Αμμόχωστος πόλη

Αγγλοκρατία

Image

Η οριστική εγκατάλειψη της πόλης πρέπει να τεθεί στα 1821, οπότε, παρά την ως τότε μαρτυρούμενη φιλική διαβίωση Ελλήνων και Τούρκων της Αμμοχώστου, τα «συριακά» στρατεύματα που μετεφέρθησαν για να τρομοκρατήσουν τους Ραγιάδες, λεηλάτησαν και την Αμμόχωστο, φυσικά πιο πολύ ή μόνο τους Έλληνες κατοίκους και τα ελληνικά καταστήματά της. Η απαγόρευση εισόδου και διαμονής Ελλήνων στην πόλη έληξε στα 1878 με την αγγλική κατοχή, για να επανέλθει στα 1956 με τη δράση των τουρκικών τρομοκρατικών οργανώσεων Volkan και Τ.Μ.Τ, που αντιδρώντας στην Ε.Ο.Κ.Α.*δημιούργησαν συνθήκες τρόμου για τους Έλληνες κατοίκους της και τους εξανάγκασαν να την εγκαταλείψουν, με την ανοιχτή υποστήριξη των Άγγλων. Όμως ως το 1878 πλήρης απαγόρευση δεν ίσχυε, διότι έχουμε μαρτυρίες ότι πολλοί Έλληνες επισκέπτονταν, θαύμαζαν και συνομιλούσαν με το μεγάλο παλληκάρι της Σμύρνης Καττιρτζή Γιαννή, φυλακισμένο στον πύργο του Οθέλλου από το 1860 ως το 1878. Μάλιστα αρκετοί υιοθετούσαν και το επώνυμό του για να του μοιάσουν ή επειδή του έμοιαζαν. Όταν ήλθαν οι  Άγγλοι ελευθερώθηκε και έγινε ιπποκόμος των διοικητών Αμμοχώστου, ζώντας πια στα Βαρώσια. Στην κηδεία του, την πρωτοχρονιά του 1886 (1η Ιανουαρίου 1886), το φέρετρό του βάσταζαν Ἓλληνες ναῦται ἐκ τῶν ἐν τῷ λιμένι ἠγκυροβολημένων πλοίων, ἐτάφη δ' ἐν τῷ νεκροταφείῳ τοῦ Σταυροῦ (φωνή της Κύπρου, έτος Ε' άρ. 158, 11/23 - 1 - 1886).

 

Όταν στα 1879 συγκροτήθηκε το Δημοτικό Συμβούλιο Αμμοχώστου από Έλληνες και Τούρκους, ασκούσε ως το 1958 δικαιοδοσία και στα Βαρώσια και στην Αμμόχωστο, όπου φαίνεται ότι κατοικούσαν τουλάχιστον μερικοί Έλληνες. Ολόκληρο το γραφικότατο εκείνο Δημοτικό Συμβούλιο τον Ιούνιο του 1879 περιήλθε την παλαιά πόλη μια νύχτα, στις 8.30 για να δει αν οι βρύσες ἦσαν ἀνοικταί καί οἱ φανοί τῆς Ἀμμοχώστου σβηστοί... [καί] πάσας τάς βρύσας τάς εὓρομεν κλειστάς ἐκτός μιᾶς ...εὓρομεν τούς φανούς ὃλους ἀναμμένους ἐκτός ἑνός... πρός κάτω εὓρομεν τόν ζαπτιέν Ἐμίρ Οὐσεΐν ἱστάμενον παρά τάς θύρας τῶν δημοσίων [τῶν πορνῶν]... ἃμα μᾶς εἶδεν ἀνεχώρησεν... ἐντός τοῦ καφενείου ἐπαρουσιάσθη ὁ [ζαπτιές] Ἐρρενέρ καί εἰδοποίησεν ὃτι εἰς τό σπίτι τῶν δημοσίων ἐτραβήχθη μαχαίρι ὑπό τοῦ ζαπτιέ Σαλίχη Παφίτη... εἰς μίαν τῶν δημοσίων...ἐπήγαμεν εἰς τό σπίτι τῶν δημοσίων καί ἠρνήθησαν τά περί μαχαιριοῦ καί οὓτως ἀνεχωρήσαμεν. Όλη αυτή η έκθεση έγινε και εστάλη στον φρούραρχον Αμμοχώστου, διότι ο διερμηνεύς σας κύριος Ρήγας ἒκαμε παράπονα (Βιβλίον Πρακτικών Δημαρχείου [Αμμοχώστου], 1878, σ. 27, Αντίγραφον, 16/6/1879, Βαρωσίοις εκ του Δημαρχείου).

 

