Αμμόχωστος πόλη

Πολιορκεία και άλωση της πόλης από τους Οθωμανούς

Image

Η πολιορκία της Αμμοχώστου από τους Τούρκους που κράτησε σχεδόν ένα χρόνο, από τις 16 Σεπτεμβρίου 1570 μέχρι και την 1η Αυγούστου 1571, υπήρξε ένα από τα πιο συγκλονιστικά γεγονότα του 16ου αιώνα. Η επική αντίσταση της πόλης με ελάχιστους υπερασπιστές και τεράστιο πλήθος πολιορκητών συγκλόνισε και ενέπνευσε την Ευρώπη. Η πτώση της Αμμοχώστου σήμαινε και την πλήρη κατάληψη της Κύπρου από τους Οθωμανούς, δεδομένου ότι ολόκληρη η υπόλοιπη Κύπρος είχε ήδη καταληφθεί από τον Ιούλιο-Σεπτέμβριο του 1570.

 

Όταν ο σουλτάνος Σελίμ Β΄ αποφάσισε να καταλάβει την Κύπρο, έστειλε στις αρχές της Βενετίας, η οποία κατείχε ήδη το νησί από το 1489, μια επιστολή που απαιτούσε:

 

Ημείς, σουλτάνος Σελίμ Οσμανλής, Μέγας Αυτοκράτωρ των Τούρκων, Βασιλεύς των Βασιλέων, Κύριος των Κυρίων, Βασιλεύς της Ιερουσαλήμ, Κύριος του επίγειου παράδεισου, Σκιά του Θεού επί της γης, ζητούμε από την Βενετική Δημοκρατία να μας δώσει το βασίλειο της Κύπρου, το οποίο θα περιέλθει στην κατοχή Ημών είτε ειρηνικά είτε βίαια. Κι ας προσέξει το κράτος τούτο να μη ερεθίσει το τρομερό Ημών ξίφος και να μη ερεθίσει την οργή Μας....

 

Η Βενετία απέκρουσε με οργή το τελεσίγραφο του σουλτάνου κι άρχισε βιαστικά να ενισχύει τις οχυρώσεις και την άμυνα της Κύπρου. Έστειλε εσπευσμένα στο νησί στρατιωτικές ενισχύσεις, καθώς και αρκετούς στρατιωτικούς μηχανικούς προκειμένου να εργαστούν για τη βελτίωση των οχυρώσεων, ιδίως εκείνων της Λευκωσίας και της Αμμοχώστου. Από τις πόλεις της Κύπρου, η Αμμόχωστος ήταν η μόνη που διέθετε αξιόλογες οχυρώσεις. Οι πόλεις της Λάρνακας, Λεμεσού, Κερύνειας και Πάφου διέθεταν μόνο μικρά φρούρια (με ισχυρότερο εκείνο της Κερύνειας). Η Λευκωσία διέθετε οχυρώσεις που ωστόσο δεν είχαν ακόμη τελειώσει (είχαν αρχίσει να κτίζονται στα 1567, αντικαθιστώντας τις οχυρώσεις των Λουζινιανών που είχαν κριθεί ακατάλληλες κι είχαν κατεδαφιστεί).

 

Τα στρατεύματα του σουλτάνου Σελίμ αποβιβάστηκαν στις Αλυκές (Λάρνακα) στις 3 Ιουλίου του 1570, με αρχιστράτηγο τον Λαλά Μουσταφά πασά (γνωστό και ως Καρά Μουσταφά λόγω της αραβο-συριακής καταγωγής του) και με αρχηγό της συνεργαζόμενης ναυτικής δύναμης τον ναύαρχο Πιαλή πασά. Απ' εκεί έκαμε επιχείρηση στα Λεύκαρα προσπαθώντας να ελκύσει τον πληθυσμό.

