Βερκί

Λίθινο πρόχωμα, μεγάλου μήκους, που στερεώνει τις όχθες του ποταμού, ή για ενίσχυσή τους σε ύψος για να μη ξεχειλίζει.

 

Βερκίν λέγεται επίσης ο χαμηλός τοίχος περίφραξης, ενώ ο ψηλός τοίχος λέγεται σημηντήριν.

 

Βερκίν λέγεται και ο στενός κι επιμήκης λάκκος του νερόμυλου, κάτω από τον οποίο βρίσκεται η φτερωτή και μέσα από τον οποίο διοχετεύεται το νερό που την γυρίζει.

 

Βερκίν, τέλος, λέγεται και η στεφάνη του δακτυλιδιού. Για την τελευταία, πρβλ. και το δημοτικό:

 

... Την αρραβώναν την χρυσήν

τρεις χρυσοχοί την κάμνουν,

ο ένας κάμνει το βερκίν,

τζ' ο άλλος τα ντζ'ιβέλια...

 

Η λέξη προέρχεται από την ιταλική verga (=ράβδος), γιατί σ' όλες τις πιο πάνω περιπτώσεις, εκτός της τελευταίας, το αντικείμενο είναι στενό και μακρύ, σε σχήμα ραβδιού. Για την τελευταία περίπτωση, η λέξη φαίνεται ότι προέρχεται από τη γαλλική verge (=ράβδος αλλά και δακτύλιος).