Γουίνστερ λόρδος, Ρέτζιναλτ Φλέτσερ Reginald Fletcher, lord Winster

Image

Βρετανός κυβερνήτης της Κύπρου από τις 27 Μαρτίου 1947 μέχρι τις 9 Φεβρουαρίου 1949, οπότε κι αναχώρησε από το νησί αφού παραιτήθηκε του αξιώματός του με επιστολή που απέστειλε στον υπουργό των Αποικιών Άρθουρ Κρήητς Τζόουνς ημερομηνίας 25 Ιανουαρίου 1949.

 

Ο λόρδος Γουίνστερ αντικατέστησε τον κυβερνήτη της Κύπρου σερ Τσαρλς Κάμπελλ Γούλλεϋ, που απεχώρησε τον Οκτώβριο του 1946. Διάδοχος του λόρδου Γουίνστερ ήταν ο κυβερνήτης σερ Άντριου Μπάρκγουωρθ Ράιτ, που ήρθε στην Κύπρο κι ανέλαβε τα καθήκοντά του τον Αύγουστο του 1949. Ο λόρδος Γουίνστερ διορίστηκε κυβερνήτης της Κύπρου κι αποστάληκε από το Λονδίνο στο νησί σε μια περίοδο κατά την οποία το πνεύμα του μόλις προ ολίγου τερματισθέντος δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου δημιουργούσε μεγάλες ελπίδες για ελευθερία και αυτοδιάθεση σε όλους τους μέχρι τότε υπόδουλους λαούς. Η Κύπρος, η οποία εκπλήρωσε κατά τον δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο το δικό της μερίδιο σε θυσίες, ανέμενε τώρα και την επιβράβευση από την κρατούσα δύναμη, στο πλευρό της οποίας είχε αγωνιστεί. Το νέο αυτό πνεύμα φιλελευθερισμού αισθάνθηκε ως ένα σημείο και η ίδια η Μεγάλη Βρετανία, η οποία όμως, παρά τις εξαγγελίες στα χρόνια του πολέμου (του τύπου: Κύπριοι, καταταχθήτε στον αγγλικό στρατό για να πολεμήσετε για την Ελλάδα και την ελευθερία), δεν ήταν διατεθειμένη να παραχωρήσει στην Κύπρο αυτά που οι Κύπριοι ζητούσαν. Όπως προκύπτει από την επιστολή παραίτησης του λόρδου Γουίνστερ (ημερομηνίας 25 Ιανουαρίου 1949) και από την απαντητική επιστολή του υπουργού των Αποικιών Τζόουνς (ημερομηνίας 1.2.1949), ο νέος κυβερνήτης της Κύπρου είχε επιλεγεί από την κυβέρνηση του Λονδίνου κι είχε σταλεί στο νησί με βασική του αποστολή «να βοηθήσει στην εξασφάλιση ενός νέου συντάγματος για το νησί». Εξάλλου, ήταν μετά την αποτυχία για την εισαγωγή ενός νέου συντάγματος που αισθάνθηκε την ανάγκη να υποβάλει την παραίτησή του και να φύγει από την Κύπρο ο λόρδος Γουίνστερ.

 

Παρά το ότι ο νέος κυβερνήτης κατείχε τον εντυπωσιακό τίτλο του λόρδου, ωστόσο έγινε δεκτός στην Κύπρο με ψυχρότητα. Ήδη το εθναρχικό συμβούλιο αποφάσισε την ίδια μέρα της αναχώρησης του κυβερνήτη από την Αγγλία για την Κύπρο (22 Μαρτίου 1947) να καλέσει τον κυπριακό λαό να μη συμμετάσχει σε καμιά εκδήλωση υποδοχής του. Είχε μόλις πριν από λίγο συμπληρωθεί η αποστολή μιας κυπριακής πρεσβείας στην Αθήνα και στο Λονδίνο, υπό την αρχηγία του τοποτηρητή του χηρεύοντος   αρχιεπισκοπικού θρόνου, μητροπολίτη Λεοντίου, για προώθηση του αιτήματος της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα. Στο Λονδίνο η πρεσβεία είχε βρει μόνο κλειστές πόρτες. Ακόμη, η βρετανική κυβέρνηση είχε ήδη κάμει γνωστές τις προθέσεις της για παραχώρηση νέου συντάγματος στους Κυπρίους και τίποτα πέραν αυτού.