Η δικαιοδοσία του δημαρχείου Αμμοχώστου και στην παλαιά πόλη και στα εκτός των τειχών Βαρώσια από την αγγλική κατοχή και εξής, όπως ήδη αναφέραμε, οδήγησε σε νέα περίοδο ενότητας των δυο χώρων: στην Αμμόχωστο οι Βαρωσιώτες διατηρούσαν καταστήματα και λίγα σπίτια, και μερικώς από το λιμάνι της διεξήγαν το εμπόριό τους, που σταδιακά αυξανόταν, κυρίως εμπόριο των εσπεριδοειδών της. Τα εσπεριδοειδή της Αμμοχώστου είναι γνωστά από την Τουρκοκρατία και πριν ακόμη, τουλάχιστον από το 1394, οπότε τα είδε ο Μαρτόνι, και αργότερα κι άλλοι (1458, 1570, 1573, 1760, 1788, 1855, 1896 κλπ.). Η μερική, περιορισμένη χρήση του λιμανιού οφειλόταν στην πρόσχωση και απόφραξή του, ώστε μόνο μικρά πλοία να χωρεί (π.χ. βλ. Έκθεση του 1856, Θ. Παπαδόπουλλου, Προξενικά Έγγραφα του IΘ' Αιώνος, Λευκ. Κ.Ε.Ε., 1980, σ. 278, άλλη του 1859, σσ. 39,44 και άλλη του 1863, σσ. 77, 91). Στα 1879 ήδη επί δημάρχου Σ. Μ. Εμφιετζή το δημαρχείο που συνεστήθη με την κατοχή — προηγουμένως υπήρχε μόνο «κατ' όνομα, άνευ συμβούλων και άνευ τινός τάξεως», όπως γράφει ο δήμαρχος Ευάγγελος Λοΐζου στον διοικητή της Αμμοχώστου στις 15 Ιουνίου 1880— εισπράττει για συντήρηση των σχολείων της πόλης, ελληνικών και οθωμανικών, τέλη αποβάθρας (ρουσουμάτ) «από τα εξαγόμενα ρόδια, γλυκολεμόνια, πορτογάλλια ή πορτοκάλια και ξινολέμονα», ύστερα από έγκριση του υποδιοικητή Αμμοχώστου Γόρδων στις 26 Ιουνίου 1879.

 

Στις 12 Δεκεμβρίου 1878 το Δημοτικό Συμβούλιο πρότεινε τήν ἐκ βάθρων ἀνοικοδόμησιν τῆς Σχολῆς Βαρωσίων και ο δήμαρχος συνεισφέρει γι’ αυτό 20 λίρες, νέα δόση, «κατ' ανωτέρας διαταγής». Στις 21 Ιανουαρίου 1879 η Σχολή —δημοτικό με δυο τάξεις ανώτερες υπό την διεύθυνση του Λουκά Παϊσίου, δυναμικής προσωπικότητας της πόλης — σταματά να κτίζεται, γι’ αυτό ενοικιάζεται η οικία Αναστασίου Κοζάκου προς 40 γρόσια τον μήνα και ἀποφασίζεται ἡ μεταφορά πετρῶν ἐξ Ἀμμοχώστου, κατόπιν ὑποσχέσεως τοῦ Έπαρχου, για να καταστεί δυνατή η αποπεράτωσή της σε δυο μήνες. Το Συμβούλιο δεν έχει χρήματα για επισκευή του υδραγωγείου από το οποίο υδρεύονται και οι δυο πόλεις [Βαρώσια και Αμμόχωστος] και για κατασκευή φουντάνων, γι’ αυτό αποφασίζει να πωλεί το νερό σε όσους θέλουν να το αγοράσουν. Η μεταφορά πετρών από την παλαιά πόλη ήταν συχνή, κυρίως από τα μέσα του 15ου αιώνα, οπότε οι πιο πολλές εξάγονταν στην Αίγυπτο και ειδικά στο Πόρτ Σάιντ για οικοδομές. Ολόκληρες εκκλησίες κατεδαφίστηκαν και μεταφέρθηκαν εκεί για να κτιστούν ξενοδοχεία και αποβάθρες!

 

