Ανατολή και Κύπρος

Image

Ως γεωγραφικός όρος η Ανατολή σε διάφορες περιόδους είχε διαφορετική σημασία και ερμηνεία. Κατά τους αρχαιότατους χρόνους Ανατολή είναι η «πρός ἠώ τ’ ᾑελιόν τε» δηλαδή η Ασία, σε αντίθεση με την Ευρώπη, που είναι η προς «ζόφον» χώρα. Αυτή τη διαίρεση της γης γνωρίζει ο Όμηρος. Οι Ρωμαίοι έδιναν την ονομασία αυτή σε όλες τις χώρες που βρίσκονταν ανατολικά του Αδριατικού και Ιονίου πελάγους. Οι Βυζαντινοί την ονομασία αυτή έδιναν μόνο στη Μ. Ασία. Με την ονομασία Ανατολή εννοούσαν την Μ. Ασία και οι Τούρκοι. Επομένως τόσο για τους Βυζαντινούς όσο και για την Οθωμανική αυτοκρατορία η έννοια της Ανατολής ως γεωγραφικός όρος είναι πιο στενή παρά στους Ρωμαίους.

 

Κατά τον Μεσαίωνα οι δυτικοί Ευρωπαίοι για τη διάκριση του όρου Ανατολή αφενός μεν από τη Μ. Ασία, την οποία καλούσαν Ανατολία, και αφετέρου από την όλη Ανατολή, ως γεωγραφικής ενότητας, την οποία καλούσαν Orient, χρησιμοποίησαν τον γαλλικό όρο Levant. Ο όρος αυτός, που μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Φράγκους (1204 μ.Χ.) εισχώρησε στη γλώσσα μας με τη μορφή Λεβάντε (ιταλ. Levante) έχει στενότερη έννοια και δηλώνει τις χώρες των παραλίων της ανατολικής Μεσογείου από την Ελλάδα μέχρι την Αίγυπτο.

 

Γεωγραφικά η έννοια του όρου Ανατολή σήμερα είναι ευρύτατη. Γενικά αναφέρεται στις προς Α. χώρες. Γι' αυτό ειδικότερα προσδιορίζεται σε Άπω Ανατολή (Ιαπωνία, Κίνα, Κορέα, Αν. Σιβηρία, Ινδοκίνα), Εγγύς Ανατολή (Συρία, Λίβανος, Ισραήλ, Ιορδανία, Παλαιστίνη, Αίγυπτος, Κύπρος) και Μέση Ανατολή (Τουρκία, Συρία, Λίβανος, Ισραήλ, Αίγυπτος, Σαουδική Αραβία, Ιράκ, Ιράν). Σήμερα λέγοντας Ανατολή (μονολεκτικά) εννοούμε όλες τις χώρες, από τον Ινδό ποταμό ως τα παράλια της Μ. Ασίας. Ειδικότερα ακόμη Ανατολή (τουρκ. Anadolu) λέγεται η Ανατολία, η Μ. Ασία. Για τους ανθρώπους της Δύσης κυρίως μετά από τότε που άρχισαν οι νεότερες εθνογραφικές έρευνες με τον όρο Ανατολή (γαλλ. L' Orient, αγγλ. The East, γερμ. Orient και Osten, ιταλ. Oriente και Levante, ρωσσ. Vostok) εννοούνται όλες οι χώρες που είχε συμπεριλάβει στο κράτος του ο Μέγας Αλέξανδρος.

 

Η Κύπρος, το ανατολικότερο νησί της Μεσογείου, βρίσκεται στα αβέβαια σύνορα Ανατολής και Δύσης. Αν και γεωγραφικά βρίσκεται στον χώρο της Ανατολής, ενταγμένη στην γεωγραφική ζώνη της Εγγύς Ανατολής, ωστόσο σήμερα ανήκει πολιτικά και πολιτιστικά στη Δύση. Η σημαντική γεωγραφική θέση της Κύπρου απεδείχθη από τα πανάρχαια χρόνια προνομιακή για το νησί και τους κατοίκους του, αν και συνηθέστερα απεδείχθη επικίνδυνη αφού η Κύπρος, από την αρχή της ιστορίας ως σήμερα, αποτελούσε κι αποτελεί το μήλο της έριδος ανάμεσα σε λαούς της Ανατολής και της Δύσης. Έτσι, από τη μια η Κύπρος απετέλεσε γέφυρα επαφής ανάμεσα στους δυο κόσμους κι έγινε δέκτης και μεταδότης πολιτισμών, θρησκειών και ιδεών αλλά και ενδιάμεσος σταθμός εμπορικών και άλλων επαφών, κι από την άλλη δέχτηκε εισβολείς και κατακτητές ως πεδίο συγκρούσεων, αποτέλεσμα ανταγωνισμών οικονομικών, πολιτικών και στρατιωτικών.

