκικής Κύπρου, καθώς χάνει, όπως είδαμε, τη στρατηγική Αττάλεια και τον έλεγχο της ΒΑ. Μεσογείου στη μάταιη προσπάθεια να σώσει την Αμμόχωστο.

 

Στα 1394 ο Νικολάι Μαρτόνι αναφέρει ότι στην Αμμόχωστο κατοικούσαν λίγοι Γενουάτες και πολλοί Έλληνες, κατασκευαζόταν πολλή ποσότητα καμελότας, καμιά γυναίκα δεν επιτρεπόταν να βγει από την πόλη εκτός ύστερα από ειδική άδεια, διότι οι υπηρεσίες τους ήσαν απαραίτητες για το κλώσιμο και την προετοιμασία του μαλλιού για την καμελότα, χωρίς την οποία οι άνδρες μόλις μπορούσαν να συντηρηθούν! Αυτό βέβαια, μαρτυρεί κατάπτωση της οικονομίας.

 

Οι Γενουάτες πέθαιναν σε μεγάλους αριθμούς λόγω του κακού αέρα της πόλης, πολύ πιο μεγάλους παρά οι Έλληνες. Ο Γενουάτης επίσκοπος του Αγίου Νικολάου —προφανώς ο Μπερτράντο ντε Αλάνεο — δήλωσε ότι επί Λουζινιανών τα εισοδήματα του θρόνου του ήσαν 4.000 δουκάτα, ενώ τώρα μόλις 2.000, γιατί είχε χάσει όλα τα δοσίματα από το υπόλοιπο νησί και ο ίδιος πενόταν. Άλλη απόδειξη της παρακμής ήταν η καταστροφή και ερήμωση των άλλοτε μεγάλων και πυκνοκατοικημένων χωριών έξω από την πόλη της Αμμοχώστου, που είχαν πληθυσμό δυο χιλιάδων οικογενειών και πολλές ωραίες εκκλησίες. Ανάμεσά τους αναφέρεται η Αγία Μαρία του Σπηλαίου — η Χρυσοσπηλιώτισσα — όπου σύχναζαν πολλοί Έλληνες και Λατίνοι για να προσευχηθούν (Cl. Del. Cobham, Excerpta Cypria, Camb., 1908, σσ. 22-24), όπως γινόταν και προηγουμένως, κατά τη μαρτυρία του Jacobus de Verona (1335: R. Gunnis, Historic Cyprus, 1936, σ. 454). Τα χωριά αυτά είναι τα κατόπιν επί Τουρκοκρατίας σταδιακά επεκτεινόμενα Βαρώσια, δηλαδή προάστια της πόλης, που επομένως δεν ήταν κάτι νέο, δημιούργημα της Τουρκοκρατίας, αλλά οικονομικά και πληθυσμιακά προσαρτήματα παλαιοτέρων εποχών, στην ουσία τα πλησιέστερα προς τη μεγάλη πόλη της επαρχίας χωριά της.

 

Η ελληνική πληθυσμιακή υπεροχή της Αμμοχώστου στα χρόνια του Μαρτόνι δεν φαίνεται να οφείλεται σε γενουατική εύνοια, αλλά είναι συνέχεια φαινομένου παλαιοτέρου, έκφρασης της οικονομικοκοινωνικής ανάκαμψης της ελληνικής αστικής τάξης της πόλης (και των άλλων πόλεων) που εκδηλώνεται με την οικοδόμηση του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων στα 1360-1370. Ήδη στα 1295/6 εμφανίζεται ο Μαρίνος [ή Μάρκος σε μερικά χειρόγραφα] ἁγιώτατος ἐπίσκοπος Καρπασέων καί ἐνορίας Ἀμοχούστου μητροπόλεως Κωνσταντίας καί Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου τρισεπίσκοπος σε «συνοδική πράξη» στον Κώδικα Διονυσίου 489 του Άθω, του 16ου αι., τον Κώδικα 63 της Μητροπόλεως Κιτίου κλπ., που όμως θεωρείται πλαστή. Και αν ακόμη πράγματι το κείμενο είναι πλαστό, πράγμα όχι απόλυτα βέβαιο, η προβολή της φιλοδοξίας του Καρπασίας - Αμμοχώστου, που φαίνεται ότι εναλλάσσει την έδρα του μεταξύ Αμμοχώστου και Καρπασίας, καθ' εαυτήν δείχνει συνέχιση των αρχιεπισκοπικών φιλοδοξιών του λίγες μόνο δεκαετίες μετά την μεταφορά της ελληνικής αρχιεπισκοπής στη Σολιά -Λευκωσία ως επισκοπής κατά τους Λατίνους, ως αρχιεπισκοπής κατά τους Έλληνες.