 

Η Λευκωσία άντεξε μια πολιορκία 44 ημερών, που άρχισε στις 27 Ιούλη και τερματίστηκε με την άλωση της πόλης στις 9 Σεπτεμβρίου του 1570. Στην Αμμόχωστο, ο αρχηγός των αμυνόμενων Μαρκαντώνιος Βραγαδίνος, ο υπαρχηγός του στρατηγός Αστόρρε Βαγλιόνε, ο αρχηγός του πυροβολικού Λουδοβίκος Μαρτινέγκο και οι λοιποί, έμαθαν την είδηση της πτώσης της Λευκωσίας στις 11 Σεπτεμβρίου , όταν παρέλαβαν στην Αμμόχωστο, μέσα σε δίσκο, την κομμένη κεφαλή του αντιστράτηγου της Κύπρου Νικολάου Δάνδολο, που συνοδευόταν από επιστολή του Μουσταφά πασά με την οποία ζητούσε να του δοθεί η πόλη της Αμμοχώστου. Παρόμοια επιστολή, μαζί με δυο κομμένες κεφαλές, έστειλε ο Μουσταφά πασάς και στους υπερασπιστές της Κερύνειας, οι οποίοι ζήτησαν εντολές από την Αμμόχωστο για το τι έπρεπε να πράξουν. Η Κερύνεια παρεδόθη στις 14 του Σεπτέμβρη, ενώ την ίδια μέρα έφθασε μπροστά στα τείχη της Αμμοχώστου το τουρκικό ιππικό. Το κύριο σώμα του τουρκικού στρατού έφθασε στην Αμμόχωστο δυο μέρες αργότερα. Από την πόλη βγήκαν Ιταλοί και Έλληνες στρατιώτες, που είχαν με τους Τούρκους την πρώτη τους σύγκρουση. Την επομένη έφθασε στην Αμμόχωστο και ο τουρκικός στόλος που προσορμίσθηκε στους Κήπους (Βαρώσια). Στις 23 Σεπτεμβρίου 1570 οι Τούρκοι έκτισαν πυροβολείο στον βράχο έναντι στον πύργο της Οπλαποθήκης και στις 26-27 άρχισαν τον βομβαρδισμό τα πλοία στο λιμάνι και την Ακρόπολη.

 

Ενισχύσεις στην Αμμόχωστο συνέχισαν να φθάνουν και μετά την πολιορκία της πόλης. Έτσι μεταξύ άλλων στις 6 Οκτωβρίου 1370 μπήκε ο Πέτρος Ρονδάκχης, που αμέσως διορίστηκε αρχηγός του ιππικού και στις 8 Οκτωβρίου 1570 έφθασε ο κρητικός ναύαρχος Φασσιοδόνιος μ’ ένα δίκροτο. Στις 10 Ιανουαρίου 1571 εισήλθαν στην Αμμόχωστο, αφού κατέβηκαν από τα βουνά στα οποία είχαν καταφύγει μετά την άλωση της Λευκωσίας, οι στρατηγοί Κάρολος Ραγουνάσκος, Ιωάννης Βαπτιστής και Κέλιος, ενώ την ίδια μέρα έφθασε από την Ιταλία με αρκετούς στρατιώτες ο στρατηγός Ιωάννης Μαρία Κορνάτι. Έφθασε επίσης ο Άγγελος Δαλάκος, αρχηγός των πυροβολητών στη Λευκωσία, καθώς κι ο πυροβολητής Λεονάρδος. Στις 25 Ιανουαρίου 1571 έφθασαν 15 βενετικά καράβια με πολεμεφόδια και ζωοτροφές, ενώ την ίδια μέρα έγινε σφοδρή μάχη έξω από την πόλη της Αμμοχώστου, που κράτησε 10 ώρες και έληξε με άτακτη φυγή των Τούρκων. Όμως η μεγάλη βοήθεια που αναμενόταν να φθάσει στην πολιορκημένη πόλη από τη Βενετία, και που θα την έφερνε μεγάλος χριστιανικός στόλος, δεν έφθασε ποτέ.

 

Οι πολιορκημένοι έκαμαν αρκετές εξόδους από την Αμμόχωστο, και συγκρούστηκαν επανειλημμένα με τους Τούρκους. Τέτοιες έξοδοι έγιναν στις 3 Μαϊου 1571, στις 17 Μάη 1571, στις 18 Μάη 1571 κλπ. Στις αντεπιθέσεις αυτές έπαιρναν μέρος Ιταλοί και Έλληνες υπερασπιστές της Αμμοχώστου. Οι Τούρκοι χτυπούσαν την πόλη με τηλεβόλα, ενώ διεξήγαν και πόλεμο λαγουμιών. Δικά τους φρούρια οι Τούρκοι ύψωσαν σε διάφορα σημεία απέναντι από τα τείχη της Αμμοχώστου.