Στις 13 Σεπτεμβρίου 1880 ο δήμαρχος Ε. Λοΐζου ζητεί άδεια (πάλι) φορολογίας των εξαγομένων «ὀπωρῶν.. προς ἀποπεράτωσιν ἀμφοτέρων τῶν σχολῶν Βαρωσίων, τῆς τε Χριστιανικῆς καί Ὀθωμανικῆς» ο φόρος [=δικαίωμα] θα λαμβάνεται παρά του αγοραστού. Ήδη στις 26 Ιανουαρίου 1880 είχαν μαζευτεί με τον τρόπο αυτό £38.11.6, από τις οποίες 7/9 «ἀναλογοῦσι ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ διά τήν Χριστιανικήν σχολήν £30.0.0, διά τήν Ὀθωμανικήν εἰς τά 2/9 £8.10.0». Στις 1 Νοεμβρίου 1884 μια επιτροπή Βαρωσιωτών, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι εναλλασσόμενοι στη δημαρχία Σ. Μ. Εμφιετζής, Ευ. Λοΐζου και οι δημοτικοί σύμβουλοι Ν. Γ.  Παπαδόπουλος και Γ. Παντελίδης, καθώς και οι πρόκριτοι (και αργότερα επίσης δημοτικοί σύμβουλοι) Λ. Παϊσίου, Ν.Ι. Μαρκουλίδης, Γ. Γάνδας, Αγαθ. Γεωργίου, σε σύσκεψη με τον αρχιεπίσκοπο Σωφρόνιο για τα θρονικά δικαιώματα αποφασίζουν επιχορήγηση στα δημοτικά σχολεία Βαρωσίων από τα ταμεία των εκκλησιών: Αγ. Νικολάου £5, Αγ. Ζώνης £5, Αγ. Μέμνονος £2.10, Αγ. Παρασκευής £1, Σταυρού £2.10, Χρυσοσπηλιωτίσσης £1, σύνολο £17, από 1 Ιανουαρίου 1884, συν £10 της αρχιεπισκοπής από 1 Γενάρη 1884, που όμως θα αφαιρούνται από τις £17. Από τους αριθμούς αυτούς φαίνεται η τότε δημογραφική και οικονομική κατάσταση των ενοριών των Βαρωσίων. Η επιτροπή που αναφέραμε ήταν η Σχολική Εφορεία, ή «Εφορεία των εκπαιδευτικών καταστημάτων Άρρεναγωγείου και Παρθεναγωγείου», που ζητεί και λαμβάνει οικονομική χορηγία από τον δήμο και στις 16 Μαρτίου 1889, £6 για το Παρθεναγωγείον Βαρωσίων, £6 για το Αρρεναγωγείον [Βαρωσίων] και £4 για το Αρρεναγωγείον Αμμοχώστου [=το Οθωμανικό;], και στις 3 Ιουλίου 1890 £15 «διά τά σχολεῖα Βαρωσίων» και £5 για το «Σχολεῖον Ἀμμοχώστου» [προφανώς πάλι το Οθωμανικό]. Περαιτέρω η λειτουργία των σχολείων των Ελλήνων και των Τούρκων της κοινής δημοτικής περιοχής Αμμοχώστου - Βαρωσίων δεν συσχετίζεται στα δημοτικά αρχεία, διότι η εξέλιξή τους ακολουθεί χωριστούς δρόμους: οι Αμμοχωστιανοί Τούρκοι μόλις στα 1944 — στην έναρξη της εθνικιστικής έξαρσης των Τουρκοκυπρίων — ίδρυσαν σχολή μέσης εκπαίδευσης, το τριτάξιο Τουρκικό Λύκειο ή Namik Kemal Lisesi (προς τιμήν του Τούρκου «φιλελεύθερου» διανοουμένου Namik Kemal, που έζησε στην Αμμόχωστο εξόριστος στα 1873-1876), έναντι στο νοσοκομείο έξω από τα τείχη στα νότια­ · ενώ η ελληνική κοινότητα Βαρωσίων αναπτυσσόμενη οικονομικά με ταχύ ρυθμό (ιδίως από τα χρόνια του Α' Παγκοσμίου πολέμου), συνοδεύει την πρόοδό της με παράλληλη ανάπτυξη των σχολείων της, που αποτελούν ουσιώδη τομέα της φροντίδας των ηγετικών τάξεών της, ως το 1974, συνάρτηση του ραγδαίου ιδίως από το 1950 κ.ε. εκσυγχρονισμού και εξευρωπαϊσμού μιας ακμάζουσας πόλης. Οι τελευταίες γνωστές μνείες εισφορών του δήμου προς τα σχολεία ανάγονται στα 1901 (£15 για το Αρρεναγωγείο, £5 για το Παρθεναγωγείο, £5 για το Οθωμανικόν Σχολείον: 26 Ιουλίου 1901 για το 1900-1901), και στα 1902 (£3.5.0 στο «Ὀθωμανικόν Σχολεῖον τῆς Ἀμμοχώστου», £5 εις τό «Σχολείον τών Βαρωσίων», και £2 εις «τό σχολεῖον τοῦ Άγίου Μέμνονος διά τό ἔτος 1901-1902, τό ὁποῖον ἔληξεν τόν Ἰούλιον του 1902:» 11 Δεκέμβρη 1902).

 

Ανθίζει η οικονομία: Η πρόοδος της οικονομίας των Βαρωσίων στις δεκαετίες μέχρι του Α' Παγκοσμίου πολέμου οφείλεται και στις επίλεκτες ποικιλίες εσπεριδοειδών που εκαλλιεργούντο: της γιαφίτικης πορτοκαλιάς, που εισήγαγε γύρω στα 1863 ο Χατζηπέτρος Παπαγεωργίου, και της μανταρινιάς που έφερε από την Κωνσταντινούπολη ο Ευάγγελος Λοΐζου στα 1870. Στα 1880 η Esme Scott - Stevenson (Our Home in Cyprus) γράφει: Ποτέ δεν είδα ανθούς πορτοκαλιάς όπως εκείνους των κήπων της Αμμοχώστου, που ευωδιάζουν την χώρα σε απόσταση μιλίων γύρω. Παλαιότερα γύρω από την εμπορική οδό Ερμού και κατά μήκος της παραλίας ως τον Άγιο Μέμνονα ήσαν οι κυριότεροι πορτοκαλεώνες των Βαρωσίων, πυκνοφυτεμένοι για προστασία από τους ανέμους και τη θάλασσα. Συχνά στους ίδιους κήπους συνυπήρχαν και λεμονόδεντρα, συκαμινιές, ροδιές, βερυκοκκιές, συκιές και ελιές, καρπουζιές, πεπονιές κλπ., και η αξία μιας σκάλας γης για λεμονιές (και εσπεριδοειδή) στα 1908 ήταν £1, που στα 1928 ανέβηκε στις £10 ως £20 ανάλογα προς την απόσταση από το κέντρο (οδός Ερμού). Η καλλιέργεια γινόταν με το χέρι και βαθιά, προς βλάβη του ριζικού συστήματος των δέντρων. Η άρδευση γινόταν αρχικά ως το 1900 με αλακάτια και αργότερα με ανεμόμυλους, που εισήγε ο εντόπιος Οίκος Αλεξάνδρου Δημητρίου, του οποίου οι δραστηριότητες διεδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στη διαδικασία αστικοποίησης του χώρου των Βαρωσίων. Η εξαγωγή γινόταν χωρίς διαλογή, χύμα στα αμπάρια των καϊκιών, που χωρίζονταν με καλάμια ή ψάθες σε διαμερίσματα για αερισμό, αργότερα σε κοφίνες εσωτερικά ντυμένες, χωρίς περιτύλιγμα των φρούτων. Σ' αντίθεση προς την παλαιά πόλη, τα Βαρώσια λόγω αυτών των εξαγωγών και άλλων εμπορικών δραστηριοτήτων θεωρούνται ήδη στα 1879 (όπως στα 1815 πριν) τόπος εμπορίου, κατοικίας των εμπόρων Ελλήνων, που έχουν όλο το εμπόριο της επαρχίας στα χέρια τους, εισάγοντας ρούχα, τρόφιμα, αποικιακά κλπ. Ο κάθε έμπορος εισάγει αποικιακά £250 ώς £1.000 τον χρόνο, και υπολογίζει 4-8% κέρδος επί του κεφαλαίου. Οι καπετάνιοι αγόραζαν κατ' ευθείαν από τους χωρικούς φρούτα και πήλινα αγγεία, που εξάγονταν στην Ανατολή, στα 1879 ογδόντα χιλιάδες αγγεία αξίας £400, και 770. 622 οκάδες ρόδια αξίας £30.000. Στα 1879 έφθασαν στο λιμάνι της Αμμοχώστου 320 σκάφη 5.498 τόνων και εισπράχθηκαν £34 δικαιώματα λιμένος και υγειονομείου, ενώ τα έσοδα του δήμου ήσαν £261.18.7.1/2 πένες, και τα έξοδα £278.18.0.1/2 πένα. Από αυτά £113.18.5 πένες δαπανήθηκαν για επιδιόρθωση του υδραγωγείου, £22.19.10 για φωτισμό της πόλης, και £33.19.9.1/2 έξοδα προκυμαίας (Captain James Inglis, Cyprus No 2, 1880). Η ανθυγιεινότητα του χώρου λόγω των ελωδών εκτάσεων και των κουνουπιών που προκαλούν, παλαιότατο φαινόμενο, που σημειώνουν πολλοί περιηγητές της Τουρκοκρατίας, τονίζεται και από τον Inglis κ.ά., όπως και η έλλειψη προσωπικής καθαριότητας των κατοίκων και αποχετεύσεων. Το νερό μεταφέρεται με πέτρινο υδραγωγείο από την Αγία Νάπα, αλλά χρησιμοποιούνται και λάκκοι.

