Ετζεβίντ Μπουλέντ Bulent Eçevit

Image

Τούρκος πολιτικός, πρωθυπουργός της Τουρκίας το 1974, οπότε διέταξε τη στρατιωτική εισβολή της χώρας του στην Κύπρο. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1925 και πέθανε στις 5 Νοεμβρίου 2006. Ήταν γιος του καθηγητή της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Άγκυρας και βουλευτή Φαχρί Ετζεβίτ, και της γνωστής ζωγράφου Ναζλί Ετζεβίτ. Αποφοίτησε από το Αμερικανικό Κολλέγιο του Βοσπόρου (Ροβέρτειος Σχολή) το 1944. Παρακολούθησε στη συνέχεια μαθήματα αγγλικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Άγκυρας και το 1946 προσελήφθη ως δημόσιος υπάλληλος. Τον ίδιο χρόνο νυμφεύθηκε την Ραχσάν Αράλ, κόρη του καθηγητή Ναμήκ Ζεκή Αράλ. Αφού υπηρέτησε για λίγο σαν υπάλληλος της τουρκικής πρεσβείας στο Λονδίνο, επέστρεψε στην Άγκυρα το 1948, παραιτήθηκε και άρχισε να δημοσιογραφεί στην εφημερίδα «Ουλούς», όργανο του Ρεπουπλικανικού Λαϊκού Κόμματος. Μετά το 1952 συνεργάστηκε και με άλλες εφημερίδες και απέκτησε καλή φήμη. Το 1957 πήγε στις ΗΠΑ ως υπότροφος του ιδρύματος Ροκφέλλερ. Στις 27 Οκτωβρίου 1957 εξελέγη βουλευτής του Λαϊκού Κόμματος. Μέχρι και τις 27 Μαίου 1960 (οπότε έγινε στρατιωτικό πραξικόπημα στη χώρα) ήταν ο έμπιστος του αρχηγού του Κόμματος και πρωθυπουργού Ισμέτ Ινονού. Υπήρξε σφοδρός πολέμιος του πρωθυπουργού Μεντερές.

 

Το 1961 έγινε μέλος της Συντακτικής Συνέλευσης, εξελέγη βουλευτής και έγινε υπουργός Εργασίας, μέχρι το 1965. Το 1965 εξελέγη πάλι βουλευτής και ανέλαβε και γενικός γραμματέας του Λαϊκού Κόμματος. Παρά τις εναντίον του αντιδράσεις μέσα στο κόμμα, κατόρθωσε να επιβληθεί και να εφαρμόσει νέα πολιτική γραμμή κεντροαριστερής απόκλισης. Το 1969 επανεξελέγη βουλευτής. Μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα της 12ης  Μαρτίου 1971, αντιτάχθηκε στην ανάθεση της πρωθυπουργίας στον Νιχάτ Ερίμ. Μια διαφωνία του με τον Ινονού τον ανάγκασε να παραιτηθεί από το αξίωμα του γενικού γραμματέα του Λαϊκού Κόμματος. Το κομματικό συνέδριο όμως τον επανεξέλεξε στο ίδιο αξίωμα, με αποτέλεσμα να παραιτηθεί ο Ισμέτ Ινονού, τον οποίο ο Ετζεβίτ διαδέχθηκε στην αρχηγία. Το 1973 το κόμμα του αναδείχθηκε πρώτο στις εκλογές (33,3%) και ο Ετζεβίτ σχημάτισε κυβέρνηση συνασπισμού με το κόμμα της Εθνικής Σωτηρίας του Νετζμεντίν Έρμπακαν. Σύντομα όμως εκδηλώθηκαν διαφωνίες που οδήγησαν σε διάλυση του συνασπισμού και κυβερνητική κρίση, μετά το τέλος της στρατιωτικής εισβολής στην Κύπρο για την οποία ο Έρμπακαν διεκδικούσε τις δάφνες. Η κυβέρνηση του Ετζεβίτ αντικαταστάθηκε από κυβέρνηση συνασπισμού υπό τον Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ. Στις εκλογές του 1977 το κόμμα του Ετζεβίτ εξασφάλισε ποσοστό 41,4% των ψήφων, όμως δεν κατόρθωσε να κρατηθεί στην εξουσία επειδή απέτυχε να πάρει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή. Μετά το τελευταίο στρατιωτικό πραξικόπημα στη χώρα, απαγορεύτηκε στον Ετζεβίτ, όπως και σε άλλους πολιτικούς, η κομματική και πολιτική δραστηριότητα. Το 1987 ήρθη η απαγόρευση. Το 1999 έγινε πρωθυοπυργός τρικομματικής κυβέρνησης, της οποίας η θητεία έληξε το 2002.