 

Οι μεγάλες έφοδοι των Τούρκων ενάντια στην Αμμόχωστο ήταν συνολικά επτά, όπως αφηγείται ο στρατηγός Άγγελος Γάττος που είχε πολεμήσει στην Αμμόχωστο κι είχε συλληφθεί αιχμάλωτος μετά την παράδοση της. Η πρώτη μεγάλη έφοδος έγινε την 21 Ιουνίου του 1571 κι αποκρούστηκε, οι δε Τούρκοι είχαν τεράστιες απώλειες. Από τους πολιορκημένους έπεσαν ο κόμης Ιωάννης Φραγκίσκος και οι στρατηγοί Πολύδωρος και Βαρθολομαίος Ραφαέλλι. Οι Τούρκοι έκαμαν, τη μέρα εκείνη, έξι απανωτές επιθέσεις, που κράτησαν πέντε ώρες. Την επομένη  22 Ιουνίου έφθασε στην Αμμόχωστο από την Κρήτη ένα βενετικό καράβι με την είδηση ότι σύντομα θα έφθανε μεγάλος χριστιανικός στόλος από το Καστελλόριζο.

 

Η δεύτερη έφοδος, που ακολούθησε ανατίναξη λαγουμιού που είχαν σκάψει οι Τούρκοι κάτω από το οχυρό Ραβέλιν στο οποίο προξένησε σοβαρές ζημιές, έγινε στις 29 Ιουνίου 1571. Ο κύριος όγκος των επιτιθεμένων χτύπησε το ισχυρότατο οχυρό Ραβέλιν καθώς και τον πύργο της Οπλαποθήκης. Η μάχη ήταν σκληρότατη και οι υπερασπιστές της πόλης απέκρουαν τους επιτιθεμένους με συγκρούσεις σώμα προς σώμα. Τελικά και η δεύτερη αυτή μεγάλη έφοδος αποκρούστηκε, με υποχώρηση των Τούρκων που υπέστησαν και πάλι μεγάλες απώλειες. Από τους υπερασπιστές της Αμμοχώστου σκοτώθηκαν οι στρατηγοί Ιάκωβος Καρνεβάλι και Φραγκίσκος Στράκκο, καθώς και αρκετοί αξιωματικοί, Έλληνες και Αλβανοί. Ταυτόχρονα προς την μεγάλη έφοδο του τουρκικού στρατού από τη ξηρά, που έκαμε συνολικά επτά επιθέσεις, εκδηλώθηκε και μεγάλη έφοδος από τη θάλασσα του τουρκικού στόλου, ο οποίος έκαμε έξι επιθέσεις κατά της πόλης κι αποκρούστηκε, κυρίως από τα πυρά των πύργων της Οπλαποθήκης και του Διαμαντή. Τις σοβαρές ζημιές του οχυρού Ραβέλιν επιδιόρθωνε ο φημισμένος μηχανικός Ιερώνυμος Μάγγης Αγγιάρι, που είχε σταλεί στην Κύπρο για να ενισχύσει τις οχυρώσεις στα 1570, εργάστηκε για λίγο στη Λευκωσία και τώρα βρισκόταν στην πολιορκημένη Αμμόχωστο. Στην επιδιόρθωση των τειχών εργάζονταν, μαζί με τον Μάγγη, τις νύχτες κυρίως πολλοί στρατιώτες καθώς κι όλος ο πληθυσμός της Αμμοχώστου, από του πρεσβυτέρου μέχρι του νεωτέρου, την δε ημέραν ώφειλον να υπερασπίζωσι ένοπλοι τα της νυκτός έργα, άτινα όμως δυστυχώς επ' ολίγον αντείχον, ένεκα του ότι άμα τη ανατολή του ηλίου οι πρώτοι εχθρικοί πυροβολισμοί κατέστρεφον και ανετίνασσον αυτά... (Α. Γάττος, Διήγησις της τρομερός πολιορκίας και αλώσεως της Αμμοχώστου...).