 

Στα 1326 ο πάπας διορίζει τους Έλληνες επισκόπους Πάφου, Λεμεσού και Αμμοχώστου ως δικαστές σε δίκη σχετική προς κατάσχεση της περιουσίας του ηγουμένου των Μαγγάνων από τον Λατίνο αρχιεπίσκοπο Ιωάννη ντελ Κόντε. Ίσως αυτός ήταν ο Λέων Αμμοχώστου, τέως εφημέριος (chanoine) της Σολιάς, που είχε φυλακιστεί στα 1316 (;) μ' εντολή του παπικού ληγάτου, πριν γίνει episcopus de Carpasio dictae Famagustanae dioecesie, σε διαδοχή του Ιλαρίωνος Καρπασίας, που φέρεται πεθαμένος προ της 11ης Φεβρ. 1321, πιθανώς μεταξύ 1316 και 1318. Ο Λέων άφησε και ομολογία πίστεως στον Παρισινό Ελληνικό κώδικα 400 φφ. 168-170.

 

Μια Αμμόχωστος απόλυτα ελληνική: Από το 1335 έχουμε τη συναρπαστική μαρτυρία του Jacobus de Verona για μιαν Αμμόχωστο απόλυτα ελληνική, στην οποία όλες οι ξένες κοινότητες — Αρμένιοι, Νεστοριανοί, Γεωργιανοί, Μαρωνίτες, Ιακωβίτες κ.ά.— τελούν τις λειτουργίες τους στα ελληνικά ή μερικοί ακολουθούν το ελληνικό τυπικό στο βάπτισμα και στην ίδια τη λειτουργία! Ο ίδιος περιηγητής χωρίς έκπληξη παρατηρεί ότι στην Αμμόχωστο οι Έλληνες χρησιμοποιούν ένζυμο άρτο και δεν πιστεύουν στο Filioque. Περιγράφει επίσης ένα ελληνικό μοιρολόι γυναικών μπρος σ' ένα νεκρό πλούσιο πολίτη: διότι όλοι στην Κύπρο μιλούν ελληνικά και καταλαβαίνουν καλά τα αραβικά και τα γαλλικά, αλλά κυρίως χρησιμοποιούν ελληνικά. Τέλος περιγράφει ένα γάμο στην Αμμόχωστο μια Κυριακή: η νύφη πάει στο σπίτι του γαμπρού σε άλογο, με ζωγραφισμένα φρύδια και μέτωπο, και σαράντα μαυροντυμένες κυρίες την συνοδεύουν, συμβολίζοντας στην επίσημη ώρα της γαμήλιας τελετής, το πένθος για την πτώση της Άκρας στα 1291, έστω κι αν αυτή έφερε την ακμή της Αμμοχώστου.