 

Όπως έχει αποδειχθεί, η Κύπρος είχε αναπτύξει από τα πανάρχαια χρόνια εμπορικές κυρίως σχέσεις και επαφές με ανατολικούς λαούς. Οι μέχρι σήμερα γνώσεις μας για τον προϊστορικό Κύπριο φθάνουν στο παρελθόν σε βάθος ως τις αρχές της 6ης χιλιετηρίδας π.Χ. (περ. 5650 π.Χ.), στη Νεολιθική εποχή. Δεν έχουν ανακαλυφθεί μέχρι σήμερα στην Κύπρο ενδείξεις ύπαρξης στο νησί προηγούμενων του Νεολιθικού πολιτισμών. Τούτο οδήγησε στην αμφίβολη θεωρία πως η Κύπρος κατοικήθηκε κατά την Νεολιθική περίοδο από αποίκους γειτονικών ανατολικών χωρών όπως η Μικρά Ασία, η Συρία και η Παλαιστίνη, όπου απεδείχθη η ύπαρξη πολιτισμών ακόμη αρχαιοτέρων. Παράλληλα, αντιπαραβάλλεται η θεωρία ότι ο Νεολιθικός πολιτισμός του νησιού προήλθε από παλαιότερους Μεσολιθικούς ή και Παλαιολιθικούς πολιτισμούς που ανθούσαν στο νησί και που τα ίχνη τους δεν έχουν ακόμη επισημανθεί. Οι νεότερες χρονολογήσεις εκτείνουν τους διάφορους νεολιθικούς οικισμούς που έχουν ήδη ανασκαφεί σε διάφορα μέρη του νησιού, ακόμη πιο βαθιά μέσα στο παρελθόν, στο 7000 π.Χ. ή και παλαιότερα (Ακεραμεική Νεολιθική Α' Εποχή). Δεν είναι, συνεπώς, καθόλου βέβαιο πως οι πρώτοι κάτοικοι της Κύπρου προέρχονται από λαούς ανατολικών χωρών. Ίσως όμως αυτοί να είχαν ήδη αναπτύξει από τότε ένα είδος υποτυπώδους εμπορίου με τη Μικρά Ασία, αφού αποδεικνύεται πως ο οψιανός λίθος από τον οποίο ήσαν κατασκευασμένα πολλά νεολιθικά εργαλεία που βρέθηκαν, δεν υπάρχει στην Κύπρο.

 

Αποδεδειγμένες είναι οι επαφές των Κυπρίων με την Εγγύς Ανατολή και παράλληλα με το Αιγαίο κατά την περίοδο της Πρώιμης Χαλκοκρατίας (2300-1850 π.Χ.) και κυρίως κατά την Πρώιμη Χαλκοκρατία III (2000-1850 π.Χ.). Οι επαφές αυτές ήσαν βασικά εμπορικές, κι έγιναν πολύ στενότερες και πολυπληθέστερες στα χρόνια που ακολούθησαν, κατά τα οποία η Κύπρος εξήγε το πολύτιμο μέταλλό της, τον χαλκό, που της απέφερε σημαντικά κέρδη. Όμως δεν ήσαν μόνο τα κέρδη που έφθαναν στο νησί από την εμπορία του χαλκού. Κατά την περίοδο της Μέσης Χαλκοκρατίας (1850-1600/1550 π.Χ.), μαρτυρούνται επιδρομές των Υξώς στην Κύπρο, λαού πολεμικού που είχε κυριαρχήσει στην Αίγυπτο.