 

Η τρίτη μεγάλη έφοδος των Τούρκων κατά της Αμμοχώστου έγινε στις 9 Ιουλίου 1571 και κατά την ημέρα εκείνη έγιναν επτά συνολικά μεγάλες επιθέσεις που αποκρούστηκαν. Οι Τούρκοι, γράφει ο Α. Γάττος, καίπερ απωλέσαντες πολλάς χιλιάδας ανδρών, ουδαμώς εφοβούντο. Όσω δε πλείονες απέθνησκον τοσούτω επολλαπλσσιάζοντο και μετά μείζονος δραστηριότητος εφώρμων... Σφοδρή επίθεση δέχθηκε και πάλι το οχυρό Ραβέλιν, στο οποίο κατόρθωσαν ν' αναρριχηθούν πολλοί Τούρκοι, οπότε οι υπερασπιστές του το ανατίναξαν. Ο Α. Γάττος λέει ότι από την ανατίναξη αυτή σκοτώθηκαν 1.500 Τούρκοι και 150 υπερασπιστές της πόλης, μεταξύ των οποίων και ο στρατηγός Ροβέρτος Μαλβέζι από τη Μπολώνια. Οι Τούρκοι κατόρθωσαν επίσης να καταλάβουν τον προμαχώνα Ανδρούτσι, όμως τελικά απωθήθηκαν.

 

Η τέταρτη μεγάλη έφοδος έγινε στις 14 Ιουλίου  1571 και στρεφόταν ιδιαίτερα κατά του οχυρού Ραβέλιν, που είχε ήδη υποστεί εκτεταμένες ζημιές. Η επίθεση συνεχίστηκε και την επομένη. Οι υπερασπιστές της πόλης ανατίναξαν δικό τους λαγούμι στην αριστερή πλευρά του προμαχώνα, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 700 περίπου Τούρκοι. Στις 19 του μήνα οι Τούρκοι επιτέθηκαν κατά του προμαχώνα Ανδρούτσι, ενώ στις 20 χτύπησαν σφοδρά τον πύργο της Οπλαποθήκης.

 

Στις 28 Ιουλίου έγινε ανακωχή κι ήλθε στην Αμμόχωστο απεσταλμένος του Μουσταφά πασά με επιστολή του που ζητούσε να του παραδοθεί η πόλη με όρους που οι Χριστιανοί υπερασπιστές της θα έθεταν. Αφού οι αρχηγοί των πολιορκημένων συνεσκέφθησαν, απάντησε εκ μέρους όλων ο γενικός αρχιστράτηγος της Κύπρου Αστόρρε Βαγλιόνε: «...Η πόλη είναι διατεθειμένη ν’ αγωνιστεί και υπέρ της τελευταίας σπιθαμής των τειχών τούτων κι αν μας χαιρετίσετε με το πυροβολικό σας, κι εμείς με το πυροβολικό μας θ' απαντήσουμε... Όλοι επιθυμούμε να συνεχίσουμε τον αγώνα και με το δόρυ και με το ξίφος...».

 

Την επομένη, 29 Ιουλίου, οι Τούρκοι έκαμαν την πέμπτη μεγάλη τους έφοδο, που και πάλι αποκρούστηκε. Όμως ήδη η πόλη υπέφερε τρομερά τόσο από έλλειψη τροφών όσο κι από έλλειψη πολεμοφοδίων. Και οι απώλειες μεταξύ των υπερασπιστών της Αμμοχώστου ήταν μεγάλες, ενώ πολλά σημεία των οχυρώσεων είχαν υποστεί σημαντικές καταστροφές. Η συνέχιση της αντίστασης ήταν πια μοναδικός άθλος.

 

Ωστόσο η πόλη κατόρθωσε ν’ αντέξει και ν’ απωθήσει την πιο μεγάλη και πιο σφοδρή επίθεση εναντίον της, που έγινε στις 30 Ιουλίου 1571, και που κράτησε από το πρωί μέχρι το βράδυ. Η γενική αυτή επίθεση από την ξηρά και από τη θάλασσα, που εννέα φορές έφερε τους Τούρκους πάνω στα τείχη, εννέα φορές αποκρούστηκε με δόρατα, ξίφη, πέτρες και ξύλα. Το πυροβολικό των υπερασπιστών της Αμμοχώστου αδρανούσε ήδη εξαιτίας Της έλλειψης πολεμοφοδίων.

 

Η έβδομη έφοδος των Τούρκων έγινε την επόμενη μέρα, 31 Ιουλίου, κατά την οποία έγιναν τρεις επιθέσεις που και πάλι αποκρούστηκαν. Τέτοια ήταν η έλλειψη εφοδίων, ώστε οι αρχηγοί γύριζαν στην πόλη κι εξόρκιζαν τους κατοίκους να φέρουν, στ’ όνομα του Χριστού, κάθε εφόδιο, ιδίως πυρίτιδα και τρόφιμα, που δυνατό να κατείχαν. Μετά από μεγάλη έρευνα βρήκαν επτά βαρέλια πυρίτιδας, όμως ούτε ίχνος τροφίμων. Την ίδια μέρα οι Τούρκοι ύψωσαν πάλι σημαία ανακωχής κι άρχισαν διαπραγματεύσεις για την παράδοση της πόλης, η οποία είχε τελικά καμφθεί μετά από 11μηνη σκληρή πολιορκία, όχι από τις υπέρτερες από κάθε άποψη δυνάμεις των Τούρκων, αλλά από την πείνα.