 

Ο Μπουλέντ Ετζεβίτ ενδιαφέρθηκε για τη μελέτη της σανσκριτικής. Ήταν καλός ποιητής κι είχε εκδώσει πολλές ποιητικές συλλογές καθώς και αρκετά βιβλία πολιτικού περιεχομένου. Μετά την αποτυχία του να σταθεροποιήσει την κυβέρνησή του το 1977, επεσκέφθη το κατεχόμενο από τα τουρκικά στρατεύματα εισβολής τμήμα της Κύπρου όπου κι έγινε δεκτός με τιμές.

 

Η τουρκική εισβολή στην Κύπρο:

Ο Μπουλέντ Ετζεβίτ συνέδεσε το όνομά του με τη στρατιωτική εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο το καλοκαίρι του 1974 και την κατάληψη από τους Τούρκους του 38% περίπου του κυπριακού εδάφους. Ο Τούρκος πρωθυπουργός εκμεταλλεύθηκε αμέσως, πολιτικά και στρατιωτικά, την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί στην Κύπρο μετά το πραξικόπημα κατά του Κυπρίου προέδρου αρχιεπισκόπου Μακαρίου το οποίο σχεδίασε κι εκτέλεσε η στρατιωτική χούντα των Αθηνών με εκτελεστικά όργανα τους Ελλαδίτες στρατιωτικούς που υπηρετούσαν στην Κύπρο ως διοικητές και επιτελείς της Εθνικής Φρουράς.

 

 

Η ενεργός συμμετοχή στο πραξικόπημα και της ΕΛΔΥΚ, έδωσε μια επί πλέον δικαιολογία στον Ετζεβίτ για τη στρατιωτική εισβολή της Τουρκίας στο νησί, στα εσωτερικά ζητήματα του οποίου είχε έτσι αναμειχθεί ήδη ενεργά η Ελλάδα.

 

 

Η Τουρκία είχε βλέψεις επί της Κύπρου που χρονολογούνται στην περίοδο πριν από την ανεξαρτησία του νησιού (1960). Παρά τις συνεχείς εναλλαγές διαφορετικών κυβερνήσεων και τις αναμείξεις των στρατιωτικών στα πολιτικά πράγματα της Τουρκίας κατά διαστήματα από το 1960 κ.ε. ωστόσο η πολιτική της χώρας αυτής έναντι της Κύπρου δεν εδιαφοροποιείτο. Διαφοροποιήσεις παρουσιάζονταν ως προς την τακτική, αλλά ο στόχος παρέμενε ο αυτός και ήταν η διχοτόμηση της Κύπρου και, εάν καθίστατο εφικτό, η πλήρης κατάληψη και τουρκοποίησή της. Συνεπώς, όταν στις 15.7.1974 εκδηλώθηκε το πραξικόπημα κατά του προέδρου Μακαρίου, που επεκράτησε, ο Ετζεβίτ δεν ήταν δυνατό να μη το εκμεταλλευθεί για να εξυπηρετήσει τον μόνιμο τελικό στόχο της χώρας του.

 

Δυο ήσαν οι δικαιολογίες που πρόβαλε διεθνώς αμέσως μετά το ελληνικό πραξικόπημα, προκειμένου να εξασφαλίσει αν όχι την έγκριση, τουλάχιστον την ανοχή των άλλων κρατών και ιδιαίτερα των μεγάλων δυνάμεων και των χωρών της Ευρώπης έναντι στη στρατιωτική εισβολή της χώρας του στην Κύπρο:

 

  1. Το πραξικόπημα διενεργήθηκε από μια άλλη χώρα, την Ελλάδα, συνεπώς δεν ήταν εσωτερική υπόθεση των Κυπρίων αλλά ξένη στρατιωτική επέμβαση η οποία, εκτός των άλλων, έθετε σε άμεσο κίνδυνο την ασφάλεια της τουρκοκυπριακής κοινότητας.
  2. Η Τουρκία, σαν μια από τις τρεις «εγγυήτριες δυνάμεις» της κυπριακής ανεξαρτησίας (οι άλλες δυο ήσαν η Ελλάδα και η Αγγλία), είχε δικαίωμα να επέμβει στην Κύπρο είτε σε συνεργασία με τις άλλες δυο είτε μόνη της, για επαναφορά της συνταγματικής τάξεως στο νησί. Το δικαίωμα αυτό απέρρεε από την λεγόμενη Συνθήκη Εγγυήσεως (άρθρο 3) του 1960 που είχε συνομολογηθεί μεταξύ των τριών «εγγυητριών δυνάμεων» και της Κύπρου.