 

Ο τοποτηρητής Λεόντιος εξάλλου, απέστειλε στον νέο κυβερνήτη υπόμνημα μόλις αυτός πάτησε το πόδι του στην Κύπρο, στο οποίο τόνιζε ότι αναλλοίωτη αξίωση του κυπριακού λαού ήταν η ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα και σημείωνε ότι η Αγγλία επίσημα (με την προώθηση του νέου συντάγματος), διέψευσε τάς κυπριακάς προσδοκίας, ὃτι ἡ  ὑμετέρα ἐξοχότης θά ἢρχετο ὡς κομιστής τῆς ἐλευθερίας τοῦ κυπριακοῦ λαοῦ... Ταυτόχρονα, ο Λεόντιος έσπευδε προκαταβολικά να καταστήσει σαφές ότι ο κυπριακός λαός μένων ἀσυγκίνητος καί ἀδιάφορος προς τάς ἐξαγγελθείσας... συνταγματικάς μεταρρυθμίσεις καί τήν οἰκονομικήν ἀνασυγκρότησιν, ἀποκρούει καί ἀπορρίπτει ταῦτα ἒστω καί ὡς προσωρινήν λύσιν τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος.

 

Ωστόσο η αποικιακή κυβέρνηση έδωσε πανηγυρικό χαρακτήρα στην άφιξη του νέου κυβερνήτη αν και οι Έλληνες όχι μόνο απείχαν από τις εκδηλώσεις αλλά και γέμισαν το δρόμο από το αεροδρόμιο στο κυβερνείο με ελληνικές σημαίες. Σε δήλωσή του ο λόρδος Γουίνστερ, αφού είπε λόγια κολακευτικά για τον ήλιο και την ομορφιά της Κύπρου, υποσχέθηκε να βοηθήσει στην ευημερία του νησιού.

 

Στο μεταξύ, στο εσωτερικό μέτωπο επικρατούσαν τα κομματικά πάθη και μίση, οι δε συγκρούσεις μεταξύ αριστερών και δεξιών ήταν συχνές. Παράλληλα, το εργατικό κίνημα αγωνιζόταν για ανθρώπινες συνθήκες ζωής, κι ο αγώνας του πήρε μεταξύ άλλων και τη μορφή μεγάλων απεργιών. Μάλιστα οι μεγαλύτεροι απεργιακοί αγώνες κατά τη διάρκεια της Αγγλοκρατίας έγιναν επί κυβερνητείας του λόρδου Γουίνστερ και ιδίως κατά το 1948. Τη χρονιά αυτή έγιναν τρεις μεγάλες απεργίες που κράτησαν συνολικά 266 μέρες (βλέπε λήμμα απεργία).

 

Οι πολιτικές διαμάχες στις τάξεις των Ελλήνων της Κύπρου επεκτάθηκαν και στα εκκλησιαστικά ζητήματα, κι ήταν οξείες. Παρά ταύτα κατέστη δυνατό να γίνουν εκλογές για ανάδειξη νέου αρχιεπισκόπου. Ο αρχιεπισκοπικός θρόνος παρέμενε κενός από το 1933, όταν πέθανε ο αρχιεπίσκοπος Κύριλλος Γ', και το στυγνό καθεστώς της λεγόμενης Παλμεροκρατίας, που επιβλήθηκε μετά την εξέγερση του Οκτωβρίου του 1931, δεν επέτρεψε την εκλογή νέου αρχιεπισκόπου. Δυο άλλοι επίσκοποι, οι Κυρήνειας Μακάριος και Κιτίου Νικόδημος Μυλωνάς, είχαν εξοριστεί το 1931, κι ο δεύτερος είχε πεθάνει στα Ιεροσόλυμα. Έτσι, από το 1933 τοποτηρητής του αρχιεπισκοπικού θρόνου ήταν ο μητροπολίτης Πάφου Λεόντιος, που τώρα εξελέγη αρχιεπίσκοπος Κύπρου (στις 20.6.1947), αλλά που πέθανε λίγο αργότερα (στις 26.7.1947).

