Βάκλα

Μεγάλο ραβδί από ξύλο δέντρου, μήκους μέχρι και 4 μέτρων περίπου, που χρησιμοποιείται για να χτυπούν τις κορφές των δέντρων ώστε να πέφτουν οι καρποί κατά τη συγκομιδή. Η λέξη δίνει και το ρήμα βακλίζω.

 

Η βάκλα χρησιμοποιείται για συλλογή καρπών που δεν παθαίνουν ζημιά με το χτύπημα ή το πέσιμό τους στη γη, όπως χαρούπια, ελιές κλπ. Ωστόσο προκαλείται ζημιά στα ίδια τα δέντρα.

 

Η λ. προέρχεται ίσως από την αρχ. βάκτρον ή βακτηρία. Αλλά πιθανό να προέρχεται και από τη λατινική baculus (=ραβδί).

 

Βάκλα λέγεται και η ουρά του προβάτου.