 

Η εγκατάσταση Μυκηναίων εμπόρων στην Κύπρο μεταξύ 1400 και 1300 π.Χ. και ο αποικισμός του νησιού από τους Αχαιούς λίγο αργότερα (1230 κ.ε.), όχι μόνο δεν εμπόδισαν τις εμπορικές σχέσεις της Κύπρου με τις χώρες της Εγγύς Ανατολής, αλλά αντίθετα οι σχέσεις αυτές πολλαπλασιάστηκαν, παράλληλα προς την περαιτέρω ανάπτυξη εμπορικών σχέσεων με το Αιγαίο. Τότε η Κύπρος δεν δέχεται μόνο αποίκους Αχαιούς από τη «Δύση», δέχεται και καταστροφικές επιδρομές από την Ανατολή, από τους Λαούς της Θάλασσας, προς αντιμετώπιση των οποίων ο βασιλιάς της Αλασίας-Κύπρου ζητεί και τη βοήθεια του φαραώ της Αιγύπτου.

 

Περί το 850 π.Χ. αρχίζουν να εγκαθίστανται στην Κύπρο, και κυρίως στο Κίτιον, οι Φοίνικες, προερχόμενοι από τ' ανατολικά, ασχολούμενοι βασικά με το εμπόριο, αλλά που φέρνουν κι αυτοί μαζί τους, όπως κι οι Αχαιοί και οι Μυκηναίοι, στοιχεία του δικού τους πολιτισμού και της δικής τους θρησκείας, που τα μεταφυτεύουν στο νησί. Ακολουθεί η για έναν περίπου αιώνα κυριαρχία των Ασσυρίων στην Κύπρο, λαού που και πάλι προέρχεται από την Ανατολή, κι ύστερα η σχετικά σύντομη, αλλά με σοβαρές επιδράσεις κυρίως στις τέχνες και στη θρησκεία, υποταγή της Κύπρου στην Αίγυπτο. Άλλος ένας ανατολικός λαός διαδέχεται τους κατακτητές, οι Πέρσες, που έχουν ήδη εξελιχθεί σε ισχυρή δύναμη και καταλαμβάνουν το νησί από το 546 π.Χ. Οι Πέρσες κυριαρχούν και στην Αίγυπτο, όπως και στη Μικρά Ασία και στις απέναντι της Κύπρου ανατολικές χώρες. Η Κύπρος, που διατηρεί αδιάκοπες σχέσεις προς την Ελλάδα, γίνεται ο χώρος αλλεπάλληλων συγκρούσεων και εξεγέρσεων κατά των Περσών, εξεγέρσεων που είτε υποκινούνται είτε υποβοηθούνται από τους Έλληνες και κυρίως τους Αθηναίους, που οργανώνουν μάλιστα και στρατιωτικές αποστολές γι' απελευθέρωση της Κύπρου.

 

Το σύντομο αλλά θυελλώδες πέρασμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου από την Ελλάδα στα βάθη της Ασίας (που το ακολουθούν και αρκετοί Κύπριοι), διαδέχονται οι ανταγωνισμοί των Επιγόνων, ως ότου η Κύπρος κερδίζεται τελικά από τους Πτολεμαίους και προσαρτάται στο αιγυπτιακό τους κράτος.

 

Ο επόμενος κατακτητής φθάνει από τη Δύση κι είναι οι Ρωμαίοι, οι οποίοι κατακτούν και αρκετές ανατολικότερες προς την Κύπρο χώρες όπως η Παλαιστίνη. Απ' αυτήν, ουσιαστικά από τ' ανατολικά και πάλιν, θα διαδοθεί στην Κύπρο η νέα θρησκεία που θα κυριαρχήσει στο νησί και στη Δύση, ο Χριστιανισμός.

 

Στους μ.Χ. αιώνες βρίσκουμε κατά καιρούς να κατοικούν στην Κύπρο ή σε πόλεις της αρκετοί ξένοι από την Ανατολή, οι οποίοι σχηματίζουν δικές τους κοινότητες, ασχολούνται συνήθως με το εμπόριο και πολλές φορές προκαλούν σοβαρότατες ταραχές (λ.χ. Εβραίοι). Στη διάρκεια της Βυζαντινής περιόδου, η Κύπρος υφίσταται επιδρομές των Αράβων (7ος- 10ος αι.) που φθάνουν στο νησί πάλι από την Ανατολή.

