Γεωργιάδης Δημήτριος

Διάκονος του Οικουμενικού Πατριαρχείου και καθηγητής του Κανονικού Δικαίου στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, που απεστάλη στην Κύπρο ως ειδικός έξαρχος των τριών πατριαρχείων Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων τον Σεπτέμβριο του 1901 για να επιληφθεί του φλέγοντος αρχιεπισκοπικού ζητήματος*. Όπως αναφέρεται σε επιστολή του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωακείμ Γ', ο Γεωργιάδης είχε σταλεί ανεπισήμως για να συμφιλιώσει τα διιστάμενα μέρη, Κιτιακούς και Κυρηνειακούς, με τη βοήθεια των δυο αντιπάλων επισκόπων, Κιτίου Κυρίλλου (Κυριλλάτσου) και Κυρηνείας Κυρίλλου (Κυριλλουδιού), με στόχο κανονική εκλογή αρχιεπισκόπου.

 

Η πιο σημαντική εκδήλωση της σχέσης του Δ. Γεωργιάδη με το αρχιεπισκοπικό ζήτημα ήταν η Έκθεσή του προς τον οικουμενικό πατριάρχη, στην οποία αναλύει σε βάθος τα κίνητρα και τα πάθη της έριδας, και καθορίζει τα πολιτικά της χαρακτηριστικά, παρατηρώντας ότι οι κύριοι αντίπαλοι του Κιτίου Κυρίλλου στο εκκλησιαστικό θέμα ήταν και οι αντίπαλοί του στο Νομοθετικό Συμβούλιο, ο Πασχάλης Κωνσταντινίδης και ο Αχιλλέας Λιασίδης, συμβιβαστικοί έναντι στο αγγλικό αποικιακό καθεστώς.

 

Λόγω της αμοιβαίας καχυποψίας των δυο παρατάξεων ο Δ. Γεωργιάδης δεν κατόρθωσε να επιτύχει στις προσπάθειές του και τόνισε ότι η κυρηνειακοκρατούμενη Ιερά Σύνοδος, που διοικούσε τότε την Εκκλησία, απέβλεπε στην ανατροπή των εκκλησιαστικών εκλογών της 10/23 Σεπτ. 1900, που είχαν φέρει αποτελέσματα υπέρ των Κιτιακών, με στόχο την εκλογή του Κυρηνείας ως αρχιεπισκόπου. Η θέση του Γεωργιάδη έναντι στην Ιερά Σύνοδο ήταν ότι ήταν αντικανονική και άκυρη, αλλά όπως ανέφερε, δεν θέλησε να χρησιμοποιήσει τη δύναμή του, ως πατριαρχικός έξαρχος, να την κηρύξει παράνομη, να διερευνήσει ο ίδιος τις (αμφισβητούμενες) εκλογές και να κηρύξει νικητή τον υποψήφιο που είχε λάβει τις πιο πολλές ψήφους, γιατί αυτό δεν θα ήταν ειρηνική λύση και θα αντιμετωπιζόταν σχεδόν ως εχθρική πράξη από την κυβέρνηση που μισούσε τον Κιτίου και ήθελε την εκλογή τρίτου ως αρχιεπισκόπου. Κατά τον Φίλιο Ζαννέτο ( Ιστ. της Κύπρου, Γ , σσ. 338 -352), ο Γεωργιάδης κακώς δεν θέλησε να προβεί σε ανακρίσεις και διερεύνηση των εκλογών, φοβούμενος να μη δυσαρεστήσει την αποικιακή κυβέρνηση. Νομίζοντας ότι διαδραμάτιζε ρόλο μεγάλου διπλωμάτη, στην ουσία είχε γίνει θύμα και όργανο του πανούργου Άγγλου μεγάλου αρμοστή. Δεν ήταν η πρώτη ούτε η τελευταία φορά που αντιπρόσωποι του πατριαρχείου ή πατριαρχεία αναμειγνυόμενα στα κυπριακά εκκλησιαστικά ζητήματα επηρεάζονταν από τους Βρετανούς κυρίους του νησιού.