Ιουστινιανός Β΄

Image

Βυζαντινός αυτοκράτορας από το 685 μέχρι το 695 και από το 705 μέχρι το 711. Είναι γνωστός και με την επωνυμία Ρινότμητος επειδή κατά τη διάρκεια της πρώτης επανάστασης εναντίον του που τον οδήγησε στην εξορία από το 695 μέχρι το 705 οπότε επανήλθε στον θρόνο, συνελήφθη από τον στρατηγό Λεόντιο, ο οποίος του έκοψε τη μύτη.

 

Ο Ιουστινιανός Β' ήταν γιος του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Δ' που πέθανε πρόωρα σε ηλικία 33 χρόνων, με αποτέλεσμα να τον διαδεχθεί ο γιος του, ηλικίας τότε 16 χρόνων (γεννήθηκε το 669). Η σκληρή εσωτερική πολιτική την οποία ακολούθησε προκάλεσε εξέγερση το 695, οπότε ο Ιουστινιανός εξορίστηκε από τον στρατηγό Λεόντιο στην Κριμαία. Ο αυτοκράτορας κατέφυγε στην αυλή των Χαζάρων και αργότερα στην αυλή του Τέρβελι, βασιλιά των Βουλγάρων. Με τη βοήθεια του τελευταίου, κι επί κεφαλής βουλγαροσλαβικού στρατού, ο Ιουστινιανός κατόρθωσε το 705 να επανέλθει στην Κωνσταντινούπολη και να ανακτήσει τον θρόνο του. Μετά το γεγονός αυτό, ολόκληρη σχεδόν την περίοδο της δεύτερης βασιλείας του την αφιέρωσε κυρίως στο να εκδικείται σκληρά εκείνους που τον είχαν εξορίσει, επεκτείνοντας την τιμωρία του και στις επαρχίες, πολύ πέρα από την πρωτεύουσα Κωνσταντινούπολη. Αποτέλεσμα ήταν μια δεύτερη εξέγερση εναντίον του, το 711, που επεκράτησε. Ο αυτοκράτορας εκτελέστηκε και το κεφάλι του εξετέθη δημόσια τόσο στην Κωνσταντινούπολη όσο και αλλού (όπως στη Ρώμη και στη Ραβέννα της Ιταλίας).

 

Σύζυγος του Ιουστινιανού ήταν η κόρη του αρχηγού των Χαζάρων (που τον φιλοξένησαν όταν δραπέτευσε από τον χώρο της εξορίας του), την οποία έφερε στην πρωτεύουσα μετά την ανάκτηση του θρόνου του, την βάφτισε Χριστιανή δίνοντάς της το όνομα Θεοδώρα, και την τίμησε με πλήθος διακρίσεις κι επιδόματα.

 

Ο Ιουστινιανός Β' ήταν ο τελευταίος της δυναστείας του Ηρακλείου. Ο γιος του Τιβέριος εκτελέστηκε μαζί με τον πατέρα του.

 

Όταν ο Ιουστινιανός ανήλθε στον θρόνο, οι Άραβες ήσαν ήδη νικημένοι από τον πατέρα του Κωνσταντίνο, γι' αυτό κι επεδίωξαν τη σύναψη ειρήνης με το Βυζάντιο. Έτσι ο Ιουστινιανός έστρεψε την προσοχή του κατά των Βουλγάρων και των Σλάβων, εναντίον των οποίων εξεστράτευσε προσωπικά ο ίδιος το 688- 689, με αρκετή επιτυχία. Η είσοδός του μάλιστα στη Θεσσαλονίκη θεωρήθηκε θρίαμβος. Όταν υπέταξε τους Σλάβους, ο Ιουστινιανός τους οδήγησε βίαια σε μετοικεσία στη Μικρά Ασία. Διάφορες άλλες μετοικεσίες πραγματοποιήθηκαν επίσης από τον Ιουστινιανό, όπως η μεταφορά Μαρδαϊτών από τον Λίβανο στην Αττάλεια, στην Πελοπόννησο, στην Ήπειρο και αλλού, η μεταφορά μεγάλου μέρους του πληθυσμού της Κύπρου στην Κύζικο κλπ.

 

Ο Ιουστινιανός Β' εφάρμοσε ευρύτερα κι εδραίωσε τον θεσμό των θεμάτων (ιδρύοντας και το θέμα Ελλάδος), τροποποίησε το φορολογικό σύστημα της αυτοκρατορίας και ήταν ο πρώτος αυτοκράτορας που έκοψε νομίσματα με χαραγμένη σ' αυτά τη μορφή του Χριστού.

 

Σχέσεις του προς την Κύπρο: Η συνθήκη του 688 που υπεγράφη μεταξύ του Ιουστινιανού και των Αράβων, περιείχε γενικά όρους βαρύτερους για τους δεύτερους από την προηγούμενη συνθήκη του 680/1 και μεταξύ άλλων, οι Άραβες ήταν τώρα υποχρεωμένοι να καταβάλλουν υψηλότερους φόρους προς τον αυτοκράτορα. Ωστόσο οι φόροι της Κύπρου, της Αρμενίας και της Ιβηρίας (Γεωργίας) διαμοιράζονταν μεταξύ Βυζαντινών και Αράβων. Ο Ιουστινιανός απεδέχθη όμως την αποχώρηση των Μαρδαϊτών από τον Λίβανο, πιθανότατα για εξισορρόπηση των δυνάμεων στην περιοχή, δεδομένου ότι 12.000 Άραβες είχαν αποσυρθεί από την Κύπρο με βάση τη συνθήκη του 680/1.

