Αναστασίου Αγίου μοναστήρι

Image

Το μοναστήρι του Αγίου Αναστασίου είναι αφιερωμένο στον «Αλαμάνο» άγιο Αναστάσιο* και βρίσκεται στο βόρειο άκρο του χωριού Περιστερώνα Αμμοχώστου. Αναφέρεται ήδη από τον Λεόντιο Μαχαιρά στο Χρονικόν του (παρ. 32): Ευρίσκεται εις την Περιστερόναν της Μεσαριάς

ο άγιος Αναστάσιος ο θαυματουργός... Αναφέρεται επίσης και από τον αρχιμανδρίτη Κυπριανό (Ιστορία Χρονολογική, σ. 352): Εις Περιστερώνα Μεσαορίας ο όσιος Αναστάσιος....

 

Το μοναστήρι φαίνεται ότι ιδρύθηκε κατά τη Βυζαντινή περίοδο, κι ήταν ένα από τα μοναστήρια που στα 1196 μεταβιβάστηκαν, όπως και τα χωριά Περιστερώνα και Πηγή, ως φέουδα στον Λατίνο αρχιεπίσκοπο Λευκωσίας, μαζί με τους κατοίκους, που παραχωρήθηκαν ως δουλοπάροικοι.

 

Σήμερα το μοναστήρι αποτελείται από μεγάλο τετράπλευρο περίβολο και σειρές κελλιών για μοναχούς με στοά από γοτθικά τόξα. Ένα από τα οικοδομήματα αυτά χρησίμευε ως πρόσφατα σαν σχολείο. Στον περίβολο υπάρχει πλήθος από μεσαιωνικά αρχιτεκτονικά μέλη, που μαζί με τα γοτθικά τόξα, ίσως βεβαιώνουν την άποψη ότι η παλαιότερη μορφή του κτιρίου αυτού ανήκει στον 15ο αιώνα. Μπροστά στη δυτική θύρα του ναού, που είναι δρομικού ρυθμού με καμάρα, βρίσκεται λαξευτός λάκκος με αγίασμα. Στα νότια υπάρχει νεότερος τάφος.

 

Στο βόρειο τοίχο προσκολλήθηκε κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας γοτθικό παρεκκλήσι, πάνω στο σπήλαιο του τάφου του αγίου Αναστασίου, πιθανό για τις θρησκευτικές ανάγκες των Φράγκων φεουδαρχών. Το 1306 κ.ε. η Περιστερώνα, προφανώς μαζί με το μοναστήρι του Αγίου Αναστασίου, ανήκε στη λατινική οικογένεια του σιρ Χιού Περιστερών, οπαδού του Αμωρύ, αδελφού του βασιλιά της Κύπρου Ερρίκου Β' Λουζινιανού. Η μεταχείριση των χωρικών από τους Φράγκους κυριάρχους δεν θα ήταν ανθρωπιστική, όπως προκύπτει από το γεγονός της συμμετοχής τους στην εξέγερση του ρήγα Αλέξη* στα 1426, οπότε η Περιστερώνα ήταν ένα από τα έξι καπετανάτα των επαναστατών. Στα 1468 βρίσκουμε τον δουλοπάροικο της Περιστερώνας Δημήτρη της Αννούσας να ελευθερώνεται από τον βασιλιά έναντι 3.000 χρυσών νομισμάτων. Στα 1571 η Περιστερώνα περιήλθε στους γενίτσαρους και στους σπαχήδες μαζί με άλλα 13 χωριά και τα τελωνεία με τις αλυκές, ως «μουκαττάς»= πηγή προσόδων. Το μοναστήρι ακολούθησε, ως ένα μεγάλο βαθμό, την τύχη του χωριού.

 

Στη νότια θύρα του ναού υπάρχει επιγραφή του 1755 που μαρτυρεί τη ριζική ανακαίνισή του με δαπάνες του εξάρχου της αρχιεπισκοπής Παναρέτου και των χωρικών. Ο Πανάρετος είναι χορηγός αρκετών εικόνων του ναού, όπως φαίνεται από τις επιγραφές, οι οποίες μαρτυρούν ότι κι όταν ακόμη έγινε μητροπολίτης Πάφου στα 1766, συνέχισε να χρηματοδοτεί την ζωγράφιση εικόνων για τον ναό του μοναστηριού. Στα 1778 επιστάτης του μοναστηριού ήταν ο ιερομόναχος Λεόντιος που φρόντισε για τη διακόσμηση του τέμπλου του ναού από τον ιερομόναχο Φιλάρετο από την Ψημολόφου, με δαπάνη του Περιστερωνίτη Χατζηγιασουμή. Ο ίδιος ο Λεόντιος χρησιμοποίησε στα 1804 τον ζωγράφο Παρθένιο για τοιχογραφίες στο ναό, που όμως καλύφθηκαν αργότερα με ασβέστη.

 

Σε ευαγγέλια και μηναία του μοναστηριού υπάρχουν ενδιαφέροντα χρονικά σημειώματα, από τα οποία σημαντικότερο είναι ένα του 1853, σύμφωνα προς το οποίο το μοναστήρι παρείχε στοιχειώδη εκπαίδευση σε χωρικούς της περιοχής, με αντάλλαγμα χειρωνακτικές εργασίες. Δάσκαλος ήταν ο γέροντας πρωτοσύγκελλος του Αγίου Τάφου, του οποίου το όνομα δεν είναι γνωστό.

 

Στον κτηματικό κώδικα της Αρχιεπισκοπής (σσ. 107-109) αναγράφεται ανακαίνιση των «οντάδων» του μοναστηριού κατά το 1780, ενώ στη σ. 1018 κ.α. υπάρχουν κατάλογοι της περιουσίας του κατά το 1847 και σε άλλες χρονολογίες. Το 1831 το μοναστήρι χρωστούσε στον Γάλλο υπήκοο στη Λάρνακα Παταρόν κάποιο ποσό που δεν αναφέρεται, το οποίο αυτός διεκδίκησε από τους ενοικιαστές του μοναστηριού. Φαίνεται πως το μοναστήρι είχε πια διαλυθεί και περιέλθει στην Αρχιεπισκοπή, μαζί με την περιουσία του που ενοικιαζόταν στους χωρικούς.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image