 

Στα 1340 πήρε μέρος στη λατινική σύνοδο Λευκωσίας ο Μιχαήλ Αμμοχώστου, προφανώς υποταγμένος και πειθήνιος στον πάπα και με πιο σταθερή έδρα την Αμμόχωστο. Πιο σημαντική και ριζοσπαστική φυσιογνωμία ήταν ο Ιωάννης Μαντζάς, Επίσκοπος Καρπασέων, Πρόεδρος Κωνσταντίας και Αμμοχώστου, που στα 1359/60 «εκουφερμιάσθηκεν» με άλλους Κυπρίους επισκόπους από τον Λατίνο ληγάτο Καρμηλίτη Πέτρο Θωμά στην Αγία Σοφία Λευκωσίας, αλλά αργότερα μαζί με τους άλλους απέπτυσε το βαμβάκι της λατινικής επικυρώσεως και γύρισε στην αυστηρή Ορθοδοξία (L. Makhairas, Chronicle, Ι, σ. 90 § 101 ed. Dawkins).

 

Επί Ι. Μαντζά οικοδομήθηκε ο Άγιος Γεώργιος των Ελλήνων στην Αμμόχωστο με βυζαντινό τρούλλο και άλλα βυζαντινά στοιχεία, αλλά και με γοτθικές και άλλες λατινικές μορφολογικές επιδράσεις από τον έναντί του λατινικό Άγιο Νικόλαο, με χρήματα ενός Έλληνα εμπόρου, όπως είδαμε, κι αυτό πρέπει να αιτιολογηθεί και σαν αντίδραση στο «κουφερμιάρισμα».

 

Ο επόμενος γνωστός επίσκοπος Αμμοχώστου, ο Μακάριος φαίνεται ότι υπό γενουατική κατοχή, διετήρησε την ορθοδοξία του με λεκτικούς συμβιβασμούς προς τις λατινικές απαιτήσεις: στα 1406 (μετά τις 28 Ιουλίου) ο Μακάριος πήρε επιστολή του απεσταλμένου του Οικουμενικού πατριαρχείου στην Κύπρο Ιωσήφ Βρυεννίου, που είχε σταλεί να μελετήσει αίτηση των Κυπρίων ιεραρχών για μυστική ένωση προς το Οικουμενικό πατριαρχείο με διατήρηση των συμβιβασμών τους προς τον Παπισμό. Στη σύνοδο που έγινε στην Κύπρο (Αμμόχωστο;) στις 28 και 29 Ιουλίου 1406, η αίτηση απορρίφθηκε από τον φανατικό Ιωσήφ. Στο γράμμα ο Ιωσήφ, που από το 1406 ως το 1412 έμενε στην Κύπρο και για αρκετό καιρό στην Αμμόχωστο, όπου συνδέθηκε με τον Μακάριο, του ζητεί να φροντίσει για τα λύτρα του Κερυνειώτη αιχμαλώτου των «Αγαρηνών» Μάρκου Κρύσκη, γιου του επίσης αιχμαλώτου Γεωργίου, και του συνιστά αδιαλλαξίαν έναντι των Λατίνων και αποφυγή συμβιβασμών προς αυτούς με ανώφελες δικαιολογίες, όπως αυτή που πρόβαλλε ο Μακάριος, ότι δέχεται μεν ότι ο πάπας είναι άγιος και διάδοχος του Πέτρου, αλλά σωζομένης τῆς πίστεώς μου (REB, 37, 1979, σσ. 13-14. Κύρρης, Η Ελληνική Επισκοπή Αμμοχώστου επί λατινοκρατίας, 1192-1571", Akten des XI. Intern. Byz. Kongresses, 1958, Beck, 1960, σ. 286. H.G. Beck, Kirche u. Theolog. Literatur im Byz. Reich, 1959, σ. 283).

 

Οι δυσμενέστατες κρίσεις του Βρυεννίου για τον κλήρο της Κύπρου, περιλαμβανομένης της Αμμοχώστου, επανελήφθησαν και στη σύνοδο της 17 Μαρτίου 1422 στην Κωνσταντινούπολη: διαφθορά, ηθική αθλιότητα, ετεροδοξία, προδοσία της «αυτονομίας» και υποδούλωση στους Λατίνους.