 

Εντούτοις η ισορροπία αυτή ανετράπη στα 691/2 ξαφνικά, εξαιτίας του σημαντικότερου γεγονότος που συνέβη επί ημερών του αυτοκράτορα Ιουστινιανού, σχετικά με την Κύπρο. Την εποχή αυτή, εντελώς «παράδοξα», ο αυτοκράτορας διέταξε τη μεταφορά του πληθυσμού της Κύπρου στην Κύζικο, αρχαία πόλη της Προποντίδας, ανάμεσα στην Πάνορμο και στην Αρτάκη (Ελλήσποντος). Όπως σήμερα θεωρείται βέβαιο, οι λόγοι της μεταφοράς αυτής του κυπριακού πληθυσμού στην Κύζικο ήσαν βασικά η αποστέρηση των κυπριακών φόρων από το θησαυροφυλάκιο των Αράβων και η χρησιμοποίηση των Κυπρίων σε διάφορες σημαντικές (για την περίοδο εκείνη) υπηρεσίες στην αυτοκρατορία, όπως στρατιωτικές, ναυτικές/ ναυπηγικές και άλλες, υπό τις διαταγές της στρατηγίας των Καραβισιάνων.

 

Η ασύνετη, όπως χαρακτηρίστηκε, ενέργεια του Ιουστινιανού να μεταφέρει μεγάλο αριθμό Κυπρίων στην Κύζικο, είχε σαν συνέπεια παρόμοια ενέργεια του χαλίφη Αμπντ Αλ Μάλικ, ο οποίος μετέφερε στη συνέχεια τον υπόλοιπο κυπριακό πληθυσμό από την Κύπρο στη Συρία. Η ενέργεια αυτή του χαλίφη σήμαινε ότι θεωρούσε μέρος του πληθυσμού της Κύπρου ως υποκείμενο σε φορολογικές και άλλες υποχρεώσεις έναντί του.

 

Στην Κύζικο μετεφέρθησαν, πιθανώς, οι επιφανέστεροι αλλά και οι ικανότεροι από τους Κυπρίους για ναυτική και στρατιωτική υπηρεσία. Επικεφαλής αυτών που μετεφέρθησαν ήσαν ο τότε αρχιεπίσκοπος Κύπρου Ιωάννης και οι επίσκοποι. Η περιοχή του Ελλησπόντου στην οποία εγκαταστάθηκαν οι Κύπριοι, ονομάστηκε Νέα Ιουστινιανούπολις ή Ιουστινιανή. Εξαιτίας αυτής ακριβώς της μετοικεσίας, ο εκάστοτε αρχιεπίσκοπος Κύπρου φέρει τον τίτλο αρχιεπίσκοπος Νέας Ιουστινιανής και Πάσης Κύπρου.

 

Η μετοικεσία των Κυπρίων στην Κύζικο (που πολλοί την θεώρησαν ως εξορία, αλλά που ήταν πράξη συνηθισμένη κατά τον Μεσαίωνα) δεν διάρκεσε για πολύ αλλά στοίχισε σε πολλούς τη ζωή εξαιτίας των ταλαιπωριών. Μια νέα επαναβεβαίωση της συνθήκης του 688 μεταξύ Βυζαντινών και Αράβων, που έγινε πιθανότατα το 705, μόλις ο Ιουστινιανός επανήλθε στον θρόνο του (αντί το 698/9 όπως επιστεύετο μέχρι πρόσφατα), επέτρεψε την επιστροφή των Κυπρίων από την Κύζικο στην πατρίδα τους, αλλά και την επιστροφή στο νησί των Κυπρίων που είχαν μεταφερθεί στη Συρία.

 

Επί των ημερών του Ιουστινιανού πραγματοποιήθηκε η γνωστή εν Τρούλλω Οικουμενική Σύνοδος του 691/2 (ονομάστηκε έτσι γιατί οι εργασίες της διεξήχθησαν στη θολωτή αίθουσα — αίθουσα του τρούλλου — του παλατιού στην Κωνσταντινούπολη). Στα Πρακτικά της συνόδου αυτής, γνωστής και ως Πενθέκτης, απαντάται (πέμπτη στη σειρά) και η υπογραφή του αρχιεπισκόπου Κύπρου Ιωάννη, που υπογράφει ως αρχιεπίσκοπος Νέας Ιουστινιανουπόλεως. Πιστεύεται ότι η ανύψωση του Κυπρίου αρχιεπισκόπου στην πέμπτη θέση μεταξύ των πατέρων της συνόδου (γεγονός που προκάλεσε αντιδράσεις) οφειλόταν σε εύνοια του Ιουστινιανού Β' (ο οποίος είχε συγκαλέσει τη σύνοδο) προς το πρόσωπο του Ιωάννη.