Σαλαμίνα

Παράνομες ανασκαφές στον αρχαιολογικό χώρο

Image

Οι παράνομες ανασκαφές στον αρχαιολογικό χώρο της Σαλαμίνας άρχισαν το καλοκαίρι του 1998 από μια ομάδα φοιτητών από το Πανεπιστήμιο της Άγκυρας, με επικεφαλής τον καθηγητή Οζκιούρ Οζκιουνέρ και σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Ανατολικής Μεσογείου που εδρεύει στην κατεχόμενη Αμμόχωστο.

Οι ανασκαφές που έγιναν το 2000 αποκάλυψαν τα ρωμαϊκά λουτρά. Ήρθαν στο φως οι θέρμες που οδηγούσαν στα δημόσια λουτρά της πόλης και έγινε η αποκάλυψη  των δωματίων όπου διοχετευόταν το ζεστό και κρύο τα οποία  είναι διακοσμημένα με  ψηφιδωτά. Στις ανασκαφές που έγιναν το  2001 εντοπίστηκε ο ρωμαϊκός δρόμος, μήκους τριών χιλιομέτρων, ο οποίος έχει ανασκαφεί πλήρως και ο οποίος καταλήγει δυτικά προς το παλιό λιμάνι της πόλης.  Πιο πέρα στο λόγο οι ανασκαφές αποκάλυψαν ότι κάτω υπήρχε μια διασταύρωση που κατέληγε σε μια Πύλη. Από εκεί ένας δρόμος οδηγούσε στα λουτρά και ο άλλος προς το Γυμνάσιο και Αμφιθέατρο. Ο  χαμηλότερος, χρονολογείται πριν τον μεγάλο σεισμό τον πρώτο αιώνα, ενώ ο δεύτερος χτίστηκε μετά το σεισμό. Μια άλλη σημαντική ανακάλυψη, είναι ότι η αποκάλυψη της βόρειας εισόδου της Πύλης η οποία ήτν σφραγισμένη, πιθανόν κατά την διάρκεια των αραβικών επιδρομών. Το χώρο πίσω από την σφραγισμένη πλευρά της πόλης, κοσμούν δύο κορινθιακού ρυθμού κίονες σε τέλεια κατάσταση.

Το 2003 οι εργασίες συνεχίστηκαν στη νότια πλευρά του ρωμαϊκού δρόμου, η οποία οδηγεί στην κατοικημένη περιοχή της αρχαίας πόλης. Κατά τις ανασκαφές που έγιναν το 2010, ανακαλύφθηκαν ρωμαϊκά αγάλματα, στο σημείο (frigidarium), των Ρωμαϊκών Λουτρών και στην προέκταση της λεωφόρου προς την θάλασσα που έχει κατεύθυνση Ανατολικά και Δυτικά. Πιστεύεται ότι το ένα από τα ακέφαλα αγάλματα ανήκει σε Ρωμαϊκή προσωπικότητα ενώ το άλλο φαίνεται να ανήκει στον Θεό Άδη. Το τρίτο ακέραιο άγαλμα  ανήκει στην Περσεφόνη. Δύο αγάλματα που δεν έχουν κεφάλια, ούτε πόδια πιστεύεται ότι είναι αγάλματα Σατύρων. Μετά τις ανακαλύψεις αυτές, ο αναπληρωτής επικεφαλής των ανασκαφών, Δρ  Ερχάν Όζτεπε (Erhan Öztepe), σύμφωνα με την τουρκοκυπριακή εφημερίδα Κύπρις, τόνιζε ότι θα πρέπει να γίνει ένα μουσείο για τη Σαλαμίνα «επειδή έρχονται στο πολλά ιστορικά έργα από την αρχαία πόλη της Σαλαμίνας και επειδή καθώς διεξάγονται οι ανασκαφές ο αριθμός αυτών των έργων αυξάνεται». Ο Δρ. Εμρέ Όζτεπε, που σημείωσε ότι βρέθηκαν μπρούμυτα κάτω από ψηφιδωτό τριών έως τεσσάρων μέτρων τα έργα, τα οποία έπεσαν και έσπασαν λόγω σεισμού ή κάποιας άλλης αιτίας. Σύμφωνα με τα ίδια δημοσιεύματα, πρόθεση του ψευδοκράτους είναι να αναστηλώσει πλήρως τα όσα βρέθηκαν «ώστε να γίνουν μέρος της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς». Μάλιστα, αντίγραφα των αγαλμάτων που ανακαλύφθηκαν το 2009, εκτέθηκαν στη Διεθνή Έκθεση Τουρισμού στη Γερμανία και η «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου» πήρε το βραβείο για το καλύτερο περίπτερο.