 

Οι Λουζινιανοί προσπάθησαν αρκετές φορές μάταια να αποσπάσουν την Αμμόχωστο από τους Γενουάτες: στα 1375 διά του Κυπρίου ευγενούς Θεοβάλδου Μπελφαράζ και του Κρητικού συνεργάτη του Αλεξόπουλου, που κι οι δυο τελικά απαιτώντας υπερβολικές αμοιβές για την προσπάθειά τους, καταδικάστηκαν και εκτελέστηκαν ως προδότες (10 Απριλίου 1376)˙ στα 1378 ο Πέτρος Β' με τα βενετικά πλοία που του έφεραν τη σύζυγο Βαλεντίνη Βισκόντι από το Μιλάνο˙ στις 19 Μαρτίου 1383 ο αιχμάλωτος των Γενουατών Ιάκωβος Κοντόσταβλος, θείος του Πέτρου Β' που είχε πεθάνει (3 Οκτωβρίου 1382), αφού εκλέχθηκε διάδοχός του, συνήψε συνθήκη με τους Γενουάτες, με την οποία εκχωρούσε σ' αυτούς την Αμμόχωστο και ζώνη δυο λευγών γύρω της, μαζί με όλα τα φρούρια, όλες τις δικαιοδοσίες, δασμούς και φόρους. Διατηρούσε ωστόσο τα προσωπικά του δικαιώματα σ' αυτήν, όχι όμως και το δικαίωμα της στέψεώς του ως βασιλιά της Ιερουσαλήμ στην πόλη κατά το έθος! Στα 1396, ύστερα από μάταιες διπλωματικές προσπάθειές του να πάρει την Αμμόχωστο πίσω ειρηνικά (με βενετική βοήθεια στα 1394 -1395), ο Ιάκωβος δοκίμασε να την πάρει με προδοσία κάποιου Ξένου, που όμως συνελήφθη από τους Γενουάτες και κρεμάστηκε. Σαν προετοιμασία για επίθεση κατά της Αμμοχώστου και για έλεγχο των γενουατικών δηωτικών συλητικών επιδρομών στη Μεσαορία, ο Ιάκωβος έκτισε το κάστρο της Σιγούρτης, 10 μίλια δυτικά της Αμμοχώστου. Απ' εδώ προφανώς προχώρησε στις 26 Μαρτίου 1402 ο βασιλιάς Ιανός (1398 - 1432) γιος του Ιακώβου, θρέμμα της Γένουας, για να παραλάβει την πόλη με προδοσία, στην οποία, σύμφωνα προς μια εκδοχή, μετέσχε και ο διοικητής της Αντώνιος Γκουάρκο˙ η προδοσία αποκαλύφθηκε και η επιχείρηση απέτυχε. Έτσι η αποπνικτική λαβή του γενουατικού μονοπωλίου στην κυπριακή οικονομία συνεχιζόταν.

 