 

Ενώ οι «450 φτωχοί Τούρκοι» της Αμμοχώστου δεν πλήρωναν δημοτικά τέλη, στα 1879 έκτισαν μόνο 4 σπίτια, σ' αντίθεση προς 24 σπίτια και 7 μαγαζιά που έκτισαν οι Έλληνες στα Βαρώσια. Πολλά χάνια και καφενεία χαρακτηρίζουν τα Βαρώσια, και τουλάχιστον σε μερικά, όπως του Γιάννη Κωνσταντίνου ως το 1912/3 υπήρχαν ταξικές διακρίσεις στα ποτήρια και στις καρέκλες, που καθένα τους έφερε το όνομα του πελάτη κατά παλαιά παράδοση, ενώ το μαγειρείο του Χριστοφή ήταν χωρισμένο σε άνω και κάτω, το άνω εστιατόριο για τους αστούς, το κάτω μαγειρείο για τους χωρικούς («άνω Χριστοφής» και «κάτω Χριστοφής» ήταν η σχετική επιγραφή). Ένδειξη της πορείας προς αστικοποίηση είναι η επιστολή του δημάρχου Ε. Λοΐζου και του δημοτικού συμβούλου Σ.Μ. Εμφιετζή από 27 Νοεμβρίου 1879 προς τους ἱερεῖς, προεστῶτας καί λοιπούς Χριστιανούς τοῦ χωρίου Παραλιμνίου, με την οποία τους ζητούν ν' απαγορεύσουν στις γυναίκες, και κυρίως στις παρθένες τους, που κυκλοφορούν στις αγορές των Βαρωσίων —προφανώς για να πουλήσουν τα ζαρζαβατικά τους όπως μέχρι του Αυγούστου 1974— να φορούν τό παλαιόν καί βάρβαρον ἔνδυμα τοῦ φουτά ἀντί τοῦ φιστανίου και να περιφέρονται ἀναιδῶς σχεδόν γυμναί σε μια πόλη που επισκέπτονται Εὐρωπαίοι και Υψηλά υποκείμενα. Οι Βαρωσιώτες τονίζουν: αντί ὑμῶν ἡμεῖς ἐντρεπόμεθα καί ἐρυθριώμεν. Ο ίδιος δήμαρχος στις 24 Μαΐου 1880 δεν διστάζει να πληροφορήσει τον Άγγλο διοικητή ότι η επαρχία —και μαζί κι η πόλη— στερείται προσώπων ικανών να υπηρετήσουν ως πρωτοδίκες και εισαγγελείς σε δικαστήρια που θα συγκροτηθούν, αν αυτά θα γίνουν με το ευρωπαϊκό σύστημα˙ πάρεδροι συμβουλίων, όμως, μπορεί να βρεθούν ανάμεσα σε πρόσωπα που γνωρίζουσι μόνον καλῶς νά ἀναγιγνώσκωσι καί νά γράφωσι τήν γλῶσσάν των καί νά ὁμιλῶσι τήν Τουρκικήν.

 

Η προσπάθεια προσαρμογής και συνεργασίας των Βαρωσιωτών προκρίτων προς το αγγλικό καθεστώς μαρτυρείται από τις πρώτες μέρες της κατοχής στην προσφώνηση του Λουκά Παϊσίου στον πρώτο Άγγλο Μ. Αρμοστή Γούλσλεϋ (Wolseley) όταν επισκέφθηκε την Αμμόχωστο στις 24 Ιουλίου 1878. Σ' αυτήν προλαμβάνοντας την γνωστή προσφώνηση του αρχιεπισκόπου Σωφρονίου (10 Αυγούστου 1878) θυμίζει τις κατοχές των Λουζινιανών και Βενετών, και υπόσχεται αφοσίωση του Χριστιανικοῦ φιλησύχου, εὐαγώγου λαοῦ πρός τήν νέαν αύτοῦ πατρικήν κυβέρνησιν.

