Κάμπος

Image

Αμιγές ελληνικό χωριό της επαρχίας Λευκωσίας, περί τα 70 χμ. νοτιοδυτικά της πρωτεύουσας. Από την κωμόπολη της Μόρφου, που βρίσκεται στα βορειοανατολικά του, απέχει περί τα 33 χμ. Ο Κάμπος είναι το δεύτερο μεγαλύτερο σε διοικητική έκταση χωριό της επαρχίας του, μετά το χωριό Μηλικούρι.

 

Το χωριό είναι κτισμένο σε ορεινή περιοχή, σε μέσο υψόμετρο 880 μέτρων. Το ανάγλυφο είναι τραχύ βουνίσιο και είναι διαμελισμένο από τον ποταμό Κάμπο. Ο ποταμός, που διασχίζει το χωριό, έχει διανοίξει μια στενή κοιλάδα που περικλείεται από ψηλές και απότομες βουνοπλαγιές. Από γεωλογικής απόψεως, στη διοικητική έκταση του χωριού κυριαρχούν τα σκληρά και ανθεκτικά πετρώματα του γάββρου και του διαβάση, πάνω στα οποία αναπτύχθηκαν πυριτιούχα εδάφη.

 

Η περιοχή του χωριού δέχεται μια μέση ετήσια βροχόπτωση περί τα 707 χιλιοστόμετρα. Παρά την ψηλή βροχόπτωση, το απότομο ανάγλυφο δεν αφήνει πολλά περιθώρια για γεωργική ανάπτυξη. Η καλλιεργούμενη γη, η οποία αποτελεί μόνο το 3% της ολικής διοικητικής έκτασης του Κάμπου, περιορίζεται στην κοιλάδα του χωριού. Στις ψηλές πλευρές της κοιλάδας φυτρώνουν τα αμπέλια (οινοποιήσιμες ποικιλίες). Πιο χαμηλά, γύρω από την κοίτη του ποταμού, καλλιεργούνται οι κερασιές, οι αμυγδαλιές, οι μηλιές, οι ροδακινιές, οι ελιές, λίγα εσπεριδοειδή, όσπρια και λαχανικά. Επίσης καλλιεργούνται οι καρυδιές και οι πιστακιές. Εξάλλου η στενή κοιλάδα περικλείεται απ' όλες τις πλευρές από το πυκνό δάσος του Κάμπου, όπου κυριαρχεί το πεύκο, η ανδρουκλιά, η λατζ΄ιά και ο σφένδαμνος. Η δασική έκταση του χωριού ξεπερνά το 65% της ολικής διοικητικής του έκτασης.

 

Η λιγοστή κατάλληλη γεωργική γη μεταξύ των δυο βουνοπλαγιών δεν ήταν δυνατό να θρέψει τον πληθυσμό του χωριού. Γι’ αυτό από πολύ νωρίς οι κάτοικοί του ασχολήθηκαν με την επεξεργασία του ξύλου της γύρω δασικής έκτασης. Η υλοτομία στην Κύπρο έχει συνδεθεί με τα χωριά του Κάμπου και της Τσακκίστρας. Σήμερα λειτουργούν στο χωριό τρία πριονιστήρια και μια βιομηχανία κατασκευής κιβωτίων και βαρελιών.

 

Ο Κάμπος περιλαμβανόταν στο σχέδιο αγροτικής ανάπτυξης της περιοχής Μαραθάσας και έχει ωφεληθεί από αυτό με την κατασκευή και βελτίωση δρόμων μέσα στο χωριό.

 

Από συγκοινωνιακής απόψεως, ο Κάμπος συνδέεται στα νοτιοδυτικά με το χωριό Τσακκίστρα (περί τα 2 χμ.) και στα βορειοανατολικά με τα χωριά Αμπελικού (περί τα 13,5 χμ.) και Γαληνή (περί τα 14 χμ.).

 

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 378 
1891 343 
1901 408 
1911 533 
1921 593 
1931 715 
1946 1.056 
1960 1.070 
1973 859 
1976 1.328 
1982 739 
1992 557 
2001 426 

 

Η πληθυσμιακή αύξηση του 1976 οφείλεται στην προσωρινή εγκατάσταση στο χωριό κάπου 560 εκτοπισμένων, μετά την τουρκική εισβολή του 1974, κυρίως από την πεδιάδα της Μόρφου. Το 1982 ο Κάμπος είχε 743 κατοίκους. Η αστυφιλία και η εγκατάλειψη του χωριού εντάθηκε μετά την τουρκική εισβολή του 1974 εξαιτίας της αποκοπής της κύριας αρτηρίας που συνέδεε το χωριό με τη Λευκωσία μέσω Ξερού - Μόρφου. Έτσι ο Κάμπος, που πριν από την εισβολή άρχισε να αναπτύσσεται τουριστικά, έπαυσε πια να είναι ο απαραίτητος σταθμός για τις χιλιάδες διερχόμενους προσκυνητές του ιστορικού μοναστηριού του Κύκκου, που βρίσκεται περί τα 7 χμ. στα νότιά του, όπως και έπαυσε να αποτελεί προτίμηση για παραθερισμό για πολλούς Κυπρίους. Σήμερα ο Κάμπος διαθέτει ένα μικρό ξενοδοχείο 10 κλινών.