 

Οι επόμενοι κατακτητές έρχονται ξανά από τη Δύση, κι είναι οι σταυροφόροι του Ριχάρδου Λεοντόκαρδου και οι Ναΐτες ιππότες, που τελικά πωλούν την Κύπρο στους Λουζινιανούς. Κατά την περίοδο των τριών περίπου αιώνων της Φραγκοκρατίας (1192-1489) η Κύπρος οργανώνεται σε φεουδαρχικό βασίλειο και γίνεται το «προκεχωρημένο φυλάκιο» των δυτικών ενάντια στους ανατολικούς λαούς. Από την Κύπρο ξεκινούν οργανωμένες στρατιωτικές επιθέσεις για λεηλασία πόλεων στη Μικρά Ασία, Συρία, Παλαιστίνη, Αίγυπτο, ενώ και η Κύπρος δέχεται τα χτυπήματα που ανταποδίδονται, καθώς και σοβαρής εκτάσεως εισβολές των Σαρακηνών. Παράλληλα όμως αναπτύσσεται το εμπόριο μεταξύ Ανατολής και Δύσης, με διαμετακομιστικό σταθμό την Κύπρο, και κυρίως την Αμμόχωστο, στην οποία συσσωρεύονται αμύθητα κέρδη. Κατά την εποχή αυτή επεμβαίνει δυναμικά στην Κύπρο και η Δυτική Εκκλησία, εις βάρος της Ανατολικής -Ορθόδοξης, που πλήττεται μεν ανελέητα, αλλά τελικά δεν υποκύπτει.

 

Στα διάφορα αρχειακά έγγραφα (αρχείο Βενετίας, αρχείο Ραγούζας κ.ά.) που αναφέρονται στην ανάπτυξη του εμπορίου και της ναυτιλίας από το Μεσαίωνα ως τις αρχές του 19ου αιώνα, με τον όρο Ανατολή (Levante) εννοείται η περιοχή που περιλαμβάνει τα παράλια της ανατολικής Μεσογείου από το Ιόνιο πέλαγος μέχρι την Αίγυπτο και τη Μικρά Ασία. Πολλά απ' αυτά τα έγγραφα αναφέρονται και στην Κύπρο, η οποία καθόλη αυτή την περίοδο υπήρξε ένα από τα πιο αξιόλογα και σημαντικότερα εμπορικά κέντρα της Ανατολής.

 

Η Ανατολή αποτελούσε μια πολύ καλά προμηθευμένη αγορά στην οποία συγκεντρώνονταν εμπορεύματα ακόμη και από πολύ μακρινές περιοχές. Σ' αυτήν, κατά το 14ο και 15ο αιώνα, όπως φυσικά και αργότερα, κατέφθαναν προϊόντα όχι μόνο από τη Δύση αλλά και από την Άπω Ανατολή. Αυτά μεταφέρονταν με πλοία διαφόρων εθνικοτήτων, που παραταγμένα σε φάλαγγα σχημάτιζαν τη γνωστή νηοπομπή ή καραβάνι που εκτελούσε τακτικά δρομολόγια. Από τη Βενετία, για παράδειγμα, πολλές φορές κάθε χρόνο ξεκινούσε νηοπομπή πλοίων για την Ανατολή, αποτελούμενη συνήθως από 8-13 γαλέρες, που ήταν φορτωμένες με διάφορα εμπορεύματα της Δύσης. Τα καραβάνια αυτά συνήθως συνόδευε ένας πρόξενος, ένας εμπορικός σύμβουλος και ένας επόπτης. Ο τελευταίος, μετά την εκφόρτωση των εμπορευμάτων της Δύσης και τη φόρτωση των εμπορευμάτων της Ανατολής στα πλοία, επέστρεφε στη Βενετία, αφήνοντας στα διάφορα σημαντικά εμπορικά κέντρα της Ανατολής αντιπρόσωπό του με οδηγίες για την προετοιμασία μελλοντικών προμηθειών.

 

Η συγκέντρωση εμπορευμάτων απ' όλες τις περιοχές σ' ορισμένα εμπορικά κέντρα της Ανατολής αποσκοπούσε στο να εξασφαλίζει στις νηοπομπές, που έρχονταν απ' όλες τις χώρες της Ευρώπης και της Μεσογείου, γρήγορη και εύκολη προμήθεια εμπορευμάτων. Τέτοια κέντρα εκείνη την εποχή υπήρχαν πολλά στην Ανατολή. Τα σημαντικότερα απ' αυτά ήταν ορισμένα Ιόνια νησιά, η Άρτα, η Πελοπόννησος, η Εύβοια, η Κρήτη, η Κύπρος, η Σμύρνη, τα λιμάνια της Συρίας και της Παλαιστίνης και πριν απ' όλα η Αλεξάνδρεια.