Στη συνέχεια οι ανασκαφές επικεντρώθηκαν στο λόφο και μερικά δημοσιεύματα τουρκοκυπριακών εφημερίδων μιλούν για την ανεύρεση μιας επιβλητική ρωμαϊκής οικίας νότια του θεάτρου με ψηφιδωτό δάπεδο.   Συνέχισαν τις ανασκαφές στα λουτρά και αποκάλυψαν ένα κτίσμα που πιθανόν πρόκειται για ναό. Επίσης έχει αποκαλυφθεί ένα μέρος του δρόμου που οδηγεί στη Βασιλική του Αγίου Επιφανείου.

 

Από δημοσιεύματα του τουρκοκυπριακού τύπου φαίνεται ότι  μέχρι τις αρχές του 1990 το Γυμνάσιο ήταν καλυμμένο με άγρια βλάστηση και λειτουργούσε ως βοσκότοπος. Η Τουρκοκυπριακή εφημερίδα Olay (3.5.82, Il Giornale dell’ Arte αρ. 48, Σεπτέμβρης 1987) δημοσίευσε την πληροφορία ότι διενεργήθηκαν παράνομες ανασκαφές στη Νεκρόπολη της Σαλαμίνας. Άλλες πληροφορίες αναφέρουν ότι συλήθηκαν οι αποθήκες και η βάση της Γαλλικής αποστολής του Πανεπιστημίου της Lyon η οποία διενεργούσε ανασκαφές μέχρι το 1974. Η περιοχή που περιβάλλει τους αρχαιολογικούς χώρους της Σαλαμίνας και της Έγκωμης έχει διαιρεθεί σε οικόπεδα προς ανάπτυξη με αποτέλεσμα να προκληθούν μεγάλες ζημιές στα Ελληνιστικά και στα Ρωμαϊκά μνημεία (Kibris 21.9.1993 και Yeni Duzen 13.9.1993).

 

Αντίθετα με τις διεθνείς συμβάσεις

 

Οι παράνομες ανασκαφές στην αρχαία Σαλαμίνα συνεχίζονται παρά τα διαβήματα της Κυπριακής Δημοκρατίας και την κατακραυγή της διεθνούς αρχαιολογικής κοινότητας.  Η Διεθνή Σύμβαση της Xάγης, που υπέγραψε η Kύπρος το 1964 και η Tουρκία το 1965, απαγορεύει ρητά κάθε αρχαιολογική εργασία σε κατεχόμενη από ξένα στρατεύματα περιοχή χωρίς τη συγκατάθεση της νόμιμης κυβέρνησης της χώρας (άρθρο 5). Tο άρθρο 9, που προστέθηκε στη Σύμβαση της Xάγης το Mάη του 1999 και επικυρώθηκε ήδη από 30 χώρες, τονίζει ακόμη πιο έντονα την αντίθεση της διεθνούς κοινότητας στην ανάληψη αρχαιολογικών ανασκαφών σε κατεχόμενες περιοχές.

Το ότι πρόκειται για παράνομες ορίζεται από την σύσταση της UNESCO (Νέο Δελχί, 1956) περί αρχαιολογικών ανασκαφών που αναφέρει ρητά ότι:

«Σε περίπτωση ένοπλης σύγκρουσης κάθε κράτος-μέλος που κατέχει εδάφη άλλου κράτους-μέλους οφείλει να απέχει από τη διενέργεια αρχαιολογικών ανασκαφών στα κατεχόμενα εδάφη. Στη δε περίπτωση τυχαίων ευρημάτων, ειδικώς κατά τη διάρκεια στρατιωτικών ενεργειών, οι δυνάμεις κατοχής οφείλουν να λάβουν όλα τα δυνατά μέτρα προστασίας αυτών των ευρημάτων, τα οποία πρέπει να παραδοθούν κατά το τέλος των εχθροπραξιών στις αρμόδιες αρχές της περιοχής που προηγουμένως βρισκόταν υπό κατοχή μαζί με όλα τα σχετικά με τα ευρήματα στοιχεία».

Μάλιστα η Συμβάσεως της Χάγης (επικυρώθηκε από την Τουρκία το 1965), κωδικοποιεί την δεοντολογία αυτή απαγορεύοντας την αρχαιολογική έρευνα χωρίς την έγκριση της νόμιμης κυβερνήσεως της ενδιαφερομένης χώρας.

Tο άρθρο 9, που προστέθηκε στη Σύμβαση της Xάγης το Mάη του 1999 και επικυρώθηκε ήδη από 30 χώρες, τονίζει ακόμη πιο έντονα την αντίθεση της διεθνούς κοινότητας στην ανάληψη αρχαιολογικών ανασκαφών σε κατεχόμενες περιοχές.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image