Θεοχαρίδης Θεμιστοκλής

Η χρυσή Αυγή (απόσπασμα)

Η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ (απόσπασμα)

 

Θυμούμαι μια χρυσή αυγή μια ώρ' ευτυχισμένη.

Έσβηναν τ' άστρα σιγαλά

κι ήρχιζ' ή φύσις να γελά

φαιδρά μυρολουσμένη.

 

Από τον κόσμον π' ενοχλεί δυο στήθ' ερωτευμένα

ουδέ φωνή, ουδέ μιλιά.

Γλυκολαλούνε τα πουλιά

κι εκείνα ερωτευμένα.

 

Εις περιβόλι, που ζωήν ο έρως περιχύνει,

όπου ο πόθος κι η χαρά

φιλούντ' εις άνθη δροσερά,

ήμουν εγώ κι Εκείνη.

 

Εκείνη ...νύμφη μοναχή με κάλλη μυροφόρα,

ως να κατέβ' επί της γης

από τα νέφη της Αυγής

εις μαγεμένην ώρα.

 

Ώ! ποία χάρις ‘ς την μορφή, τα λόγια της εκείνα!

Χείλη, κοράλια καθαρά,

μήλα 'σαν ρόδα δροσερά,

σμιγμένα με τα κρίνα.

 

Σ' το βλέμμα τον Παράδεισον που ηύρεν ανοιγμένον;

Πού ηύρεν τόσον θησαυρόν

ωσάν χρυσάφι καθαρόν

ς' τους ώμους της χυμένον;

 

Θεέ! αν την ελάτρευσα, θνητόν μη με μισήσεις.

Δεν είν' αμάρτημα σκληρό

το ν' αγαπά κανείς, θαρρώ.

Συ είσ' Αγάπη επίσης.

 

Θεμιστ. Θεοχαρίδης