Όταν ο Γάλλος στρατάρχης Μπουσικώ, κυβερνήτης της Γένουας μετά την ένωσή της με τη Γαλλία, ήλθε στην Ανατολή με χρηματοδότηση της Νέας Μαόνας της Γένουας, αφού προσπάθησε με διπλωματικές ενέργειες να αποτρέψει τη Βενετία από το να βοηθήσει τον Ιανό, που ενεργούσε επίμονα προς τούτο, στην επιχείρηση ανακατάληψης της Αμμοχώστου, συνήψε συνθήκη ειρήνης με τον Ιανό στις 7 Ιουλίου 1403 στη Λευκωσία. Η συνθήκη αυτή, μετά την επίσκεψη του Μπουσικώ στην Αμμόχωστο (τέλη Αυγούστου) για να τη συζητήσει επιτοπίως, επικυρώθηκε στη Γένουα, στις 30 Οκτωβρίου 1403 και αφορούσε κυρίως το καθεστώς της Αμμοχώστου. Μεταξύ άλλων προνοούσε ότι οι κάτοικοι σε απόσταση δυο λευγών από την πόλη θα γύριζαν στις περιουσίες τους, οι υπήκοοι του βασιλιά στην περιοχή δεν θα υπέκειντο, με μια εξαίρεση, σε φόρους και δασμούς άλλους από όσους πλήρωναν επί Ούγου Δ' και Πέτρου Β' ˙ ο διοικητής της Αμμοχώστου δεν εδικαιούτο να καλεί ενώπιόν του, υπηκόους του βασιλιά χωρίς έγκριση του τελευταίου˙ συνεχιζόταν η απαγόρευση εμπορίας σε άλλο λιμάνι πλην της Αμμοχώστου˙ οι Γενουάτες κάτοικοι της Αμμοχώστου θα εισέρχονταν σ' αυτήν ελεύθερα και οι υπήκοοι του βασιλιά θα μπορούσαν να την εγκαταλείψουν αν το ήθελαν ˙ μετανάστες από τη Συρία εδικαιούντο να διέλθουν από την Αμμόχωστο προς τη Λευκωσία ˙ οι σημαίες της Γένουας και του βασιλιά θα κυμάτιζαν στα τείχη της πόλης. Ακόμη και κοινά νομίσματα Γένουας και Κύπρου κόπηκαν μετά τη συμφωνία, στην Αμμόχωστο. Παρόλα αυτά, στα 1404 ο Ιανός άρχισε τον πόλεμο και πάλι με επίθεση κατά της Αμμοχώστου. Στην πολιορκία που ακολούθησε, πολιορκητές και πολιορκούμενοι χρησιμοποίησαν για πρώτη φορά στην Κύπρο πυροβολικό που αγόρασαν κι οι δυο από τη Bενετία. Με διακοπή στα 1406 ο πόλεμος κράτησε ως το 1410, οπότε νέα συνθήκη ειρήνης υπεγράφη, που, πέραν των νέων αποζημιώσεων που υποχρεώθηκε ο Ιανός να πληρώσει ως πρωταίτιος επίθεσης σε ώρα ειρήνης, επικυρώθηκαν οι όροι της συνθήκης του 1383. Η συνθήκη του 1410 επικυρώθηκε από τον Ιανό στις 8 Δεκεμβρίου 1414. Εντούτοις, στα 1419 η Γένουα, που από το 1409 είχε απαλλαγεί από την γαλλική κηδεμονία, πρόσφερε την Αμμόχωστο και την περιοχή της στον Ιανό έναντι βαρειάς αποζημιώσεως. Γι’ αυτό ακριβώς δεν έγινε η προσφορά δεκτή, αν και ο Ιανός προσπάθησε μάταια να πάρει βενετικό δάνειο προς τούτο, δάνειο απαραίτητο εξαιτίας της οικονομικής κατάρρευσης που προκάλεσε στο νησί ο πόλεμος της Αμμοχώστου (υποτίμηση νομίσματος, νέοι φόροι κλπ.).

 

Κατά την επίθεση των Μαμελούκων της Αιγύπτου εναντίον της Κύπρου στα 1425, ο στόλος τους έπλευσε κατά μήκος των νοτίων ακτών της Καρπασίας και στις 4 Αυγούστου έφθασε στην Αμμόχωστο, όπου αποβιβάστηκαν ιππείς και τοξότες. Ο Γενουάτης διοικητής της πόλης αμέσως παραδόθηκε και παρέδωσε την πόλη και τον πληθυσμό σαν δούλους   των εισβολέων, που η σημαία τους αναπετάσθηκε στο κάστρο.

 