 

Η Κύπρος άρχισε να διαδραματίζει αξιόλογο ρόλο στο εμπόριο της Ανατολής από τις τελευταίες δεκαετίες του 12ου αιώνα, με σπουδαιότερο εμπορικό κέντρο την Αμμόχωστο η οποία άρχισε να αποκτά μεγαλύτερη σημασία από την εποχή της τρίτης Σταυροφορίας (1189-1192). Αργότερα ο ρόλος του νησιού γίνεται ακόμη πιο σημαντικός γιατί οι επαφές και οι σχέσεις του με τη Συρία και την Παλαιστίνη, δυο από τις πιο αξιόλογες αγορές, επέτρεπαν σ' αυτήν να προμηθεύεται με ευκολία τα προϊόντα της Ανατολής και μέσω των αγορών του νησιού, ιδιαίτερα της Αμμοχώστου, να τα διοχετεύει στη Δύση, και αντίστροφα, να προμηθεύεται διάφορα δυτικά προϊόντα από τη Δύση και να τα διαθέτει στις αγορές της Ανατολής.

 

Ο ρόλος της Κύπρου προς αυτή την κατεύθυνση ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο μετά την πτώση της Άκρας το 1291 μ.Χ. εφόσον αυτή συνέβαλε ώστε το μεγαλύτερο μέρος της εμπορικής δραστηριότητας της Συρίας να μεταφερθεί στην Κύπρο. Τα κυπριακά λιμάνια ήταν οι μόνοι εμπορικοί σταθμοί της Ανατολής που βρίσκονταν στα χέρια των Χριστιανών. Η Κύπρος ήταν η μόνη χριστιανική χώρα που βρισκόταν κοντά στους Αγίους Τόπους και από την οποία οι Χριστιανοί έμποροι θα μπορούσαν να εξορμήσουν για την ανάκτηση των απολεσθέντων. Επιπλέον, ιδιαίτερα μετά την πτώση της Άκρας, εκτός από τη σημασία που είχε σαν εμπορικό κέντρο, η Κύπρος μαζί με την Αρμενία, διεδραμάτιζε και ένα άλλο ξεχωριστό ρόλο. Υπήρξε φύλακας και προμαχώνας της Χριστιανοσύνης.

 

Κάτω απ' αυτές τις συνθήκες και χάρις στην ασφάλεια που πρόσφερε ως νησί, την εξαιρετική της γεωγραφική θέση, που επέτρεπε την εύκολη και γρήγορη συγκοινωνία με τα λιμάνια της νοτιοανατολικής Μεσογείου, και την αφθονία και ποικιλία των εγχωρίων προϊόντων της, η Κύπρος έγινε αξιόλογο εμπορικό κέντρο όπου συναντιόνταν πολυάριθμοι έμποροι από τη Δύση και την Ανατολή, και μεγάλη αγορά για την ανταλλαγή κάθε λογής εμπορευμάτων. Με την πάροδο του χρόνου ο ρόλος του νησιού προς αυτή την κατεύθυνση ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο γιατί οι Κύπριοι πια δεν περιορίστηκαν μόνο στο ρόλο του μεσάζοντα στο ζωηρό εμπόριο που διεξαγόταν μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Τουναντίον παράλληλα με το εμπόριο των περιζήτητων παραδοσιακών ως τότε κυπριακών προϊόντων (ζάχαρη, κρασί, χαρούπια, βαμβάκι, λουλάκι, κ.α.) που αυτοί διοχέτευαν προς όλες τις κατευθύνσεις και των οποίων τα περισσεύματα που προορίζονταν για εξαγωγή εξασφαλίζονταν αναγκαστικά από την ίδια τη φύση του φεουδαρχικού συστήματος μέσω της παραγωγής των φέουδων που προορίζονταν για την αγορά, άρχισαν να ειδικεύονται και στην παραγωγή ορισμένων υφασμάτων που μιμήθηκαν από την Ανατολή (baldekino, camocato, boccasino, zendado, bucherame, nacco, nassit, κ.α.). Ιδιαίτερα ύστερα από την πτώση των χριστιανικών κτήσεων της Ανατολής στα χέρια των Μωαμεθανών, οι Κύπριοι παρέμειναν οι μόνοι φορείς του εμπορίου αυτών των ειδών προς τη Δύση. Ο προσανατολισμός των Κυπρίων προς αυτά τα είδη και η επίδοσή τους στην παραγωγή τους, αύξησε σημαντικά την ποικιλία και τη σημασία των κυπριακών αγορών και συνέβαλε σημαντικά στη ραγδαία ανάπτυξη του εμπορίου του νησιού καθόλη την περίοδο της Φραγκοκρατίας.

