Βέτο veto

Το δικαίωμα αρνησικυρίας, που έχει ο πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας σύμφωνα προς τα άρθρα 46,48 (δ), 49 (δ, στ) και 50 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το δικαίωμα αρνησικυρίας αφορά αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου και αποφάσεις ή νόμους της Βουλής των Αντιπροσώπων. Σε σχέση με το δικαίωμα αυτό, ο πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος έχουν και το δικαίωμα αναπομπής αποφάσεων ή νόμων της Βουλής για επανεξέταση.

 

Την κατάργηση του δικαιώματος αρνησικυρίας του προέδρου και του αντιπροέδρου είχε εισηγηθεί ο πρόεδρος Μακάριος με το πρώτο από τα 13 σημεία των προτάσεών του για τροποποιήσεις του Συντάγματος, που είχε υποβάλει στην τουρκοκυπριακή πλευρά στις 30.11.1963.

 

Το δικαίωμα αρνησικυρίας του προέδρου και του αντιπροέδρου μπορούσε να ασκηθεί χωριστά από τον καθένα κι αφορούσε ειδικότερα αποφάσεις και νόμους για τις εξωτερικές υποθέσεις, για θέματα άμυνας και για θέματα ασφάλειας. Σύμφωνα με το έγγραφο του Μακαρίου της 30.11.1963, η άσκηση του δικαιώματος αρνησικυρίας είναι μια αρνητική εξουσία που καθιστά ικανούς τον πρόεδρο και τον αντιπρόεδρο να παρεμποδίζουν αποφάσεις αντί να παίρνουν αποφάσεις.

 

Η λ. βέτο είναι σήμερα διεθνής όρος. Προέρχεται από τη λατινική λέξη veto που σημαίνει απαγορεύω, εμποδίζω. Το δικαίωμα του βέτο έχουν σήμερα τα 5 μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, όπου και χρησιμοποιήθηκε σε πολλές περιπτώσεις, όχι όμως και για το Κυπριακό ζήτημα.