Παττακός Στυλιανός

Image

 

Έλληνας στρατιωτικός, ένας από της πρωτεργάτες της Χούντας της 21ης Απριλίου  και ηγετικό στέλεχος της επτάχρονης δικτατορίας.

Ο Στυλιανός Παττακός γεννήθηκε στην Αγία Παρασκευή Ρεθύμνου Κρήτης στις 8 Νοεμβρίου του 1912. Η οικογένειά του είχε καταγωγή από τον βυζαντινό Οίκο των Σκορδιλών.

 

Μετά τις σπουδές του κατατάχθηκε στο στράτευμα ως μόνιμος υπαξιωματικός. Φοίτησε στις Σχολές Υπαξιωματικών και Ευελπίδων και ονομάστηκε ανθυπίλαρχος το 1937. Ως υπίλαρχος έλαβε μέρος στον Πόλεμο κατά των Ιταλών (1940-1941) και και ως ίλαρχος και επίλαρχος στον Εμφύλιο Πόλεμο (1946-1949). Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση ως κρυπτογράφος της οργάνωσης «Όμηρος».

Το 1952 προήχθη στο βαθμό του αντισυνταγματάρχη, το 1962 του συνταγ­ματάρχη, του ταξιάρχου το 1967 και αποστρατεύθηκε, στις  18 Δεκεμβρίου 1967, με το βαθμό του υποστρατήγου. Ήταν απόφοιτος των Σχολών Πολέμου και Εθνικής Αμύνης.

 

Υπήρξε μέλος της τριανδρίας  Γεώργιος Παπαδόπουλος -Στυλιανός Παττακός -Νίκολαος Μακαρέζος, που οργάνωσε και ηγήθηκε του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967. Μάλιστα, αποκαλούσε τους άλλους δύο «αδελφούς». Ως διοικητής του Κέντρου Εκπαιδεύσεως Τεθωρακισμένων (ΚΕΤΘ), που έδρευε τότε στο Γουδή,  ανέλαβε την ευθύνη της επικράτησης του πραξικοπήματος στην Αθήνα.

 


  Ο Σ. Παττακός παρέμενε αμετανόητος για το πραξικόπημα μέχρι το θάνατό του και υποστήριζε ότι η Χούντα έσωσε την Ελλάδα από σχεδιαζόμενη σοσιαλιστική δικτατορία του Ανδρέα Παπανδρέου που θα έβαζε την Ελλάδα στο Ανατολικό Μπλοκ.   Τον Απρίλιο του 1967, μετά την εκδήλωση πραξικοπήματος ανέλαβε υπουργός Εσωτερικών, μέχρι το 1971, οπότε και ανέλαβε αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης ως το 1973. Το 1971 με δική του διαταγή έγινε η μεταφορά της πρωτεύουσας της Κρήτης από τα Χανιά στο Ηράκλειο, αν και αργότερα κατηγόρησε τους κατοίκους του Ηρακλείου για αχαριστία επειδή υποστήριζαν το ΠΑΣΟΚ.   Στο επιχειρησιακό κομμάτι του πραξικοπήματος, ο ρόλος του Παττακού ήταν μακράν ο σπουδαιότερος καθώς, ως διοικητής του Κέντρου Εκπαιδεύσεως Τεθωρακισμένων, ήλεγχε τις μονάδες των Τεθωρακισμένων που ήταν απαραίτητες για την κατάληψη της Αττικής. Είχε διοριστεί σ' αυτή τη θέση το 1966 ως έμπιστος «εθνικόφρων» από την κυβέρνηση των Αποστατών που φοβόταν τη άνοδο της δημοτικότητας του Ανδρέα Παπανδρέου και ήθελε να ελέγχει τις στρατιωτικές δυνάμεις μέσα και γύρω από την Αθήνα «διά παν ενδεχόμενον».   

Μετά την πτώση της χούντας Ιωαννίδη, συνελήφθη στις 23 Οκτωβρίου 1974 και μεταφέρθηκε στην Κέα, ενώ στις 20 Ιανουαρίου 1975 προφυλακίστηκε. Στη δίκη που ακολούθησε το Πενταμελές Εφετείο υπό την προεδρία του Γιάννη Ντεγιάννη τον έκρινε ένοχο στάσης και εσχάτης προδοσίας και τον καταδίκασε σε θάνατο, αλλά η ποινή μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη από την πολιτική εξουσία. Στις 28 Σεπτεμβρίου 1990 αποφυλακίστηκε «λόγω ανηκέστου βλάβης της υγείας του» με την υποχρέωση να δίνει το παρόν ανά 15 ημέρες στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής του και ανά 5 μήνες στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων.

Πέθανε στις 8 Οκτωβρίου 2016 και τάφηκε στην Κρήτη.