Στη συνέχεια οι Μαμελούκοι έκαψαν την Τράπεζα και την Καλοψίδα, αλλά μερικοί πιάστηκαν στους Στύλλους από τον Ερρίκο, αδελφό του Ιανού. Άλλοι, ωστόσο, είχαν επιτυχίες στο Κάβο Γκρέκο, στην Αραδίππου και στην Αλυκή, όπου ο στόλος τους προχώρησε από την Αμμόχωστο. Η αντιζηλία Κύπρου - Γένουας για την Αμμόχωστο φαίνεται ότι υπήρξε ένα από τα κίνητρα της εισβολής των Μαμελούκων, που τους υπεκίνησαν οι Γενουάτες, όπως και ο Ιμπραχήμ της Αλάγιας. Πάντως στα 1426 ο Ιανός στην προσπάθειά του να σώσει το βασίλειο του, ζήτησε δάνεια από τη Γένουα και από τη Βενετία, μάταια, και έστειλε στη Δύση για επαφές τον Λατίνο επίσκοπο Αμμοχώστου Νικόλαο ντε Τέντα, σύμβουλο του βασιλιά της Πολωνίας Σιγισμούνδου. Στην εξέγερση των δουλοπάροικων κατά των Λουζινιανών στα 1426-   1427, το Λευκόνοικο ήταν η έδρα του ρήγα Αλέξη*, που καταγόταν από την Κατωμηλιά [=Μια Μηλιά;]. Ο Λατίνος επίσκοπος Αμμοχώστου Σολομών χτυπήθηκε και ληστεύθηκε από τους άνδρες του Αλέξη, αν και η Αμμόχωστος ανήκε τότε στους Γενουάτες, πράγμα που δείχνει ότι οι χωρικοί επαναστάτες της περιοχής Αμμοχώστου δεν έκαναν διάκριση μεταξύ των δυο ξένων κυριάρχων (ο Σολομών θα ήταν ο διάδοχος του Νικολάου ντε Τέντα και αγνοείται από τους J. Hackett - X.I. Παπαϊωάννου, Ιστορία της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Κύπρου, γ', σσ. 130-131).

 

Μετά την ταπεινωτική για τους Λουζινιανούς λήξη του πολέμου με τους Μαμελούκους, ο Ιωάννης Β' (1432-1458) υπέβαλε παράπονα στη Γένουα (15 Φεβρουαρίου 1435) για τη στάση του διοικητή της Αμμοχώστου και των αξιωματούχων της πόλης, κι ο νέος διοικητής της Ανδρέας Κιπό (1436) υπέβαλε παράπονα για κακομεταχείριση Γενουατών της πόλης από τις αρχές του βασιλείου, ζητώντας ικανοποίηση. Η ένταση μεγάλωσε στα 1438-1441 παρά την προσπάθεια των μητροπολιτικών αρχών της Γένουας για συμφιλίωση, οι απαιτήσεις των Αμμοχωστιανών Γενουατών και τραπεζιτών του Αγίου Γεωργίου έγιναν πιεστικές, καθώς και οι κατηγορίες ότι ο Ιωάννης ενθάρρυνε τους Καταλανούς πειρατές στις επιθέσεις τους εναντίον της Αμμοχώστου (στις 2 Απριλίου 1440 ο πληθυσμός της σκορπίστηκε και το εμπόριό της κατεστράφη γι' αυτό το λόγο). Έτσι στα τέλη Δεκεμβρίου 1441 ο Ιωάννης επιχειρεί επίθεση κατά της Αμμοχώστου από την ξηρά και τη θάλασσα, με καταλανική βοήθεια (του Ιακώβου Βιλλαραγούτ), που όμως αποτυγχάνει και τελειώνει με νέα συνθήκη ειρήνης.

 