 

Οι όροι των υπερασπιστών της πόλης, τους οποίους απεδέχθη ανεπιφύλακτα ο Μουσταφά πασάς, ήταν δυο:

 

α) Οι Ιταλοί που βρίσκονταν στην Αμμόχωστο θα αναχωρούσαν στην Κρήτη, μαζί με τις οικογένειες, τα όπλα και τις αποσκευές τους. Μαζί τους θ' αναχωρούσαν κι όσοι Έλληνες, Αλβανοί και Τούρκοι θα ήθελαν, διαφορετικά θα παρέμεναν ελεύθεροι στην Κύπρο.

β) Οι Έλληνες που θα παρέμεναν θα ήταν ελεύθεροι, θα διαφυλασσόταν η τιμή και η περιουσία τους και θα τους δινόταν προθεσμία 2 χρόνων ν' αποφασίσουν για το μέλλον τους. Εάν αποφάσιζαν να παραμείνουν στην Κύπρο, θα τους παραχωρούσαν τα κτήματα τους. Όσοι αποφάσιζαν να φύγουν, θα μπορούσαν να το κάνουν με ασφάλεια.

 

Οι όροι της συμφωνίας υπεγράφησαν την 1η Αυγούστου 1571. Την επομένη, τα γυναικόπαιδα άρχισαν να επιβιβάζονται σε τουρκικά καράβια κι ακολούθησε η επιβίβαση των ανδρών. Τελικά όλοι αυτοί, αντί να πλεύσουν ασφαλείς προς την ελευθερία, έπλευσαν σιδηροδέσμιοι προς την αιχμαλωσία και την ατίμωση. Ο Λαλά Μουσταφά πασάς κανένα σημείο της συμφωνίας του δεν τήρησε. Στις 5 Αυγούστου 1571 βράδυ, 300 περίπου υπερασπιστές της Αμμοχώστου μ' επικεφαλής τον Αστόρρε Βαγλιόνε, τον Μαρκαντώνιο Βραγαδίνο, τον φρούραρχο Ανδρέα Βραγαδίνο, τον αρχηγό του πυροβολικού Λουδοβίκο Μαρτινέγκο, τον Ιωάννη Κουϊρίνι, τον διοικητή της Αμμοχώστου ιππότη Δαλλάστι, και τους στρατηγούς Φραγκίσκο Στράκκι, Έκτορα, Λαυρέντιο Τιέπολι και τον Αλβανό στρατηγό Μανώλη Σπηλιώτη, πήγαν στη σκηνή του Μουσταφά πασά για να του παραδώσουν τα κλειδιά της πόλης. Ο Τούρκος αρχηγός ενώ στην αρχή τους δέχθηκε ευγενικά, ύστερα παραμέρισε τις ευγένειες κι απευθύνθηκε στον Μαρκαντώνιο Βραγαδίνο. Του ζήτησε πρώτα ομήρους για τα πλοία που δάνειζε για την αναχώρηση των Χριστιανών, και ο Βραγαδίνος απάντησε ότι αυτό δεν περιεχόταν στην συμφωνία. Έπειτα ο Μουσταφά επέμενε ότι οι Τούρκοι αιχμάλωτοι είχαν σφαγεί και ο Μαρκαντώνιος Βραγαδίνος απάντησε ότι μερικοί ήταν στην πόλη, και οι άλλοι είχαν σταλεί στη Βενετία. Τέλος του είπε έξαλλος:

 

Πες μου, σκύλε, γιατί κρατούσες την πόλη αφού δεν είχες εφόδια; Γιατί δεν παραδόθηκες αλλά μ' έκανες να χάσω 80.000 από τους καλύτερους άντρες μου;

 

