Δαύχνα

Διαλεκτική λέξη της αρχαίας Κύπρου, που σημαίνει δάφνη. Προκύπτει από συλλαβική επιγραφή που βρέθηκε στο Λευκόνοικο, στην οποία αναγράφεται σε δοτική πτώση το επίθετο του θεού Απόλλωνος: δαυχναφορί.