Ζευγαράτοι

Κατά την περίοδο της φραγκικής κατοχής της Κύπρου, οπότε το νησί αποτελούσε βασίλειο οργανωμένο σύμφωνα προς τα φεουδαρχικά πρότυπα της Ευρώπης, οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις αποτελούσαν φέουδα, ιδιοκτησίες της βασιλικής οικογένειας και των ευγενών.

 

Οι Κύπριοι πάροικοι, που καλλιεργούσαν τη γη, δεν είχαν ιδιόκτητα κτήματα. Σ' αυτούς παρεχωρείτο γη για καλλιέργειες, από τις οποίες κέρδιζαν μικρό μόνο ποσοστό της όλης παραγωγής.

 

Οι Κύπριοι πάροικοι είχαν μόνο δικά τους ζώα, κυρίως βόδια, που τα χρησιμοποιούσαν στις καλλιέργειες. Ανάλογα προς τον αριθμό των ζωών που κατείχαν, διακρίνονταν σε ζευγαράτους, μονοζευγαράτους, βοϊδάτους και πεζούς.

 

Οι όροι υφίσταντο για μια ορισμένη τάξη ακτημόνων Κυπρίων και κατά την προγενέστερη Βυζαντινή περίοδο. Η έκταση γης που τους δινόταν για καλλιέργεια ήταν:

 

Ζευγαράτοι: 150 μόδια από τους Βυζαντινούς, 40 μόδια από τους Φράγκους.

 

Μονοζευγαράτοι: 100 από τους Βυζαντινούς, 30 από τους Φράγκους.

 

Βοϊδάτοι: 50 από τους Βυζαντινούς, 20 από τους Φράγκους.

 

Η διαφορά των αριθμών μεταξύ Βυζαντινής εποχής και Φραγκοκρατίας είναι τεράστια. Τεράστια ήταν και η διαφορά η σχετική με την υποχρέωση των παροίκων να εργάζονται αναγκαστικά για κάποιο διάστημα για λογαριασμό του αφέντη: Υπό τους Βυζαντινούς, η υποχρεωτική αγγαρεία ήταν 12 μέρες τον χρόνο, ενώ υπό τους Φράγκους ήταν 2-3 μέρες την εβδομάδα.

 

Η κατάσταση αυτή υποβίβασε τους Κυπρίους παροίκους σχεδόν στη θέση του δούλου ή του σκλάβου κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας, και οδήγησε τον πληθυσμό σε κατάσταση πλήρους εξαθλιώσεως,  σε αντίθεση  προς  τους Φράγκους ευγενείς που ζούσαν με χλιδή.