 

Το χωριό είναι γνωστό και ως Κάμπος της Τσακκίστρας. Όπως αφηγούνται οι κάτοικοί του, στην τοποθεσία όπου δημιουργήθηκε το χωριό υφίσταντο πιο πριν κτήματα που ανήκαν σε κατοίκους του χωριού Τσακκίστρα, που ήσαν γνωστά ως «ο κάμπος». Αργότερα κτίστηκαν σπίτια εκεί όπου βρίσκονταν τα κτήματα, από τους ιδιοκτήτες τους, κι έτσι δημιουργήθηκε το νέο χωριό, πιο χαμηλά από την Τσακκίστρα, που πήρε την ονομασία Κάμπος. Φαίνεται ότι το χωριό ιδρύθηκε κατά την πρώτη περίοδο της Τουρκοκρατίας (τέλη του 16ου αιώνα). Το χωριό αναπτύχθηκε και μεγάλωσε όταν στον πληθυσμό του προστέθηκαν αρκετοί που ασχολούνταν, ή θέλησαν να ασχοληθούν, με την υλοτομία, οι οποίοι κι εγκαταστάθηκαν στο χωριό αυτό που βρίσκεται κοντά στα δάση των βουνών του Κύκκου.

 

Οι περισσότεροι κάτοικοι του χωριού εξακολουθούν να ασχολούνται μέχρι σήμερα με την υλοτομία και την επεξεργασία /βιομηχανία του ξύλου. Άλλοι (άντρες και γυναίκες) εργάζονται στα πριονιστήρια του χωριού, ενώ οι υλοτόμοι εργάζονται στα δάση ολόκληρης της οροσειράς του Τροόδους. Από τα δέντρα που κόβουν, άλλα μεταφέρονται στο χωριό για επεξεργασία (κατασκευή ξυλοκιβωτίων και παραγωγή άλλων ειδών ξυλείας) κι άλλα αποστέλλονται στις Δασικές Βιομηχανίες στην Κοκκινοτριμιθιά. Η εργασία του υλοτόμου είναι σκληρή κι απαιτεί μεγάλη αντοχή.

 

Η κύρια εκκλησία του χωριού, αφιερωμένη στον άγιο Κυριακό, με επικλινή στέγη, ανακαινίστηκε το 1881. Το καμπαναριό, από λευκό μάρμαρο, προστέθηκε αργότερα και δεν εναρμονίζεται με το κτίριο. Στην εκκλησία υπάρχουν εικόνες από διάφορα ερειπωμένα ξωκλήσια της περιοχής. Μια άλλη εκκλησία είναι αφιερωμένη στην αγία Βαρβάρα. Στην περιοχή του χωριού υπάρχουν και ξωκλήσια, όπως του Αγίου Μάμαντος, του Αγίου Σπυρίδωνος και του Προφήτη Ηλία. Υφίστατο, επίσης, στην περιοχή του χωριού, μοναστήρι αφιερωμένο στην Παναγία των Ηλιακών, που διαλύθηκε κατά τον 18ο αιώνα.

 

Το χωριό Κάμπος ήταν κέντρο διαφόρων κυβερνητικών υπηρεσιών της περιοχής, κατά τη διάρκεια της Αγγλοκρατίας: από το 1880 στάθμευε σ' αυτό δασική φρουρά για προστασία των δασών. Σήμερα εξακολουθεί να υπάρχει δασικός σταθμός στον Κάμπο, όπως και αστυνομικός σταθμός. Είχε επίσης από νωρίς λειτουργήσει κτηνιατρική υπηρεσία, ενώ ο δρόμος που ένωνε το Ξερό με τον Κάμπο συμπληρώθηκε το 1905. Ο δρόμος αυτός έκλεισε μετά την τουρκική εισβολή του 1974, με αποτέλεσμα το χωριό να απομονωθεί και να προσεγγίζεται μέσω του μοναστηριού του Κύκκου (ο δρόμος Κάμπου - Κύκκου συμπληρώθηκε το 1913).

 

Ο Κάμπος ήταν, παλαιότερα, σημαντικό κέντρο παραγωγής της ρίγανης (Origanum syriacum) που αυτοφύεται άφθονη στην περιοχή, κι από την οποία παραγόταν το ριγανέλαιο που χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική και τη σαπουνοποιία. Στην περιοχή του χωριού αφθονεί και η σχινιά (Pistacia lentiscus) της οποίας τα κλαδιά εχρησιμοποιούντο στην καλαθοπλεκτική. Στο χωριό υφίστατο παλαιότερα βιοτεχνία παραγωγής λαδιού από τους καρπούς της σχινιάς, αλλά κυρίως πίσσας (ρητίνης) που έχει φαρμακευτικές ιδιότητες.

 

Το χωριό διοργανώνει, κατά τα τελευταία χρόνια, ετήσιο φεστιβάλ μέσα στο μήνα Αύγουστο.