Δεισιδαιμονίες

Η λέξη δεισιδαιμονία είναι σύνθετη, από τις αρχαίες λέξεις δείδω και δαίμων και σημαίνει την παράλογη πίστη σε υπερφυσικές (και συνήθως κακές) δυνάμεις που επενεργούν επί των ανθρώπων. Η παράλογη αυτή πίστη, και ο φόβος προς τις υπερφυσικές δυνάμεις, πήγαζε από την αδυναμία των πρωτόγονων ανθρώπων να εξηγούν διάφορα φυσικά φαινόμενα, όπως αστραπές, σεισμούς κλπ. Αρχικά η λέξη σήμαινε τον θεοσεβή, αργότερα δε εκείνον που φοβάται τους δαίμονες. Δεισιδαιμονίες υπάρχουν σε όλους ανεξαίρετα τους λαούς, που πίστευαν ταυτόχρονα ότι μπορούσαν να αποτρέψουν την επενέργεια των κακών δυνάμεων με ξόρκια και μαγείες. Τις δεισιδαιμονίες πολέμησαν, χωρίς όμως αποτέλεσμα, διαπρεπείς προσωπικότητες όλων των εποχών, από την αρχαιότητα, καθώς και πατέρες της Εκκλησίας. Σε διάφορες κοινωνικές τάξεις πολλών λαών, υφίστανται ωστόσο, ακόμη και σήμερα.

 

Στον κυπριακό χώρο οι δεισιδαιμονίες μπορούν να διαχωριστούν σε δυο κύριες κατηγορίες:

α) Τις δοξασίες και πράξεις που σχετίζονται με τον άνθρωπο, τα ζώα και τη φύση.

β) Τις δοξασίες και πράξεις που σχετίζονται με υπερφυσικά όντα όπως οι Καλικάντζαροι, οι Νεράιδες, οι Δράκοι, τα Φαντάσματα, οι Βρικόλακες, οι Νεκροί, ο Διάβολος κλπ.

 

Ως μερικά κοινά παραδείγματα που σχετίζονται με τις δεισιδαιμονίες, μπορούν ν’ αναφερθούν η πίστη στο καλό ή κακό ποδαρικό ή σ’ερικό μερικών ανθρώπων, η αποφυγή ορισμένων πράξεων ή ενεργειών που θεωρούνται κακές (λ.χ. η αποφυγή του να κοιμούνται κάτω από συκιά επειδή το δέντρο θεωρείται κατοικία δαιμονικών όντων), η πίστη στην ύπαρξη Καλικάντζαρων, στοιχειών και στοιχειωμένων τοποθεσιών, κ.ά. όντων, ο Βαρυπνάς κλπ.