 

Η Κύπρος συνεχίζει να αποτελεί αξιόλογο εμπορικό κέντρο και κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας, όμως αναπόφευκτα αρχίζει να μοιράζεται την τύχη των άλλων βενετικών κτήσεων.

 

Η κυριαρχία των Βενετών επί της Κύπρου, που άρχισε με την παραχώρησή της σ' αυτούς από την Αικατερίνη Κορνάρο στα 1489, τερματίστηκε στα 1570-1 με την βίαιη κατάκτησή της από τους Τούρκους. Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, που διάρκεσε μέχρι το 1878, η Κύπρος περιέπεσε σε μαρασμό και κατάντησε να είναι μια ασήμαντη και άθλια επαρχία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, εξαιτίας της απουσίας οποιωνδήποτε ευνοϊκών συνθηκών για καλύτερη ζωή. Κατά την περίοδο αυτή διατηρήθηκαν επαφές κυρίως με δυτικές χώρες, στη βοήθεια των οποίων οι Κύπριοι ήλπιζαν για απελευθέρωσή τους από τον δυσβάστακτο ζυγό.

 

Το τέλος της Βενετοκρατίας είχε ως αποτέλεσμα την εξασθένιση του εμπορίου του νησιού με τη Βενετία και την ενίσχυση των εμπορικών σχέσεών του με την οθωμανική Ανατολή. Το 18ο αιώνα, με βάση τα στοιχεία του αρχείου της Ραγούζας, η Κύπρος διατηρούσε εμπορικές σχέσεις μ' όλα τα σπουδαιότερα εμπορικά κέντρα της Ανατολής. Τα ξένα πλοία έρχονταν στην Κύπρο είτε γιατί είχαν ως αποκλειστικό προορισμό τους το νησί είτε γιατί το περιλάμβαναν στα διάφορα δρομολόγια των πλοίων τους με βάση το σύστημα ακτοπλοΐας. Το σημαντικότερο λιμάνι της Κύπρου ήταν η Λάρνακα. Η σημασία του λιμανιού αυτού άρχισε ν' αυξάνεται από το δεύτερο μισό του 15ου αιώνα σε βάρος της Αμμοχώστου που κατεχόταν από τους Γενουάτες.

 

Στην ενίσχυση των εμπορικών σχέσεων της Κύπρου με την Ανατολή κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας συνέβαλαν σημαντικά τα διάφορα εμπορικά προνόμια (διομολογήσεις) τα οποία η Οθωμανική αυτοκρατορία παραχωρούσε στους ξένους εμπόρους, βάσει των οποίων αυτοί απολάμβαναν προνομιακή τελωνειακή μεταχείριση για το εμπόριο που διεξήγαν στις διάφορες περιοχές της αυτοκρατορίας, τα οποία βέβαια ίσχυαν και για την Κύπρο. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα οι ξένοι έμποροι να μπορούν κατά το 18ο και 19ο αιώνα να προμηθεύονται τα σημαντικότερα προϊόντα του νησιού απ' όλα σχεδόν τα σπουδαιότερα εμπορικά κέντρα της Ανατολής. Τα κέντρα αυτά ήταν πολύ σημαντικά και απ' αυτά οι Ευρωπαίοι έμποροι μπορούσαν να προμηθεύονται εξαίρετα υφάσματα, πολλών από τα οποία οι ονομασίες έγιναν συνώνυμες των πιο πολυτελών και ακριβών υφασμάτων με αποτέλεσμα αυτές να διατηρούνται ακόμη και σήμερα.

 

Σχετικά με την προμήθεια κυπριακών προϊόντων από διάφορα εμπορικά κέντρα της Ανατολής, σημαντικές πληροφορίες περιέχουν τα έγγραφα της σειράς Sanitas του αρχείου της Ραγούζας. Στη σειρά αυτή καταχωρούνταν οι καταθέσεις των διαφόρων εμπόρων και καπετάνιων στις οποίες ήταν υποχρεωμένοι να προβαίνουν προτού αυτοί και τα εμπορεύματά τους εισέλθουν στο λοιμοκαθαρτήριο της Ραγούζας. Ως εκ τούτου, η σειρά αυτή αποτελεί την καλύτερη πηγή πληροφοριών για τα είδη και την καταγωγή των προϊόντων που εισάγονταν στη Ραγούζα από την Ανατολή.