 

Η απόφαση του Τούρκου πρωθυπουργού να διενεργήσει στρατιωτική επέμβαση στην Κύπρο, ελήφθη το βράδυ της ίδιας ημέρας που εκδηλώθηκε το πραξικόπημα στην Κύπρο, δηλαδή την Δευτέρα, 15 Ιουλίου 1974. (Βλέπε Ψυχογραφήματα Στέιτ Ντιπάρνμεντ)

 

Αρχικά ο Ετζεβίτ εργάστηκε προς την κατεύθυνση κοινής επεμβάσεως της χώρας του και της Αγγλίας στην Κύπρο και άρχισε δραστήριες διαβουλεύσεις με την κυβέρνηση του Λονδίνου, με την κυβέρνηση της Ουάσιγκτον και με το NATO. Παράλληλα, η στρατιωτική μηχανή της χώρας του ετέθη σε συναγερμό, τα από πολλού ετοιμασμένα σχέδια αποβάσεως στην Κύπρο ξαναμελετήθηκαν και τροποποιήθηκαν ανάλογα και τα στρατεύματα που θα εκτελούσαν την απόφαση, εξοπλισμένα με αμερικανικής κατασκευής όπλα, άρ χισαν όλες τις απαραίτητες προετοιμασίες. Στην επιχείρηση, την οποία ο Ετζεβίτ ονόμασε «ειρηνευτική», θα έπαιρναν μέρος τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις και των τριών Όπλων.

 

Στο διάστημα των λίγων ημερών που χρειάζονταν για την βιαστική ολοκλήρωση των στρατιωτικών προπαρασκευών της χώρας του, ο Ετζεβίτ επέδειξε ζωηρότατη πολιτική δραστηριότητα τόσο εντός της Τουρκίας όσο και διεθνώς. Εντός, είχε αλλεπάλληλες συσκέψεις με την λοιπή πολιτική ηγεσία αλλά και με τους αρχηγούς του στρατού, για εξασφάλιση υποστήριξης στην ενέργειά του, πράγμα που πέτυχε στον μεγαλύτερο βαθμό. Εκτός, έπρεπε να εξασφαλίσει την έγκριση των ΗΠΑ και του NATO, από όπου η χώρα του εξαρτάτο σχεδόν απόλυτα και στρατιωτικά και οικονομικά. Έπρεπε ακόμη να διασφαλίσει την «ουδετερότητα» της Αγγλίας η οποία αρνήθηκε να μετάσχει σε κοινή με την Τουρκία δράση στην Κύπρο, αλλά διέθετε στρατιωτικές βάσεις στο νησί που ο Ετζεβίτ δεν ήθελε να παρεμποδίσουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις πολεμικές δραστηριότητες της χώρας του. Προς τούτο, έκαμε ένα ταξίδι στο Λονδίνο όπου και συνεσκέφθη με την αγγλική κυβέρνηση. Έπρεπε ακόμη να εξασφαλίσει την «ουδετερότητα» των στρατευμάτων των Ηνωμένων Εθνών που βρίσκονταν στην Κύπρο. Έπρεπε, τέλος, να προλάβει τις αντιδράσεις πολλών άλλων χωρών όπως της Σοβιετικής Ένωσης, μερικών αραβικών κρατών και εκείνων της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, αλλά και ηγετικών χωρών του κινήματος των Αδεσμεύτων, του οποίου μέλος ήταν η Κύπρος.

 

Η «ειρηνευτική επιχείρηση» του Ετζεβίτ άρχισε τα χαράματα του Σαββάτου, 20.7.1974, με επίθεση κατά της Κύπρου από τον αέρα, τη θάλασσα και τη ξηρά, και ολοκληρώθηκε με την δεύτερη επίθεση που εξαπολύθηκε στις 14 Αυγούστου 1974 και είχε ως αποτέλεσμα την κατάληψη του 38% του κυπριακού εδάφους, με όλες τις τραγικές συνέπειες. Στο μεσοδιάστημα μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης «ειρηνευτικής επιχειρήσεως» της Τουρκίας (από 23.7.1974 μέχρι 13.8.1974), η κυβέρνηση του Μπουλέντ Ετζεβίτ μετείχε σε συνομιλίες για διευθέτηση του Κυπριακού προβλήματος, στη Γενεύη, όπου όμως παρουσιάστηκε διά του υπουργού των Εξωτερικών Γκιουνές εντελώς αδιάλλακτη. Ήταν η νικήτρια, επί του παρόντος, και το γνώριζε.

 

(Λεπτομερέστερα για την εισβολή του 1974, βλέπε λήμμα Τουρκία και Κύπρος).