Κοντοσταύλης ή κοντόσταυλος

Ανώτατος αυλικός και στρατιωτικός αξιωματούχος του βασιλείου της Κύπρου κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας (1192-1489).

 

Το αξίωμα του κοντοσταύλη ή και κοντόσταυλου υφίστατο σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες κατά τα μεσαιωνικά χρόνια. Η ονομασία προήλθε από παραφθορά του comes stabuli, αυλικού αξιώματος των Ρωμαίων, που απαντάται και στους Βυζαντινούς ως κόμης του σταύλου. Από τους Βυζαντινούς ο τίτλος εξαφανίστηκε σχετικά νωρίς, αλλά επανεμφανίστηκε αργότερα στη δυτική Ευρώπη ως contestabile στην Ιταλία και ως connétable στη Γαλλία. Όταν η Κύπρος οργανώθηκε από τους Λουζινιανούς σε βασίλειο δυτικοευρωπαϊκού τύπου, ένα από τα ανώτατα αξιώματά του που εισήχθησαν, ήταν κι αυτό του κοντοσταύλη. Εισήχθη επίσης και στην Ελλάδα, πάλι κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας, όπως και στο βασίλειο των Ιεροσολύμων (που σχετίστηκε για μια περίοδο στενά με το βασίλειο της Κύπρου, αφού οι Κύπριοι βασιλιάδες έγιναν και βασιλιάδες Ιεροσολύμων) και αλλού.

 

Το αξίωμα του κοντοσταύλη δεν ήταν όμως παντού ακριβώς το ίδιο. Σε διάφορες περιπτώσεις ήταν ανώτατο και σε άλλες ανώτερο, ενώ διαφοροποιημένα ήσαν σε κάθε περίπτωση και τα καθήκοντά του. Στην Κύπρο ο κοντοσταύλης ήταν ο ανώτατος διοικητής του στρατεύματος (εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες μετείχε σε στρατιωτικές επιχειρήσεις ή χειριζόταν στρατιωτικά θέματα ο ίδιος ο βασιλιάς, οπότε ανελάμβανε εκείνος την ανώτατη διοίκηση). Ήταν επίσης ο στρατιωτικός δικαστής κι ο γενικός υπεύθυνος του σώματος των μισθοφόρων, των οποίων τις αμοιβές χειριζόταν. Ο αρχηγός των μισθοφόρων, που λεγόταν μαριτζάς (marichal), βρισκόταν υπό τις διαταγές του κοντοσταύλη. Κατά τη διάρκεια μαχών, ο κοντοσταύλης κρατούσε το βασιλικό λάβαρο. Σε περιπτώσεις νίκης, είχε την ευθύνη της συγκέντρωσης και του δίκαιου διαμοιρασμού των λαφύρων. Είχε επίσης την ευθύνη της αντικατάστασης των σκοτωμένων αλόγων.

 

Το αξίωμα του κοντοσταύλη, επειδή ήταν σημαντικό και ζωτικό, συχνά δινόταν σε Λουζινιανούς ευγενείς, στενούς συγγενείς των βασιλιάδων της Κύπρου. Μεταξύ των γνωστότερων μελών της οικογένειας των Λουζινιανών που υπηρέτησαν ως κοντόσταυλοι της Κύπρου, είναι οι ακόλουθοι:

 

1. Γκυ ντε Λουζινιάν: Ήταν γιος του βασιλιά Ούγου Γ'  (1267-1284), αδελφός των βασιλιάδων Ιωάννη Α' (1284-1285) και Ερρίκου Β' (1285-1324) και πατέρας του βασιλιά Ούγου Δ' (1324-1359).

2. Χαμερίν ντε Λουζινιάν: Γιος επίσης του βασιλιά Ούγου Γ' και αδελφός του προηγούμενου.

3. Ιάκωβος ντε Λουζινιάν: Γιος του βασιλιά Ούγου Δ' (1324-1359), αδελφός του βασιλιά Πέτρου Α' (1359-1369) και θείος του βασιλιά Πέτρου Β' (1369-1382). Πρόκειται για τον μετέπειτα βασιλιά της Κύπρου Ιάκωβο Α' (1382-1398), γνωστότατο για την επιτυχημένη αντίστασή του, ως κοντοσταύλη της Κύπρου, κατά των Γενουατών που είχαν εισβάλει στην Κύπρο το 1373-4 (βλέπε λήμμα Ιάκωβος Α').

4. Πέτρος ντε Λουζινιάν: Έφερε τον τίτλο του κόμητα της Τριπόλεως, κι ήταν ανεψιός του βασιλιά Πέτρου Β' (1369- 1382).

5. Φίλιππος ντε Λουζινιάν: Γιος του βασιλιά Ιακώβου Α' (1382-1398) και αδελφός του βασιλιά Ιανού (1398-1432).

 

Ωστόσο στο αξίωμα του κοντοσταύλη της Κύπρου υπηρέτησαν κατά καιρούς και άλλοι ευγενείς πέρα από τους Λουζινιανούς. Γνωστότεροι ήσαν από την οικογένεια των Ιβελίνων (ντ' Ιμπελέν), ο Βαλδουίνος, ο Γκυ (Γουίδος) και ο Φίλιππος. Βλέπε γι' αυτούς στο λήμμα Ιβελίνοι.

 

Η οικογένεια των Ιβελίνων συνήψε συγγενικούς δεσμούς, εξ αγχιστείας, με την οικογένεια των Λουζινιανών, πράγμα που καθιστούσε διάφορα μέλη της αρκετά έμπιστα ώστε ν' αποκτούν τέτοια αξιώματα του βασιλείου.