Δουκανοσύρτης

Σχοινί το οποίο συνέδεε την δουκάνη με τον ζυγό των βοδιών και την έσερνε στο αλώνι. Από το ουσ. δουκάνη και το ρ. σύρω. Βλέπε και αμέσως προηγούμενο λήμμα.