Κιβίδες ντε de Chivides ή Quevides οικογένεια

Image

Μεσαιωνική οικογένεια ευγενών της Κύπρου, της περιόδου της Φραγκοκρατίας. Το χωριό Κιβίδες, της επαρχίας Λεμεσού, είτε έδωσε στην οικογένεια το επίθετό της, είτε πήρε απ' αυτήν το δικό του όνομα. Τα κυριότερα γνωστά μέλη της οικογένειας είναι:

 

Ανσώ (Anseau) ντε Κιβίδες: Ευγενής που έζησε κι έδρασε επί ημερών του βασιλιά της Κύπρου Πέτρου Α' (1359 -1369). Ο Λεόντιος Μαχαιράς τον αναφέρει ως σιρ Ἀνσίαν τε Κιβίδες και γράφει ότι ήταν ένας από τους Κυπρίους ευγενείς που το καλοκαίρι του 1361 πήραν μέρος στην εκστρατεία και τις πολεμικές επιχειρήσεις του Πέτρου Α' στη νότια Μικρά Ασία. Ο Ανσώ ντε Κιβίδες ήταν τότε ένας από τους διοικητές των καραβιών του βασιλιά Πέτρου (Μαχαιράς, Χρονικόν, παρ. 119).

 

Έκτωρ (Hector) ντε Κιβίδες: Ευγενής που έδρασε κατά τα μέσα του 15ου αιώνα, ο γνωστότερος από τα μέλη της οικογένειας ντε Κιβίδες. Ο μεσαιωνικός χρονογράφος Γεώργιος Βουστρώνιος τον αναφέρει επανειλημμένα στο Χρονικόν του.

 

Εχθρός του ευγενούς Φραγκίσκου ντε Μοντολίφ (μέλους της μεσαιωνικής οικογένειας ντε Μοντολίφ*), ο Έκτωρ ντε Κιβίδες τον αντικατέστησε στο αξίωμα του βισκούντη (=αστυνόμου) της Λευκωσίας, με εντολή του βασιλιά της Κύπρου Ιωάννη Β' (1432 -1458), το 1458. Η ανάληψη από τον ντε Κιβίδες του αξιώματος του βισκούντη έγινε ύστερα από παράκληση προς τον βασιλιά, του νόθου γιου του Ιακώβου, μελλοντικού βασιλιά Ιακώβου Β' του Νόθου.

 

Τον ίδιο χρόνο (1458) ο βασιλιάς Ιωάννης πέθανε και στο θρόνο τον διαδέχθηκε η κόρη του Καρλόττα. Λίγο αργότερα όμως άρχισε η διαμάχη για τον θρόνο της Κύπρου με πρωταγωνιστές τη νόμιμη βασίλισσα Καρλόττα (κόρη του βασιλιά Ιωάννη Β' και της Ελληνίδας συζύγου του Ελένης Παλαιολογίνας) και τον Ιάκωβο (νόθο γιο του βασιλιά Ιωάννη Β', από την επίσης Ελληνίδα ερωμένη του Μαριέττα της Πάτρας). Ο μέχρι τότε φίλος του Ιακώβου, βισκούντης της Λευκωσίας Έκτωρ ντε Κιβίδες παρέμεινε πιστός στην Καρλόττα και βρέθηκε αναμεμειγμένος στη διαμάχη. Στις 26 Σεπτεμβρίου του 1460 ο Ιάκωβος έστειλε τον πιστό σ' αυτόν και δαιμόνιο κληρικό Γουλιέλμο Γονέμη* στη Λευκωσία με μικρή δύναμη από 50 Μαμελούκους, για να συλλάβουν τον Έκτορα ντε Κιβίδες. Ο τελευταίος κατόρθωσε όμως την τελευταία στιγμή να διαφύγει τη σύλληψη και να καταφύγει στην Κερύνεια, τελευταίο προπύργιο αντίστασης της βασίλισσας Καρλόττας.

 

Τον Φεβρουάριο του 1461, ύστερα από πληροφορίες που δόθηκαν στον Ιάκωβο από δυο άτομα που έφυγαν από την πολιορκούμενη Κερύνεια, ο Ιάκωβος μπόρεσε να στήσει ενέδρα στον πρώην φίλο και τώρα εχθρό του Έκτορα ντε Κιβίδες, που τον συνέλαβε όταν ο τελευταίος πήγαινε από την Κερύνεια στη Λάπηθο για προμήθειες. Συγκεκριμένα ο Λουδοβίκος της Σαβοΐας, σύζυγος της Καρλόττας, εξέφρασε την επιθυμία να φάει βοδινό κρέας κι ο ντε Κιβίδες προθυμοποιήθηκε να εξεύρει.

 

Όταν βγήκε από την Κερύνεια με σκοπό να πάει στη Λάπηθο για να βρει βοδινό και άλλες προμήθειες για την πόλη, συνελήφθη από τον Ιάκωβο. Ο Ιάκωβος τον εκτέλεσε με απαγχονισμό, με τον τρόπο που εκτελούνταν οι κοινοί εγκληματίες. Η απώλεια του Έκτορος ντε Κιβίδες ήταν μεγάλη για τη βασίλισσα Καρλόττα, που είχε κιόλας χάσει το θρόνο της.

 

Σύμφωνα προς το γενεαλογικό δέντρο των Λουζινιανών που δίνει ο ντε Μας Λατρί, ο Έκτωρ ντε Κιβίδες είχε συγγενικό δεσμό, από τον γάμο του, με τη βασιλική  οικογένεια της Κύπρου. Ήταν νυμφευμένος με την Ελοΐς, κόρη του Ερρίκου, πρίγκιπα της Γαλιλαίας και αδελφού του βασιλιά Ιανού. Ο Ερρίκος αυτός είχε σκοτωθεί στη μεγάλη μάχη κατά των Σαρακηνών στη Χοιροκοιτία το 1426.

 

Ιζαμπώ (Yzabeau) ντε Κιβίδες: Μαζί με την ανεψιά της Μαργαρίτα, αναφέρονται σε έγγραφο του 1343.

 

Ιωάννης (Jean) ντε Κιβίδες: Αναφέρεται ως διοικητής της Πάφου κατά το 1312, οπότε η πόλη υπέστη επίθεση από τον Γενουάτη πλοίαρχο (κουρσάρος μάλλον, ή καπετάνιος, κατά τον αρχιμανδρίτη Κυπριανό) Εμμανουήλ ντε Μιραμπώ, που είχε υπό τις διαταγές του τρεις γαλέρες. Ο Μιραμπώ αγκυροβόλησε στην Πάφο επιδεικνύοντας φιλικές διαθέσεις. Όταν είδε όμως ότι η φρούρηση της πόλης δεν ήταν επαρκής και οι λίγοι φρουροί κοιμούνταν, επετέθη τα μεσάνυκτα, σκορπώντας τον πανικό. Ο ίδιος ο Ιωάννης ντε Κιβίδες κατέφυγε στα βουνά. Η πόλη παρέμεινε στο έλεος των Γενουατών για τέσσερις μέρες, κατά τις οποίες λεηλατήθηκε άγρια. Ο Μιραμπώ και οι άνδρες του έφυγαν μόλις πληροφορήθηκαν ότι προς την Πάφο έπλεε δύναμη του βασιλείου της Κύπρου, από την Αμμόχωστο.