Με το μαχαίρι του έκοψε το δεξιό αυτί του Βραγαδίνου. Αμέσως μετά διέταξε κι έσφαξαν όλους όσους είχαν πάει στο τουρκικό στρατόπεδο σαν συνοδοί των πιο πάνω αρχηγών, που ήσαν περίπου 300. Αποκεφαλίστηκαν επίσης ο Αστόρρε Βαγλιόνε, ο Λουδοβίκος Μαρτινέγκο, ο Ανδρέας Βραγαδίνος, ο Ιωάννης Κουϊρίνι. Την επομένη οδηγήθηκαν με μαστίγια στην πόλη ο Λαυρέντιος Τιέπολι κι ο Μανώλης Σπηλιώτης, όπου κατακρεουργήθηκαν. Το μαρτύριο του Μαρκαντώνιου Βραγαδίνου, ο οποίος αντιμετώπισε κάθε δυνατό εξευτελισμό και κάθε είδους βασανιστήρια, συνεχίστηκε μέχρι και την 17η Αυγούστου, οπότε πέθανε ενώ τον έγδερναν.

 

Η ίδια η πόλη της Αμμοχώστου λεηλατήθηκε άγρια, ο δε πληθυσμός της κατεσφάγη.

 

Την πόλη υπεράσπισαν κατά την 11μηνη πολιορκία, σύμφωνα προς τους αριθμούς που παραθέτει ο στρατηγός Άγγελος Γάττος: 

 

Ιταλοί πολεμιστές                   3.700

Έλληνες πολεμιστές             4.000

Αλβανοί ιππείς                      300

Ιππείς της πόλης                   11

                                                            

Σύνολο                                   8.011

 

Στο τέλος της πολιορκίας οι επιζήσαντες πολεμιστές δεν φαίνεται να ξεπερνούσαν τις 4.000, σύμφωνα προς συνδυασμό των στοιχείων διαφόρων πηγών.

 

Η πόλη διέθετε επίσης 90 τηλεβόλα που έριξαν συνολικά κατά του εχθρού 4.600 οβίδες. Κατά την πολιορκία είχαν επίσης ανοιχθεί από τους πολιορκημένους 5 λαγούμια. Ο ίδιος μάρτυρας δίνει τους ακόλουθους αριθμούς για τον τουρκικό στρατό:

 

Πεζοί               250.000

Ιππείς             7.000

Σκαπανείς      40.000

                                    

Σύνολο           297.000

 

Οι ακριβείς αριθμοί των Τούρκων πολεμιστών δεν είναι γνωστοί. Και αυτός ο Λαλά Μουσταφάς, όταν επανειλημμένα ρωτήθηκε γι’ αυτούς, έδινε διαφορετικούς κάθε φορά αριθμούς. Οπωσδήποτε ανάμεσα στους επιτιθεμένους πρέπει να υπολογισθούν και τα δυσαρίθμητα μπουλούκια πειναλέων Τούρκων που είχαν σπεύσει στην Κύπρο για να λάβουν μέρος στη λεηλασία, με πρόσκληση του ίδιου του Λαλά Μουσταφά από την Μικρά Ασία και την Συρία.

 

Ενάντια στις οχυρώσεις της Αμμοχώστου οι Τούρκοι κατασκεύασαν 17 «φρούρια», ενώ την χτυπούσαν με 70 τηλεβόλα και 4 βασιλίσκους. Αργότερα ο αριθμός των τηλεβόλων ανήλθε σε 113. Ενάντια στην πόλη ρίφθηκαν συνολικά 163.000 οβίδες (120.000 σιδερένιες και 43.000 λίθινες), ενώ ανοίχθηκαν και πολλά λαγούμια. Κατά τους 11 μήνες της πολιορκίας οι Τούρκοι είχαν 80.000 νεκρούς.

 

Εκδίκηση για την άλωση της Αμμοχώστου απετέλεσε η ναυμαχία της Ναυπάκτου, που έγινε δυο ακριβώς μήνες αργότερα (7 Οκτωβρίου 1571), κι όπου οι ενωμένες ναυτικές δυνάμεις της Βενετίας, της Ισπανίας και του πάπα κατέστρεψαν ολοκληρωτικά τον τουρκικό στόλο. Μάλιστα κρίνεται ότι η αντίσταση της Αμμοχώστου συνέβαλε σημαντικά στη νίκη των Ευρωπαίων στη Ναύπακτο, αφού μεγάλη δύναμη του στόλου των Τούρκων είχε παραμείνει καθηλωμένη για μεγάλο διάστημα στην Αμμόχωστο.

 

Α. ΠΑΥΛΙΔΗΣ

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image