Αμμόχωστος πόλη

Βενετοκρατία

Image

Επί Βενετοκρατίας (1489-1571) η πόλη της Αμμοχώστου διέθετε βισκούντη, όπως και η Βενετία, κυβερνήτη (ή ρέκτορα στη βενετική ορολογία), δυο καστελλάνους (και από το 1562 μόνο ένα), τρεις ως τέσσερις καπετάνιους και φρουρά ποικίλου αριθμητικού ύψους, που μεγάλωσε ιδίως μετά την απόπειρα του Τούρκου σουλτάνου Βαγιαζήτ κατά την άνοιξη του 1488 να την καταλάβει. Τότε ακριβώς έγιναν και έργα ενίσχυσης των οχυρώσεών της. Στα 1521 ο Βαρθολομαίος ντα Μόστο, καπετάνιος της Αμμοχώστου, τόνισε την χρησιμότητα των μισθοφόρων στρατιωτών από την Αλβανία και τον Μοριά (Stradiotti ή Albanesi) για την άμυνα της πόλης. Όπως και ο ντα Μόστο, έτσι και ο Ζαχαρίας Λορεντάν, καπετάνιος της Αμμοχώστου στα 1521, αρνήθηκε εκχώρηση σιταριού στους φτωχούς κατά το έθος, δέχθηκε όμως μετά από εισήγηση του γενικού προβλεπτή να απαλλάξει τους φραγκομάτους ενός μακρινού χωριού από την αγγαρεία στην επισκευή των οχυρώσεων της Αμμοχώστου˙ τους υποχρέωσε, ωστόσο, να μετέχουν στην ακτοφυλακή.

 

Η πενιχρότητα των συνθηκών ζωής στην Αμμόχωστο, παρά το ενδιαφέρον της Βενετίας γι’ αυτήν ως λιμάνι και κάστρο, προβάλλει ανάγλυφη σ' έγγραφο των πολιτών στα 1491 προς τον δόγη, από τον οποίο ζητούν μετάθεση της έδρας της διοίκησης του νησιού στην πόλη από τη Λευκωσία, καταβολή του ενός τρίτου των υπεσχημένων αποζημιώσεων προς τους φτωχούς ευγενείς και αστούς στην Αμμόχωστο, στρατολόγηση 150 τοξοτών με αμοιβή ανάμεσα στους πολίτες της, ένωση των (λατινικών) επισκοπών Αμμοχώστου και Λεμεσού, διατήρηση βαφείων στην Αμμόχωστο από τους ενοικιαστές βαφείων στη Λευκωσία όπως επί Ιακώβου Β' και Γενουατών, αδασμολόγητο εμπόριο για τους Αμμοχωστιανούς, υποχρεωτική μεταφορά και επεξεργασία όλου του βαμβακιού της Κύπρου στην Αμμόχωστο, εμπορικό μονοπώλιο της πόλης όπως επί Γενουατών κλπ. Όλα τα αιτήματα απερρίφθησαν, πλην της απαλλαγής του πληθυσμού από τους δασμούς στα τρόφιμα, της απαγόρευσης στην ίδρυση νέων εμπορικών αποθηκών στην Αλυκή (Λάρνακα), της υποχρέωσης κάθε χωριού του νησιού να στέλλει ένα άνδρα για κάθε 30 οικογένειες για εργασία στις οχυρώσεις, της πλήρωσης του ενός τρίτου των αξιωμάτων του νησιού από Αμμοχωστιανούς (πόλης και επαρχίας Καρπασίας και Μεσαορίας, που αποτελούν πια ενότητα), της εκχώρησης σε τιμή κόστους πολλής ξυλείας και σιδήρου για επισκευή των σπιτιών τους, της πληρωμής 250 αντί 400 χρυσών νομισμάτων τον χρόνο για μισθό ενός καθηγητή γραμματικών γνώσεων κλπ. Στα 1566 ο δάσκαλος ήταν Βέλγος (Φλαμανδός), και, όπως είδαμε, υπήρχαν προ του 1570 αξιόλογα σπουδάσια στην πόλη. Στα 1490 ένας από τους δυο γιατρούς του νησιού, ο Βαρθολομαίος ντε Φαέντσα, ασκούσε την ιατρική στην Αμμόχωστο, και ο δόγης στα 1491 δέχθηκε να καταβάλλει τον μισθό του το κράτος, 200 δουκάτα τον χρόνο. Στα 1566 ο γιατρός της πόλης ήταν επίσης Βέλγος. Για την αύξηση του πληθυσμού της πόλης της Αμμοχώστου οι Βενετοί δεν δίστασαν να στείλουν σ' αυτήν εξόριστους, ανθρωποκτόνους κατάδικους, όπως αργότερα και οι Τούρκοι. Μετά τα μέτρα αυτά, η ζωή στην πόλη έγινε φτηνή και εφοδιαζόταν επαρκώς με τα αναγκαία (κρέας, ψωμί, χόρτα κλπ.). Η ζωή ενός ατόμου τον χρόνο στοίχιζε έξι δουκάτα στα 1495. Αλλά ο Pierre Mésenge στα 1509 ενώ συμφωνεί για την φτήνεια, τονίζει την χαμηλή ποιότητα της ζωής στην πόλη ˙ αυτή κατοπτρίζεται και στα όσα λέγει για την εκκλησιαστική κατάσταση, στην οποία κυριαρχούσε το γηγενές ελληνικό στοιχείο που δεν επηρεαζόταν, ώστε να μεταναστεύσει από την πόλη, από πρόσκαιρους κερδοσκοπικούς υπολογισμούς όπως πολλοί δυτικοί κάτοικοί της.

 

Η ετερογένεια του πληθυσμού της πόλης προκαλούσε ανησυχία στους Βενετούς (1562) γιατί ανάμεσά τους βρίσκονταν πράκτορες των εχθρών τους, ακόμη και δημόσιοι λειτουργοί, όπως π.χ. Σύροι, που μερικοί πλήρωναν και χαράτζι στον σουλτάνο από την Αμμόχωστο! Από την άλλη οι Γενουάτες διεκδικούσαν πάντα δικαιώματα στην πόλη επικαλούμενοι το γεγονός ότι και τώρα εκυβερνάτο με βάση τους δικούς τους νόμους μετά την παράδοσή της στον Ιάκωβο Β', όπως και ολόκληρο το βασίλειο. Με βάση την αφορολογησία των εισαγομένων τροφίμων (1491) οι Αμμοχωστιανοί καταχρηστικά επιδόθηκαν σε κάθε είδους λαθρεμπόριο, αλλά η Λάρνακα σταθερά κέρδιζε πια σε εμπορική δραστηριότητα εις βάρος της Αμμοχώστου μετά τον κατήφορο του 1373 και πιο πολύ του 1383 κ. ε.