Ίνια

Image

Αμιγές ελληνικό χωριό της επαρχίας Πάφου, στο οροπέδιο της Λαόνας, περί τα 28 χμ. βορείως της πόλης της Πάφου. Τα διοικητικά σύνορα του χωριού στα δυτικά φθάνουν μέχρι τη θάλασσα του Ακάμα.

 

Η Ίνια είναι κτισμένη στην κορυφογραμμή του οροπεδίου της Λαόνας, σε μέσο υψόμετρο 620 μέτρων. Το τοπίο είναι διαμελισμένο από πολλά μικρά ρυάκια που πηγάζουν από την κορυφογραμμή και χύνονται στη θαλάσσια περιοχή του Ακάμα.

 

Τα κυριότερα απ' αυτά είναι το αρκάτζ’ιν τους Καλόγηρους, το αρκάτζ΄ιν του Γιουσούφη, το αρκάτζ’ιν της Μαρκαρούς, το αρκάτζ’ιν της Ροδιάς, ο Κόρακας και το αρκάτζ’ιν της Κασκιάς.

 

Από γεωλογικής απόψεως, το χωριό είναι τοποθετημένο πάνω σε μια τεράστια ποικιλία γεωλογικών αποθέσεων που μαζί με διάφορες τεκτονικές κινήσεις επηρέασαν το ανάγλυφο. Τα κυριότερα πετρώματα της περιοχής είναι οι ασβεστολιθικοί ψαμμίτες, οι υφαλογενείς ασβεστόλιθοι, οι μάργες, οι μαργαϊκές κρητίδες, οι άμμοι, τα χαλίκια, οι αποθέσεις του σχηματισμού Μαμωνιών, οι λάβες και οι σερπεντινίτες.

 

Η γεωμορφολογία της Ίνιας επηρεάστηκε από το αντίκλινο του Ακάμα, που συμπίπτει με την κορυφογραμμή της περιοχής. Μέσα στο ανάγλυφο του χωριού συναντά κανείς ομαλές και απότομες πλαγιές, κατάφυτες κοιλάδες, γυμνές επικλινείς εκτάσεις και υπόγεια σπήλαια. Στα βορειοδυτικά του χωριού και δίπλα στο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, βρίσκεται η κορφή Λάρα, ύψους 668 μέτρων, που είναι το ψηλότερο σημείο σ’ ολόκληρη την περιοχή του Ακάμα.

 

Η Ίνια δέχεται μια μέση ετήσια βροχόπτωση περί τα 610 χιλιοστόμετρα. Η ποικιλία του ανάγλυφου, των πετρωμάτων και των εδαφών, συνέβαλε στην ανάπτυξη διαφόρων καλλιεργειών, όπως τα αμπέλια (οινοποιήσιμες ποικιλίες), τα σιτηρά, τα νομευτικά φυτά και λίγα φρουτόδεντρα (μηλιές και αχλαδιές). Καλλιεργούνται επίσης αμυγδαλιές, χαρουπιές και ελιές. Ωστόσο υπάρχουν στην περιοχή και αρκετές ακαλλιέργητες εκτάσεις. Μέρος του δάσους του Ακάμα, στα δυτικά της Ίνιας, και μικρό μέρος του δάσους της Πέγειας, στα νοτιοδυτικά, εμπίπτουν στη διοικητική έκταση του χωριού. Η σχετικά ψηλή βροχόπτωση που δέχονται τα δάση αυτά συνέβαλε στην ανάπτυξη μιας πλούσιας φυσικής βλάστησης από αόρατους, πεύκα, αγριελιές, αγριοχαρουπιές, σχίνους, θυμάρι, λάδανο, μυρτιές και τριμιθιές.

 

Στα δυτικά της Ίνιας και μέσα στη διοικητική της έκταση, βρίσκεται η μικρή χερσόνησος της Λάρας με το γραφικό Αμμούδι και την αμμουδιά της Λάρας. Το χωριό καλύπτεται με πολεοδομικές ζώνες, όπως όλες οι παράκτιες περιοχές της επαρχίας Πάφου.

 

Η Ίνια εξυπηρετείται με ένα καλό οδικό δίκτυο. Στα βορειοανατολικά συνδέεται με το χωριό Δρούσεια (περί το 1 χμ.) και μέσω του με το χωριό Πόλη (περί τα 10 χμ). Στα νοτιοανατολικά συνδέεται με το χωριό Κάτω Αρόδες (περί τα 2 χμ.), και στα βορειοδυτικά με το χωριό Φασλί (περί τα 4 χμ).

