Θόρναξ

Λέξη χρησιμοποιούμενη από τους αρχαίους Κυπρίους για το υποπόδιο (χαμηλό σκαμνί για τα πόδια). Στον Όμηρο η λέξη εμφανίζεται ως θρῆνυς, ενώ σε άλλους συγγραφείς με τον τύπο θρόναξ.