 

Αναπτύσσεται η εντός των τειχών πόλη: Μερικά βασικά χαρακτηριστικά γεγονότα και εξελίξεις που συμβάλλουν στην ανάπτυξη της εκτός των τειχών Αμμοχώστου - Βαρωσίων είναι τα εξής: Ο διευθυντής της τριτάξιας Ελληνικής Σχολής (1897 - 1902) Κύριλλος Παυλίδης, διδάσκαλος, εκτός της κοινωνικοθρησκευτικής και άλλης δράσης του, στέλλει και άρθρα και ανταποκρίσεις από τα Βαρώσια στην «Φωνή της Κύπρου» στη Λευκωσία, της οποίας τη διεύθυνση ανέλαβε αργότερα. Στα 1898 ο Κύπριος ζάπλουτος ευεργέτης των πόλεων της Κύπρου Στ. Αποστολίδης δώρισε στο δημαρχείο τον πρώτο πυρήνα μιας δημοτικής βιβλιοθήκης μετά από παράκληση των Βαρωσιωτών, που κατά τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου απόλαυσαν δημόσια απαγγελία ποιημάτων του Δημήτρη Λιπέρτη από τον ίδιο, στην παρουσία του Έλληνα προξένου Φιλήμονος. Ποιήματα του Λιπέρτη απαγγέλλονταν και στο Τρίκωμο και στην Κώμη του Γιαλού λίγο πριν.

 

Το πρόβλημα των σχέσεων πρακτικής και θεωρητικής παιδείας απασχολεί τον Άργο, πολυταξιδεμένο Βαρωσιώτη ανταποκριτή της «Φωνής της Κύπρου» στα Βαρώσια. Στις 25/6 Σεπτεμβρίου 1898 ο Άργος επιτίθεται κατά της μανίας όλων των νέων να γίνονται διδάσκαλοι, επιστήμονες και υπάλληλοι, ενώ στο φύλλο της 31/12 Αυγούστου 1899 ο Αθανάσιος Λεπανδρινός ζητεί «συμβιβασμόν γεωργίας και γραμμάτων».

 

Οι ξένοι θίασοι που παίζουν στα Βαρώσια χρησιμοποιούν την αίθουσα του Παρθεναγωγείου (π.χ. ο θίασος Κορδοβίλλη κατά τον Φεβρουάριο του 1899), ενώ από το 1903 εχρησιμοποιείτο και το μετέπειτα κατάστημα Μορφή και Κατσαμπά έναντι του κλωστηρίου των Αδελφών Ιωάννου.

 

Στα 1892 είχε ιδρυθεί σύλλογος «Σαλαμίς»που δεν ακούεται κατόπιν, και κατά τον Ιούλιο του 1899 γίνεται κίνηση για ίδρυση Γυμναστηρίου καί φιλολογικοῦ Συλλόγου και σύστασις Έπαρχιακῆς Έπιτροπῆς πρός ἐπιμέλειαν τούτων. Δωρήθηκε μάλιστα σεβαστό ποσό γι' αυτό από τον πρόκριτο Ν. Μαντζούρα˙ αλλά ο αρχικός ενθουσιασμός έλειψε, και μόλις στις 23 Φεβρουαρίου 1903 ιδρύθηκε ο Γυμναστικός Σύλλογος «Ευαγόρας» (Γ.Σ.Ε.) σε γενική συνέλευση στο Παρθεναγωγείο Βαρωσίων. Ο Γ.Σ.Ε. εσυντηρείτο με εισφορές και με συνδρομές. Το πρόβλημα του χώρου του γυμναστηρίου, που πολύ απασχόλησε το Δ. Συμβούλιο, λύθηκε με φωτιά στον περιβολότοπο, όπου οικοδομήθηκε αργότερα το γυμναστήριο.

 