 

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 13 
1891 543 
1901 580 
1911 620 
1921 637 
1931 603 
1946 682 
1960 648 
1973 623 
1976 589 
1982 480 
1992 384 
2001 353 

 

Από το 1881 μέχρι το 1946 ο πληθυσμός της Ίνιας σημείωσε μια συνεχή σχεδόν αύξηση. Το 1881 αναφέρεται στην απογραφή ότι είχε 15 μόνο κατοίκους(!). Από το 1946 και ύστερα, σημειώθηκε συνεχής μείωση του πληθυσμού. Είναι φανερό ότι η αποδημία εντάθηκε μετά το 1946 ενώ το χωριό επλήγη και από την αστυφιλία. Ο αριθμός των 15 μόνο κατοίκων που αναφέρεται στην πρώτη απογραφή που έγινε στην Κύπρο από τους Βρετανούς (1881) θα πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι λανθασμένος γιατί οι τότε κάτοικοι του χωριού θα πρέπει να ήσαν πολύ περισσότεροι. Αν και η ίδια απογραφή αναφέρει ότι κατά το 1881 η Ίνια είχε 4 μόνο σπίτια, που κατοικούντο όλα, ωστόσο δεν φαίνεται να υπήρξε οποιαδήποτε σοβαρή φανερή αιτία ώστε οι κάτοικοι του χωριού ν' αυξηθούν, σε 10 χρόνια, από τους 15 στους 543.

 

Δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένο το πώς κι από πού προήλθε η ονομασία του χωριού, αν και υπάρχουν διάφορες θεωρίες. Εάν αποδεχθούμε την μια απ' αυτές, που υποστηρίζει ότι η ονομασία της Ίνιας (ή Ίνειας) προήλθε από κάποιο αρχαίο ελληνικό όνομα (ίσως ανδρός) κι ότι αλλοιώθηκε κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας, τότε θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι το χωριό υφίστατο και πριν από την περίοδο αυτή, δηλαδή από την Βυζαντινή εποχή, πράγμα που είναι πιθανότατο.

 

Το χωριό, εν πάση περιπτώσει, υφίστατο κατά την εποχή της Φραγκοκρατίας κι ανήκε αρχικά στο τάγμα των Ναϊτών ιπποτών. Μετά τη διάλυση του τάγματος αυτού, το χωριό και μαζί μ' αυτό και άλλα 46 κυπριακά χωριά, απετέλεσε ιδιοκτησία των ιπποτών του τάγματος του Αγίου Ιωάννου (Ιωαννίτες ή ιππότες του τάγματος του Νοσοκομείου). Κατά την περίοδο αυτή υπάρχει η άποψη ότι το χωριό πήρε τη σημερινή του ονομασία, ίσως από το λατινικό vinum που σημαίνει κρασί. Δεν είναι επίσης απίθανο εάν θεωρήσουμε ότι το χωριό είχε κατά τη Βυζαντινή περίοδο παραπλήσια ονομασία (ίσως, για παράδειγμα, ονομασία προερχόμενη από τη λέξη ἰνίον ή από ανδρικό όνομα) που κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας συσχετίστηκε με τη λέξη vinum.

 

Το χωριό μνημονεύεται και σε παλαιό χειρόγραφο, της περιόδου της Βενετοκρατίας, ως ένα από εκείνα που ανήκαν κατά την περίοδο αυτή και την προγενέστερη περίοδο της Φραγκοκρατίας στην Μεγάλη Κομμανταρία των Ιωαννιτών ιπποτών, που είχε έδρα της το Κολόσσι.

 

Ο Γκάννις αναφέρει ερειπωμένη εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στο κέντρο του χωριού. Έξω από το χωριό, ενδιαφέρον παρουσιάζει η μεσαιωνική εκκλησία του Αγίου Ιακώβου, με κατάλοιπα τοιχογραφιών. Προσκολλημένο στην εκκλησία, είναι το παρεκκλήσι του Αγίου Αγαπίου. Η κύρια εκκλησία της Ίνιας είναι αφιερωμένη στην Παναγία Χρυσελεούσα. Τοπωνύμιο του χωριού ονομάζεται Άγιοι Αφεντικοί και υποδηλώνει παλαιόν τόπο χριστιανικής λατρείας.

 

Κατά τον Ιερώνυμο Περιστιάνη, πρώτος γραμματοδιδάσκαλος στο χωριό το 1859 ήταν ο Κουτσαγκάς από την Τύμπου, ο οποίος όμως εγκατέλειψε το επάγγελμα και πήγε στον Ακάμα όπου καλλιεργούσε χωράφια, ώσπου τα έχασε επειδή ήταν κυβερνητικά. Δεύτερος δάσκαλος πριν από την αγγλική κατοχή ήταν ο Παπά Ηλίας, ο οποίος δίδασκε τα Κοινά Γράμματα στο ύπαιθρο ενώ καλλιεργούσε τα χωράφια του με τη βοήθεια των παιδιών. Στο χωριό επίσης δίδαξε ο ποιητάρης Χρ. Τζαπούρας.

 

Σε παλαιούς χάρτες το χωριό βρίσκεται σημειωμένο ως Igna.

 

Ο ιστορικός Φλώριος Βουστρώνιος (16ος αιώνας) μνημονεύει την Ίνια (Igna ή και Spigna) ως φέουδο «στην περιοχή Χρυσοχούς», που κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας ανήκε αρχικά στους Ναΐτες. Μετά τη διάλυση του τάγματός τους, το 1313, η Ίνια, μαζί με τις άλλες ιδιοκτησίες των Ναϊτών, περιήλθε στη κατοχή των Ιωαννιτών ιπποτών.