Στα 1447 η Γένουα ανίκανη, από εσωτερικές έριδες, να διοικήσει την Αμμόχωστο, την εκχώρησε στην Τράπεζα του Αγίου Γεωργίου (8 Ιουλίου). Αυτή ήταν η πρώτη πράξη της διάλυσης της γενουατικής αυτοκρατορίας. Στα σχετικά έγγραφα τονίζεται ότι οι λόγοι της παράδοσης ήταν η μείωση του πληθυσμού της πόλης που μείωσε και τα κρατικά έσοδα, ενώ τα έξοδα διοίκησης αυξήθηκαν απελπιστικά, και η κακή διοίκηση της πόλης από τους υπευθύνους. Μάταια είχε επιδιωχθεί η μετανάστευση νέων κατοίκων από την Αρμενία και τη Μικρά Ασία στην πόλη, στα χρόνια μετά το 1441, ενώ οι Αμμοχωστιανοί Γενουάτες κατηγορούσαν τον βασιλιά σαν υπεύθυνο της κακοδαιμονίας τους, διότι δεν εκτέλεσε τις έναντί τους συμβατικές υποχρεώσεις του και δεν έκλεισε αποτελεσματικά όλα τ' άλλα λιμάνια της Κύπρου, προκαλώντας δυσαρέσκεια και φυγή του πληθυσμού. Παρόλα αυτά, ο δόγης και το Συμβούλιο της Γένουας εξακολούθησαν να ενδιαφέρονται για την Αμμόχωστο, και στις 21 Ιανουαρίου 1449 ανεκάλεσαν ένα ειδικό φόρο, που θεωρήθηκε αιτία της αποφυγής της Αμμοχώστου από τους εμπόρους. Συχνά, όμως, οι υποψήφιοι διοικητές αρνούνταν να μεταβούν στην πόλη και οι Γενουάτες έμποροι ήσαν οι πρώτοι που παρέβαιναν την απαγόρευση χρήσεως άλλων κυπριακών λιμανιών και την εντολή διατήρησης της επάρκειας της Αμμοχώστου σε προμήθειες.

 

Στα 1449/1450 ένας προσκυνητής περιγράφει την πόλη ως γεμάτη ωραία κτίρια, αλλά άδεια από κόσμο, όπως κι ένας Βενετός ναύαρχος στα 1476. Στα 1455 οι γενουατικές αρχές της Αμμοχώστου υπεστήριζαν με ειδική αποστολή του πλούσιου Κυπρίου Γενουάτη Βενέδικτου Βερνάτσα τον γάμο της Καρλόττας, του μόνου νόμιμου παιδιού του Ιωάννη Β', με τον Λουδοβίκο κόμητα της Γενεύης, γιο του δούκα της Σαβοΐας και της Άννας αδελφής του Ιωάννη. Ο Βερνάτσα ενισχύθηκε και από τον Κύπριο ευγενή Ιάκωβο Β' ντε Φλωρύ, κόμητα της Γιάφφα, που αηδιασμένος από την επιβολή του ελέγχου των Ελλήνων και άλλων ανάξιων ανθρώπων στο βασίλειο, είχε μεταναστεύσει στην Αμμόχωστο με όλη του την οικογένεια (Hill, III, σ. 533). Η αποστολή απέτυχε, αλλ' άνοιξε τον δρόμο για την πραγματοποίηση του γάμου αυτού στα 1459 (7 Οκτωβρίου).

 