Ιταλικοί μελοδραματικοί κι ελληνικοί θεατρικοί θίασοι, ερασιτέχνες από τη Λευκωσία, επισκέπτονταν συχνά την πόλη, κάθε χρόνο εφεξής, και σχολιάζονται από τον Άργο, ενώ στις 28 Μαΐου 1910 το δημαρχείο δωρίζει στην Εφορεία για την Ελληνική Σχολή τα βιβλία που της είχε δωρίσει ο Στ. Αποστολίδης. Κέντρο της κοινωνικής και εθνικής ζωής είναι οι εθνικές εορτές και ειδικά η 25η Μαρτίου και της Σημαίας, η εορτή του βασιλέως των Ελλήνων κ.λ.π, στις οποίες οι λόγοι, οι απαγγελίες, οι λαμπαδηφορίες και τα αγωνίσματα αποτελούν για την πόλη γεγονότα, όπως και οι παραστάσεις που αναφέρθηκαν κ.ά. (π.χ. η παρουσίαση της «Αντιγόνης» του Σοφοκλή από τον γυμνασιάρχη του Παγκυπρίου Μιχ. Δ. Βολονάκη τον Ιούλιο του 1910- οι εισπράξεις της παράστασης θα διετίθεντο υπέρ των εκπαιδευτηρίων και του νοσοκομείου της πόλης). Σταθμός στην εξέλιξη της Αμμοχώστου ήταν η ίδρυση της εβδομαδιαίας «πολιτικής» εφημερίδας «Σαλαμίς» των Κ.Γ. Νικολαϊδη και Λουκά Γ. Ζαλουμίδη από τον Ιούνιο του 1907 ως τις 8/21 Απριλίου 1911. Η εφημερίδα περιείχε και φιλολογική ύλη και σχόλια, και καθρέφτιζε την έντονη ζωή της πόλης, όπου τυπογραφείο λειτουργούσε από πολύ πριν, τουλάχιστον από τις αρχές του 20ου αιώνα, μια και στα 1904 εκδίδεται ἐν Ἀμμοχώστω το βιβλίο του Κλήμεντος Καρναπά, Ανέκδοτα Κυπριακά Έγγραφα (του ΙΗ' αιώνος), από δε το 1903 ώς το 1908 και αργότερα κατά περιόδους εκδίδεται στην Αμμόχωστο το σατιρικό έντυπο «Πυξ - Λαξ» του Ζαχαρία Γ. Σωτηρίου, του πρώτου φωτογράφου της πόλης. Επίσης τον Ιούλιο του 1907 ιδρύθηκε στο Βαρώσι παράρτημα του βιβλιοπωλείου του Γ. Ρώσσου υπό τον Σ. Ιωάννου, το δεύτερο μετά το από χρόνια υφιστάμενο του διδασκάλου Ν. Παπαδοπούλου. Από την «Σαλαμίνα» πληροφορούμαστε την λειτουργία, στα 1907-8 του Λαϊκού Αναγνωστηρίου ο «Ευαγόρας», διάφορου από τον Γ.Σ.Ε., της Ενώσεως Ελληνίδων και από το 1905, με πρωτοβουλία της Ελένης Χατζηπέτρου, του φιλοπτώχου Συλλόγου. Καρπός, σε σημαντικό βαθμό, της αρθρογραφίας του οραματιστή Λ.Γ. Ζαλουμίδη στη «Σαλαμίνα», υπήρξε η ίδρυση —στις 30 Ιανουαρίου 1911—του 'Αναγνωστηρίου «Ανόρθωσις» ἀπό ὑπερεκατόν βιοπαλαιστάς, με στόχο εκδηλώσεις εθνικές, πνευματικές, κοινωνικές και μουσικές ­· οι τελευταίες υπό τον Μικρασιάτη Δημητρό Δημητριάδη, που δίδασκε τη μανδολινάτα του σωματείου. Η Ανόρθωσις* απετέλεσε μια από τις πιο σημαντικές εστίες και πυρήνες εξέλιξης της πνευματικής και κοινωνικής ζωής της Αμμοχώστου. Από το 1912 ως το 1921 η πόλη απέκτησε νέα εφημερίδα, την «Αμμόχωστο» του Λ.Γ. Ζαλουμίδη. Η «Αμμόχωστος» συνεχίζει σε ανώτερο επίπεδο την εκσυγχρονιστική πρωτοποριακή αρθρογραφία της «Σαλαμίνος», υποκινώντας και παροτρύνοντας τους πολίτες σε πνευματικότερες ασχολίες, και συζητώντας τα προβλήματα της εκπαίδευσης της πόλης και ειδικά του τύπου που πρέπει ν' ακολουθήσει.

 

Όταν στα 1917 ο αρχιεπίσκοπος Κύριλλος Γ' (1916 -1933) υπεστήριξε σε σύσκεψη πολιτών της Αμμοχώστου την επέκταση της Ελληνικής Σχολής σε εξατάξιο επιχορηγούμενο από τον ίδιο Πρακτικό Εμπορο - Γεωργικό Σχολείο Μ. Παιδείας, οι τελευταίοι δικηγόροι, γιατροί κ.ά., που σε μικρούς αριθμούς υπήρχαν τότε στην πόλη, διεφώνησαν επιμένοντας σε επέκταση της Ελληνικής Σχολής σε Κλασσικό Γυμνάσιο για νά μορφώσουν διαδόχους αὐτῶν, διά τε τήν ἀνάπτυξιν τῆς κοινωνικῆς γενικῶς καί διά τήν συνέχειαν τοῦ εθνικοῦ ἀγῶνος. Αυτή η ενέργεια υπήρξε καθοριστική για το μέλλον της πόλης και την φυσιογνωμία της.

 

Σημαντικοί εκπαιδευτικοί συμβάλλουν στην εξέλιξη της Αμμοχώστου: Σημαντική επίδραση στην περαιτέρω εξέλιξη της πόλης της Αμμοχώστου διεδραμάτισαν αξιόλογοι εκπαιδευτικοί που υπηρέτησαν εκεί, όπως ο δρ Ορέστης Χρηστίδης από τις Κυδωνίες, υψηλής ευρωπαϊκής παιδείας συγγραφέας, παιδαγωγικός και φιλόσοφος, διευθυντής του Ημιγυμνασίου στα 1915-1920, η Περσεφόνη Α. Παπαδοπούλου, υποδιευθύντρια του Ανωτέρου Παρθεναγωγείου στα χρόνια 1905 - 1919, Αρσακειάς, που στα 1913 εξέδιδε στα Βαρώσια τις «Εστιάδες», δεκαπενθήμερον φιλολογικήν ἐφημερίδα τῶν κυριῶν, πρώτη και μοναδική στην Κύπρο, τρίτη στον Ελληνισμό, μετά την «Εφημερίδα των Κυριών» της Καλλιρρόης Παρρέν και την «Πλειάδα», περιοδικό του Συλλόγου Κυριών «Αθηνά Εργάνη» (1899 -1900 κ.ε.), στην Αθήνα. Οι «Εστιάδες» συνέβαλαν αποφασιστικά στην πνευματική εξέλιξη των γυναικών της πόλης της Αμμοχώστου και του νησιού. Σταθμός υπήρξε και η γυμνασιαρχία του πολυμερούς σοφού φιλολόγου, ποιητή και συγγραφέα Σμυρναίου Δημητρίου Χ. Χαμουδοπούλου, 1924 - 1928. Mε τις έξοχες διαλέξεις και τα σεμινάριά του σε θέματα φιλοσοφίας, νεοελληνικής και ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, ιστορίας κλπ. για μαθητές και το κοινό, ο Χαμουδόπουλος άφησε εποχή και αποφασιστικά ενίσχυσε την πνευματική συνείδηση της πόλης. Άλλος σταθμός υπήρξε η ίδρυση, στα 1930 από την Μαρία Π. Ιωάννου-Ανδρέου, δασκάλα με πνευματικά ενδιαφέροντα, του Λυκείου Ελληνίδων Αμμοχώστου, που ανέπτυξε πολύπλευρη πνευματική, καλλιτεχνική και άλλη δράση, ως την τουρκική εισβολή, διαθέτοντας τα οικονομικά μέσα του μεγαλέμπορου συζύγου της ιδρύτριας —τεκμήριο κι αυτό της πνευματικής ωρίμασης της νεότευκτης αστικής τάξης της Αμμοχώστου, έστω μέσα από τις συμπληγάδες της έλλειψης υποδομής και βαθύρριζης παράδοσης στον κηπουρικής ακόμη νοοτροπίας πληθυσμό.

