Ευαγόρας Β΄

Image

Βασιλιάς της Σαλαμίνος από το 361 μέχρι το 351 π.Χ. οπότε κι εκθρονίστηκε. Αν και μερικοί ιστορικοί (όπως ο sir George Hill) θεωρούν ότι ήταν γιος του βασιλιά Ευαγόρα Α΄ και νεότερος αδελφός του προκατόχου του στον θρόνο της Σαλαμίνος βασιλιά Νικοκλέους, θεωρείται από άλλους πιθανότερο ότι ήταν γιος του Νικοκλέους και εγγονός του Ευαγόρα Α΄.

 

Μετά τη δολοφονία του βασιλιά Ευαγόρα Α΄ και του πρωτότοκου γιου του Πνυταγόρα το 374 π.Χ., στο θρόνο της Σαλαμίνος ανήλθε ο δευτερότοκος γιος του Νικοκλής* που βασίλεψε μέχρι τον θάνατό του το (ή περί το) 361 π.Χ. Διάδοχος του Νικοκλέους ήταν ο Ευαγόρας Β' από το 361 π.Χ. Μεταξύ άλλων, μας είναι γνωστός και από νομισματική πηγή. Σε νομίσματα που έκοψε και που έχουν βρεθεί, αναγράφεται:

 

Βα[σιλέως] Εὐα[γόρου].

 

Ο Ευαγόρας Β΄ ακολούθησε φιλοπερσική πολιτική και συνεργάστηκε με τους Πέρσες, πράγμα που τον έφερε σε αντιπαράθεση προς τα αισθήματα των Σαλαμινίων και προς το φιλελληνικό πνεύμα που είχε τόσο πολύ ενισχυθεί κατά την περίοδο της βασιλείας του Ευαγόρα Α΄. Η αντίθεση των Σαλαμινίων προς τη φιλοπερσική πολιτική του Ευαγόρα Β΄ εξελίχθηκε σε αγώνα κατ’ αυτού, στον οποίο πρωταγωνιστικό ρόλο διαδραμάτισε ο Πνυταγόρας*, πιθανότατα εγγονός (κατ’ άλλους γιος) του Πνυταγόρα, πρωτότοκου γιου του Ευαγόρα Α΄. Ο Πνυταγόρας κατόρθωσε, το 351 π.Χ., να εκθρονίσει και εκδιώξει τον Ευαγόρα Β', τον οποίο και διαδέχθηκε στον θρόνο της Σαλαμίνος. Ο Πνυταγόρας ακολούθησε την φιλελληνική πολιτική του Ευαγόρα Α΄, αν και τελικά υποτάχτηκε στην περσική κυριαρχία.

 

Μετά τον εκθρονισμό του, ο Ευαγόρας Β΄ διέφυγε στο εξωτερικό και κατέφυγε στους Πέρσες. Λίγο αργότερα, εκμεταλλευόμενος ένα νέο κίνημα των Κυπρίων κατά των Περσών, που ακολούθησαν εξέγερση των Φοινίκων (Διόδωρος Σικελιώτης, 16,41.1) ο Ευαγόρας Β΄ κατόρθωσε να αναλάβει την αρχηγία των περσικών στρατιωτικών δυνάμεων που εστάλησαν στην Κύπρο. Μαζί μ’ αυτόν, συναρχηγός των περσικών δυνάμεων ήταν ο Αθηναίος στρατηγός Φωκίων*. Τη στρατιωτική αυτή επιχείρηση κατά των Κυπρίων είχε διατάξει ο βασιλιάς των Περσών Αρταξέρξης* όταν πληροφορήθηκε τη νέα εξέγερσή τους. Ο δυνάστης της Καρίας Ιδριεύς, φίλος και σύμμαχος των Περσών, πήρε από τον Αρταξέρξη την εντολή και ετοίμασε εκστρατευτικό μισθοφορικό σώμα από 8.000 στρατιώτες και 40 τριήρεις, που το έστειλε κατά των Κυπρίων με αρχηγούς τον Ευαγόρα και τον Φωκίωνα.

 

Ο Ευαγόρας, θεωρώντας τις εξελίξεις αυτές σαν ευκαιρία που του προσφερόταν για να επανακτήσει τον χαμένο του θρόνο, βάδισε μαζί με τον Φωκίωνα ευθύς κατά της πόλης του, της Σαλαμίνος, την οποία και πολιόρκησε και από τη ξηρά και από τη θάλασσα (Διόδωρος, 16,41.8). Και ενώ μεν η ίδια η Σαλαμίς ανθίστατο στην πολιορκία του πρώην βασιλιά της, το μισθοφορικό στράτευμα λεηλατούσε την ύπαιθρο απ’ όπου κι εξασφάλισε πολλά λάφυρα επειδή η χώρα ευημερούσε. Η εξασφάλιση λαφύρων προσέλκυσε και άλλους πολλούς μισθοφόρους από τη Συρία και την Κιλικία, που ήλθαν στο νησί και κατετάγησαν στο στρατό των Ευαγόρα και Φωκίωνος που έτσι διπλασίασαν τη δύναμή τους (Διόδωρος, 16,41.8 - 9).

 

Παρά το ότι οι λοιπές κυπριακές πόλεις υποτάχτηκαν και πάλι στους Πέρσες, η Σαλαμίς υπό τον Πνυταγόρα συνέχισε ν’ αντιστέκεται με επιτυχία στην πολιορκία του Ευαγόρα και του Φωκίωνος. Ο Πνυταγόρας φαίνεται ότι κατόρθωσε να έλθει σε επικοινωνία και συμφωνία με τον Αρταξέρξη. Ο Ευαγόρας συκοφαντήθηκε στον βασιλιά των Περσών, ίσως στο πλαίσιο πολιτικού παιγνιδιού του Πνυταγόρα, και ανεκλήθη από την Κύπρο. Στη Σαλαμίνα, ο Πνυταγόρας εδραίωσε τώρα τη δική του εξουσία, ενώ ο Ευαγόρας πήγε στην περσική Αυλή για να δώσει εξηγήσεις. Εκεί, θεωρήθηκε άξιος για ν’ αναλάβει τη διοίκηση μιας άλλης περσικής ηγεμονίας στην Ασία. (Διόδωρος, 16,46.2).

 

Στη νέα, και μεγαλύτερη, ηγεμονία που του ανετέθη, ο Ευαγόρας δεν παρέμεινε για πολύ. Εξαιτίας της κακής διοίκησης του, εκδιώχθηκε και επέστρεψε στην Κύπρο. Εδώ όμως συνελήφθη και τιμωρίας ἠξιώθη (Διόδωρος, 16,46.3).