Στις 22 Μαρτίου 1461 ο περιπετειώδης αδελφός της Καρλόττας Ιάκωβος Β' ο Νόθος, που διεκδικούσε τον θρόνο της Κύπρου με αιγυπτιακή βοήθεια και Καταλανούς και Σικελούς συνεργάτες, επεχείρησε κατάληψη της Αμμοχώστου από την Κερύνεια, όπου διεξήγε άλλη επιχείρηση, κι οι Γενουάτες λεηλάτησαν την Καρπασία για προμήθειες. Εδώ ο Ιάκωβος πρωτογνώρισε τον Ιάκωβο Ζαπλάνα και τον προσέλαβε στην υπηρεσία του, καθώς και τον Ιωάννη Πέρεζ Φαμπρέκουες από τη Βαρκελώνη, που στα 1472 τον διόρισε κόμητα Καρπασίας, το πιο υψηλό αξίωμα της Κύπρου κατά την βασιλεία του. Την Αμμόχωστο ο Ιάκωβος τελικά, μετά δυο χρόνια πολιορκίας, την κατέλαβε στις 6 Ιανουαρίου του 1464. Κατά τους όρους της συνθήκης παράδοσής της, όλοι οι κάτοικοί της θα διατηρούσαν τα προνόμια τους. Οι ελληνικές και οι λατινικές εκκλησίες και οι αντίστοιχοι επίσκοποι θα διατηρούσαν τα εισοδήματα τους. Οι Έλληνες αστοί θα είχαν δικό τους δικαστήριο προεδρευόμενο από τον Σύρο Ρεΐς [εδώ το κείμενο είναι ελλιπές και το νόημα αυτό χρειάζεται αναθεώρηση], και θα εδιοικούντο κατά τα δικά τους έθιμα και νόμους, όπως και πριν. Οι πάροικοι ως δυο λεύγες από την πόλη θα ήσαν ελεύθεροι όπως επί Γενουατών, εκτός όσοι είχαν διαφύγει επί Ιακώβου, που θα επιστρέφονταν στους κυρίους των. Οι φραγκομάτοι στην ίδια περιοχή θα διατηρούσαν τα προνόμια και τις περιουσίες τους. Η πόλη θα εκυβερνάτο από τον βασιλιά και τους Χριστιανούς αντιπροσώπους του, και όχι από Μαμελούκους, μαύρους ή άπιστους. Όταν λίγες μέρες μετά την είσοδο του Ιακώβου στην Αμμόχωστο οι Μαμελούκοι σύμμαχοί του υπό τον Γιανιμπέγκ δοκίμασαν να μπουν στην πόλη, εσφάγησαν από δύναμη Ελλήνων και Φράγκων, που εστάλη από τη Λευκωσία. Το «εμπορικό μονοπώλιο» της Αμμοχώστου, που είχαν επιβάλει οι Γενουάτες, τερματίσθηκε τότε, αλλά η κατάσταση της πόλης δεν βελτιώθηκε σημαντικά και με γρήγορο ρυθμό. Για να αναζωογονήσουν την Αμμόχωστο κάλεσε ο Ιάκωβος Β' στα 1466 τους Βενετούς.

 

Χαρακτηριστική είναι η εντολή του πάπα Σίξτου Δ' με βούλλα του 1472, να μη ασκούν δικαιοδοσία οι Έλληνες, Αρμένιοι, Νεστοριανοί και Ιακωβίτες επίσκοποι στις πόλεις, ειδικά ο επίσκοπος Καρπασίας στην Αμμόχωστο, όπου προφανώς κατερχόταν και έμενε μόνιμα ή σχεδόν μόνιμα.

 

Μετά τα γεγονότα του 1473 στην Αμμόχωστο, που μαρτυρούν τη στρατηγική σπουδαιότητά της στη διάρκεια της μεταπολίτευσης που ακολούθησε το θάνατο του Ιακώβου Β' (6 Ιουλίου 1473 μέσα στην πόλη), στα 1474 Βενετοί πήραν τις κύριες θέσεις στην φρουρά και στο κάστρο της πόλης, της οποίας η Βενετία εκτιμούσε βαθύτατα τον γεωπολιτικό ρόλο, θεωρώντας την κλειδί και καρδιά της Κύπρου.

 

Στα 1476 ο Αντώνιος Λορεντάνο, γενικός διοικητής της Θαλάσσης προτείνει τη μεταφορά της βασίλισσας —της χήρας του Ιακώβου Β', «θυγατέρας της Βενετίας»— Αικατερίνης Κορνάρο στην Αμμόχωστο, για να συμβάλει στον επανοικισμό της πόλης, όπου τώρα μόνο φρουρά είκοσι Κρητών τοξοτών βρισκόταν και που η ανθυγιεινότητά της έπρεπε να εξαλειφθεί σαν μια από τις αιτίες της εγκατάλειψής της. Στις 27 Αυγούστου 1480 η βενετική Σύγκλητος διέταξε επισκευή των τειχών και των κτιρίων της Αμμοχώστου και στις 4 Σεπτεμβρίου 1480 διόρισε διοικητή της τον Ιωάννη Ντιέτο, με ευρύτατη δικαιοδοσία εν ονόματι της βασίλισσας και της Βενετίας.

 

 

Φώτο Γκάλερι

Image
Image