 

Η αύξηση της παραγωγής και εξαγωγής συσκευασμένων πια εσπεριδοειδών από το 1939 και ιδίως από το 1944, με σταθερή άνοδο στα χρόνια 1945 - 1961 κ.ε., συνέβαλε στον πλουτισμό της πόλης, που ενισχύεται πιο πολύ από το 1960 κυρίως κ. ε. με τον ραγδαία αναπτυσσόμενο τουρισμό, και γι' αυτό αρχίζει να κατέρχεται προς τη θάλασσα και να προεκτείνεται προς και να συνδέεται οργανικά με τα τέως ημιανεξάρτητα προάστια. Γίνεται έτσι ένα τεράστιο τουριστικό εμπορικό σύνολο με ισχυρές πνευματικές αναζητήσεις πριν από την καταστροφή του 1974. Η οικονομική της ανάπτυξη οφείλεται και στη δημιουργία του σιδηροδρόμου που τη συνέδεε με τη Λευκωσία και τη Μόρφου στα 1901 και από το 1914 με την Ευρύχου, σε βάρος της Λάρνακας, που έκτοτε άρχισε να φθίνει. Η προτίμηση της Αμμοχώστου ως αφετηρίας του σιδηροδρόμου (που διαλύθηκε το 1951) οφείλεται, κατά μερικές εκτιμήσεις, στην υποστήριξη μερικών Βαρωσιωτών προκρίτων (Σ. Εμφιετζή, Λ. Παϊσίου κ.ά.) στην υποψηφιότητα του τότε διοικητή της Αμμοχώστου  Άρθουρ Χέντερσον Γιαγκ (Arthur Henderson Young) ως βουλευτή στα 1891, σ' αντίθεση προς την εχθρική στάση της Εκκλησίας και των Λαρνακέων όταν ο Γιαγκ έγινε αρχιγραμματέας τήρησε την απειλή του να μεταβάλει τη Λάρνακα σε ψαράδικο, ενώ εκτός από τον σιδηρόδρομο, παράλληλα στα 1903 -1906, έγιναν έργα βελτίωσης του λιμανιού της Αμμοχώστου, που έτσι σταδιακά απέβη το εμπορικό και ναυτιλιακό κέντρο του νησιού, ιδίως μετά τις βελτιώσεις του 1926 κ.ε. Οπωσδήποτε πρέπει να σημειωθεί ότι η πρόθεση δημιουργίας σιδηροδρόμου κατά μήκος της Μεσαορίας και εμποροναυτικού λιμανιού στην Αμμόχωστο, που ποτέ δεν μπορούσε ν' ανταγωνιστεί εκείνο της Μάλτας, και που θα ήταν χρήσιμο στους Άγγλους μόνο σε περίπτωση εγκατάλειψης του Σουέζ, είχε αποκλεισθεί σε δυο βρεττανικές εκθέσεις του 1882, πράγμα που καθιστά πιθανή την ερμηνεία της στάσης του Γιαγκ.

 