 

Από τα διάφορα αρχειακά έγγραφα, φαίνεται ότι η Κύπρος τον 18ο αιώνα ήταν ένα από τα σπουδαιότερα εμπορικά κέντρα της Ανατολής κι ολόκληρης της Μεσογείου. Ήταν ένα εμπορικό κέντρο με διεθνή ακτινοβολία που επισκέπτονταν πολλά εμπορικά πλοία από διάφορες χώρες. Ο σημαντικός ρόλος που η Κύπρος διεδραμάτιζε στο εμπόριο της Μεσογείου φαίνεται και από το γεγονός ότι όλα τα περίφημα και περιζήτητα προϊόντα του νησιού οι Ευρωπαίοι έμποροι μπορούσαν να τα προμηθεύονται κι απ' όλες τις κυριότερες αγορές της Ανατολής όπως ήταν η Σμύρνη, η Κωνσταντινούπολη, η Αλεξάνδρεια, η Θεσσαλονίκη κ.ά. Παράλληλα με το κρασί, το βαμβάκι, το μετάξι, τη σόδα, την τερεβινθίνη, το ριζάρι, τη χεννά, το φαιόχωμα και μερικές άλλες πρώτες ύλες, ορισμένα προϊόντα της κυπριακής υφαντουργίας όπως ήταν τα δίμιτα, το σατέν, ο μπασμάς, η μποτάνα, τα καμηλωτά, οι μαξιλαροθήκες, τα μεταξωτά σάλια, τα μαντήλια, τα βέλα και τα διάφορα ξακουστά βαμβακερά υφάσματα, λόγω του ιδιαίτερου τρόπου ύφανσής τους, της ανθεκτικότητας και της εξαιρετικής τους ποιότητας, είχαν ξεχωρίσει και καθιερωθεί στο εμπόριο της Ανατολής.

 

Η σπουδαιότητα της Κύπρου ως εμπορικού κέντρου διεθνούς σημασίας, όχι μόνο στα πλαίσια της Ανατολής αλλά και του ευρύτερου μεσογειακού και ευρωπαϊκού χώρου, οφειλόταν σε πολλούς παράγοντες. Οι πιο σπουδαίοι απ' αυτούς ήταν: η πλούσια ποικιλία της γεωργικής αλλά κυρίως της βιοτεχνικής ντόπιας παραγωγής, η ευνοϊκή γεωγραφική θέση του νησιού σε συνδυασμό με τη μικρή σχετικά απόσταση που το χώριζε από τα σπουδαιότερα εμπορικά κέντρα της περιοχής και η καλή θαλάσσια συγκοινωνία μ' ολόκληρη τη Μεσόγειο. Όλοι αυτοί οι παράγοντες συνέβαλαν ώστε το νησί να εξελιχθεί σε αξιόλογο κέντρο του ανατολικού εμπορίου και για πολλούς αιώνες να διαδραματίσει στο εμπόριο της Μεσογείου και ιδιαίτερα της Ανατολής, ένα ρόλο που ξεπερνούσε κατά πολύ τις δυνατότητες που αναλογούσαν στο μέγεθός του.

 

Μετά την ανακήρυξη της Κύπρου σε ανεξάρτητο κράτος το 1960, οι σχέσεις του νησιού με τις γειτονικές ανατολικές χώρες ετέθησαν πάνω σε νέα βάση και δεσμοί στενής φιλίας συνδέουν τώρα την Κυπριακή Δημοκρατία με τις χώρες αυτές, ιδιαίτερα τις αραβικές. Οι φιλικές αυτές σχέσεις επέτρεψαν, όπως ήταν φυσικό, και την ανάπτυξη του εμπορίου.

 

Σημ: Για περισσότερες λεπτομέρειες των σχέσεων της Κύπρου προς την Ανατολή, βλέπε ανάλογα λήμματα, όπως Αίγυπτος και Κύπρος, Συρία και Κύπρος, Ασσύριοι και Κύπρος, Πέρσες και Κύπρος, Φοίνικες και Κύπρος, εμπόριο κλπ.