 

Μετά το θάνατο του Λεοντίου, και παρά τη συνεχιζόμενη πολιτική διαμάχη μεταξύ των Ελλήνων του νησιού, η Κυπριακή Εκκλησία κατόρθωσε να αναδιοργανωθεί πλήρως κατά το διάστημα της κυβερνητείας του λόρδου Γουίνστερ και να επιβληθεί, αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα και την ηγεσία του ενωτικού αγώνα. Έτσι, στις 24 Δεκεμβρίου 1947 εξελέγη νέος αρχιεπίσκοπος ο μέχρι τότε μητροπολίτης Κυρηνείας Μακάριος Μυριανθεύς (που επέστρεψε στο μεταξύ από την εξορία), ενώ λίγο αργότερα πληρώθηκαν και οι τρεις μητροπολιτικές έδρες με την εκλογή του πρώην ηγουμένου Κύκκου Κλεόπα στον θρόνο Πάφου, του Κυπριανού Κυριακίδη στο θρόνο Κυρηνείας και, τέλος, στον θρόνο Κιτίου του Μακαρίου Κυκκώτη (από το 1950 αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄).

 

Η προσπάθεια του κυβερνήτη λόρδου Γουίνστερ για εισαγωγή στην Κύπρο νέου συντάγματος εκδηλώθηκε κυρίως με τη σύγκληση της λεγόμενης διασκεπτικής, που την ανήγγειλε με διάγγελμά του προς τον κυπριακό λαό, στις 9 Ιουλίου 1947, αφού η απόφαση της αποικιακής κυβέρνησης για την πραγματοποίησή της είχε εξαγγελθεί ήδη από τον Οκτώβριο του προηγούμενου χρόνου. Η ανοικτή πρόσκληση του κυβερνήτη προς τους διάφορους ηγετικούς παράγοντες του τόπου να προσέλθουν στη διασκεπτική συνέλευση για το νέο σύνταγμα, πρόεδρος της οποίας είχε οριστεί ο τότε αρχιδικαστής της Κύπρου σερ Έντουαρντ Τζάκσον, απορρίφθηκε αμέσως από την Εκκλησία αλλά έγινε αποδεκτή από το ΑΚΕΛ. Η Δεξιά απέρριψε την πρόσκληση με αρνητικές απαντήσεις όλων των οργανώσεών της που είχαν προσκληθεί. Οι Τουρκοκύπριοι, που επίσης προσκλήθηκαν, αποδέχτηκαν και δήλωσαν συμμετοχή. Υπό τις συνθήκες αυτές η αποτυχία της διασκεπτικής συνέλευσης ήταν εξ αρχής δεδομένη. Ωστόσο αυτή πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο του 1947 και συνέχισε τις εργασίες της τον Μάιο του 1948, αφού στο ενδιάμεσο διάστημα έγιναν διαβουλεύσεις και στην Κύπρο και στο Λονδίνο. Τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου, η διασκεπτική (ή όπως αλλιώς λεγόταν: συμβουλευτική) συνέλευση τερμάτισε τις αποτυχημένες προσπάθειές της (για λεπτομέρειες βλέπε λήμμα διασκεπτική συνέλευση).

 

Στο μεταξύ σοβαρές ανακατατάξεις και αλλαγές επήλθαν στην ανώτατη ηγεσία του ΑΚΕΛ, το οποίο, κατά τη διάρκεια της κυβερνητείας του λόρδου Γουίνστερ άλλαξε τη γραμμή του στο Κυπριακό ζήτημα και τάχθηκε υπέρ της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα.

 

Ο κυβερνήτης πήγε, μετά την αποτυχία της Διασκεπτικής, στο Λονδίνο για διαβουλεύσεις, κι επέστρεψε στην Κύπρο στις 16 Ιανουαρίου 1949. Εννέα μέρες αργότερα, στις 25 Ιανουαρίου υπέβαλε την παραίτησή του.