Μεγάλη ανάπτυξη μέχρι το 1974: Στα 1900 στην Αμμόχωστο εξαιτίας του λιμανιού έδρευαν δυο πρόξενοι (Ολλανδίας και Ισπανίας) Έλληνες το γένος και ένας προξενικός πράκτορας (της Γαλλίας) Γάλλος Λεβαντίνος, και στα 1974 περισσότεροι. Η επέκταση κατά μήκος της παραλίας δικαίωσε τους ιδρυτές της μικρής αρχικά εκκλησίας της Αγίας Τριάδος στα 1895, δεκαέξι κτίστες που στα 1890 είχαν συμπήξει σύνδεσμο προς τούτο και με συνδρομές, εργασία και υλικά δικά τους και των ψαράδων κάλυψαν τις σχετικές δαπάνες. Ο χώρος, δωρεά της κυβέρνησης (του διοικητή Γιαγκ για ευνόητους λόγους) βρισκόταν στη Γλώσσα ή Φάληρο, πλάι στον μετέπειτα σταθμό του σιδηροδρόμου, όπου στις πανηγύρεις των Βαΐων και του Κατακλυσμού συγκεντρωνόταν πολύς κόσμος —μόνες ακόμη ή κυριότερες επαφές των Βαρωσιωτών προς τη θάλασσα. Η αξία γης σ' ολόκληρη την παραλία αλλά και στα πιο μακρινά προάστια από το 1960 κ.ε. ανέβηκε κατακόρυφα, καθώς καθημερινά υψώνονταν οι γιγαντιαίες ξενοδοχειακές και άλλες τουριστικές, βιομηχανικές κλπ. εγκαταστάσεις στη θέση των κήπων ή πλάι σ' αυτούς, τους λίγους που επέζησαν από τον ξέφρενο ρυθμό της πολύμορφης ανάπτυξης. Παρόλα αυτά οι δεσμοί προς την παλαιά Αμμόχωστο συνεχίστηκαν ως τα 1957-1958, οπότε οι ελληνικές οικογένειες που ζούσαν εκεί αναγκάστηκαν από τους σωβινιστές Τούρκους τρομοκράτες, τους οποίους βοηθούσαν οι Άγγλοι, να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους με την ελληνική εκκλησία, τον Άγιο Γεώργιο Εξορινό, την πρώην Νεστοριανή εκκλησία που κτίστηκε στα 1359 και που τους παραχωρήθηκε στις αρχές της Αγγλοκρατίας (1905). Όμοια οι Έλληνες τότε εγκατέλειψαν και τα μαγαζιά και τα γραφεία τους στην παλαιά Αμμόχωστο, όπου ξαναγύρισαν μερικοί μετά την Ανεξαρτησία (1960), για να ξαναφύγουν κατά τον Δεκέμβριο 1963 - Ιανουάριο 1964 μετά την τουρκική ανταρσία, οπότε η παλαιά πόλη έγινε οχυρωμένο καντόνιο ως το εκτός των τειχών Τουρκικό Λύκειο με τα εκεί τουρκικά καταστήματα, και μια περιοχή γύρω στα ΝΔ. των τειχών. Ως τα μέσα Αυγούστου 1974 όμως οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν το λιμάνι ανεμπόδιστα, αν και βρισκόταν εντός βολής των όπλων των Τούρκων της παλαιάς πόλης από τις πολεμίστρες τους στα τείχη. Ως το 1963/4 μερικοί δρόμοι της παλαιάς Αμμοχώστου είχαν ελληνικά ονόματα από τον καιρό που κατοικούσαν εκεί Έλληνες, π.χ. βλ. τον Νέον Πλήρη Ὁδηγόν Ἀμμοχώστου καί Βαρωσίων, χ. χρ. σσ. 8-10 (Αγίου Γεωργίου Εξορινού, Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων, Αγίου Ιωάννου του Ελεήμονος, Αφροδίτης [=η οδός των εταίρων = Afrodit - Yolu], Αγ. Επιφανίου κλπ.), σ. 23 (Ιάσονος), σ. 33 (Μηδείας) κλπ.

 

Με την αίγλη της γειτονικής Σαλαμίνος - Κωνσταντίας, των εκεί ανασκαφών και την σταθερά αυξανόμενη στρατιά των γηγενών καλλιτεχνών, λογίων, λογοτεχνών, φιλοτέχνων και επιστημόνων κλπ., τον Επιστημονικό και Φιλολογικό Σύλλογο Αμμοχώστου (Ε.Φ.Σ.Α.)* το θέατρο Σαλαμίνος, το Λύκειο Ελληνίδων, τη δημοτική πινακοθήκη και βιβλιοθήκη, την ειδική Κυπριολογική βιβλιοθήκη Μήτσου Μαραγκού κλπ., και τον ιλιγγιώδη πλούτο της, η μέχρι του Αυγούστου 1974 Αμμόχωστος ήταν μια από τις σημαντικότερες από κάθε άποψη αστικές περιοχές της Μέσης και Εγγύς Ανατολής και η σημαντικότερη της Κύπρου.

 

Η δραστηριότητα της ΕΟΚΑ σ' αυτήν στα 1955 - 1959 υπήρξε εντυπωσιακή, όπως και της ΕΟΚΑ Β' στα 1972 -1974, προφανώς ως εθνικιστική αντίδραση μιας μερίδας της νεοπαγούς μερικώς αγροτογενούς αστικής κοινωνίας της, με σφριγηλό αριστερό συνδικαλιστικό κίνημα με τις μαρξιστικές πολιτικές προεκτάσεις, που από τις εκλογές του 1943 έφερνε κάθε τριετία αριστερό δήμαρχο στην εξουσία. Παρόλα αυτά, στα χρόνια από το 1960 κ.ε. στο επίπεδο κοινωνικών σχέσεων τα ταξικά μίση είχαν αμβλυνθεί πάρα πολύ λόγω του συσσωρευμένου πλούτου και της ευμάρειας, που ανέβασε το βιοτικό επίπεδο όλων των στρωμάτων και ομάδων, και λόγω ειδικών τοπικών συνθηκών.

 

Δήμαρχοι επί Αγγλοκρατίας

 

1878-1879

Σωτήριος Μιχαηλίδης (Εμφιετζής)

1879-1882

Ευαγγέλης Λοΐζου

1882-1886

Σωτήριος Μιχαηλίδης (Εμφιετζής)

1886-1887

Λουκάς Γεωργίου

1887-1893

Χρυσόστομος Λοΐζου

1893-1905

Άγγλος Διοικητής / Δημοτική Επιτροπή

1905-1906

Λουκάς Γεωργίου

1906-1907

Χρυσόστομος Λοΐζου

1907-1910

Λούης Ε. Λουΐζου

1910-1916

Λουκάς Γεωργίου

1916-1930

Γεώργιος Εμφιετζής

1930-1943

Γεώργιος Εμφιετζής (διορισθείς)

1943-1953

Αδάμ Αδάμαντος

1953-1960

Αντρέας Πούγιουρος

 

Φώτο Γκάλερι

Image