Κόνων

Αθηναίος στρατιωτικός που έδρασε κυρίως κατά την τρίτη περίοδο του Πελοποννησιακού πολέμου οπότε σχετίστηκε άμεσα και με την Κύπρο. Γεννήθηκε περί το 444 π.Χ. και πέθανε το 392 π.Χ. Καταγόταν από πλούσια αριστοκρατική οικογένεια και υπηρέτησε σε διάφορα μέρη με διάφορες ιδιότητες: το 413 π.Χ. ως διοικητής της Ναυπάκτου, το 410 ως στρατηγός των Αθηναίων στην Κέρκυρα, το 409 ως στρατηγός και, στη συνέχεια, αρχηγός του αθηναϊκού στόλου, εκτοπίζοντας τον Αλκιβιάδη. Το 406 π.Χ., αφού ηττήθηκε από τους Λακεδαιμονίους με ναύαρχο τον Καλλικρατίδα στη Μυτιλήνη (όπου ο Κόνων απώλεσε 30 πλοία του), κατέφυγε στη ξηρά όπου πολιορκήθηκε στενά. Σώθηκε όμως από άλλες αθηναϊκές δυνάμεις που κατέφθασαν και κατατρόπωσαν τους Λακεδαιμονίους στις Αργινούσες. Οι αρχηγοί όμως της αθηναϊκής αυτής νίκης καταδικάστηκαν σε θάνατο επειδή δεν κατόρθωσαν να συλλέξουν τους νεκρούς της ναυμαχίας. Ο Κόνων σώθηκε από παρόμοια καταδίκη του δήμου Αθηναίων επειδή δεν είχε πάρει μέρος στη σύγκρουση αυτή.

 

Τον επόμενο χρόνο (405 π.Χ.), οι αθηναϊκές δυνάμεις υπέστησαν οδυνηρότατη ήττα από τους Λακεδαιμονίους, με αρχηγό τον Λύσανδρο, στους Αιγός Ποταμούς, γεγονός που συσχέτισε στη συνέχεια τον Κόνωνα με την Κύπρο.

 

Επειδή ο Κόνων θεωρήθηκε πρωταίτιος της καταστροφής στους Αιγός Ποταμούς, κι αισθανόμενος ίσως ντροπή, αλλά κυρίως για ν' αποφύγει την οργή του αθηναϊκού δήμου και την τιμωρία, αποφάσισε να μην επιστρέψει στην Αθήνα. Παίρνοντας μαζί του 8 καράβια, καθώς και το ιερό καράβι «Πάραλος», έπλευσε στην Κύπρο όπου ζήτησε και βρήκε καταφύγιο στη Σαλαμίνα όπου τότε βασίλευε μια από τις λαμπρότερες προσωπικότητες της αρχαίας Κύπρου, ο Ευαγόρας Α'. Ο Ισοκράτης (Ευαγόρας, 52) λέγει: Κόνωνα δέ τόν διά πλείστας ἀρετάς πρωτεύσαντα τῶν Ἑλλήνων τίς οὐκ οἶδεν ὅτι δυστυχησάσης τῆς πόλεως ἐξ' ἁπάντων ἐκλεξάμενος ὡς Εὐαγόραν ἦλθε, νομίσας καί τῷ σώματι βεβαιοτάτην εἶναι τήν παρ' ἐκείνῳ καταφυγήν...

 

Από την Κύπρο η «Πάραλος» επέστρεψε στην Αθήνα όπου ανήγγειλε τα γεγονότα (Ξενοφών, Ἑλληνικά, 2.1.29).

 

Είναι γενικά παραδεκτό ότι ο Κόνων επέλεξε να έλθει κοντά στον Ευαγόρα όπου ήταν βέβαιος ότι θα εύρισκε καταφύγιο, θερμή φιλοξενία και κάθε βοήθεια. Χαρακτηριστικά ο Αριστοτέλης (Περί Ῥητορικῆς, 2.12), λέγει: Κόνων γοῦν δυστυχήσας, πάντας τούς ἄλλους παραλιπών, ὡς Εὐαγόραν ἦλθεν. Και πράγματι, στη Σαλαμίνα την οποία ο Ευαγόρας είχε εξυψώσει τότε σε προπύργιο του Ελληνισμού στην Ανατολή, ο Κόνων όχι μόνο φιλοξενήθηκε αλλά πήρε από τον Ευαγόρα ως δωρεάν ακίνητη περιουσία (Λυσίας, Περί τῶν Ἀριστοφάνους χρημάτων, 40). Πιθανώς νυμφεύθηκε κιόλας στη Σαλαμίνα κι απέκτησε κι ένα γιο (Λυσίας, αυτόθι, 36).

 

Ωστόσο, παρά το ότι μπορούσε να ζήσει με άνεση και ασφάλεια στη λαμπρότερη κυπριακή πόλη, ο Κόνων επιζητούσε να βρει τρόπους ώστε να βοηθήσει τη δική του πόλη, την Αθήνα, που στο μεταξύ υπέφερε πολλά εξαιτίας της ήττας της από τους Λακεδαιμονίους. Το ίδιο προσπαθούσε κι ο Ευαγόρας, που αισθανόταν ιδιαίτερα συνδεδεμένος με την Αθήνα. Όπως λέγει ο Ισοκράτης (Εὐαγ., 54), «τόσο ο Κόνων όσο κι ο Ευαγόρας όταν έβλεπαν ότι η Αθήνα βρισκόταν υπό τους Λακεδαιμονίους, δικαιολογημένα θλίβονταν και δυσανασχετούσαν, γιατί του ενός ήταν η φυσική του πατρίδα, ενώ τον δεύτερο τον είχαν κάμει (οι Αθηναίοι) επίτιμο πολίτη τους εξαιτίας των ευεργεσιών του προς την πόλη».

 

Τότε, επειδή ο Ευαγόρας σχετιζόταν με τον Πέρση σατράπη Φαρνάβαζο*, αλλά και με τον Έλληνα γιατρό Κτησία τον Κνίδιο, τους χρησιμοποίησε πείθοντάς τους να μεσολαβήσουν ώστε ο βασιλιάς των Περσών Αρταξέρξης να παράσχει βοήθεια στον Κόνωνα κατά των Λακεδαιμονίων. Όπως μάλιστα γράφει ο Διόδωρος Σικελιώτης (14.39, 1-2), ο Φαρνάβαζος ἀνέβη πρός τόν βασιλέα [των Περσών] καί συνέπεισεν αὐτόν στόλοντοιμάσαι καί ναύαρχον ἐπιστῆσαι Κόνωνα τόν Ἀθηναῖον... Πεισθέντος δέ τοῦ βασιλέως, Φαρνάβαζος λαβών ἀργυρίου τάλαντα πεντακόσια παρεσκευάζετο κατασκευάζειν ναυτικόν. Διαπλεύσας οὖν εἰς Κύπρον τοῖς μέν ἐκεῖ βασιλεῦσι παρήγγειλεν ἑκατόν τριήρειςτοιμάζειν, τῷ δέ Κόνωνι περί τῆς ναυαρχίας διαλεχθείς ἐπέστησεν αὐτόν ἐπί τήν θάλατταν ἡγεμόνα...

 

Συνεπώς ο Φαρνάβαζος είχε έλθει προσωπικά στην Κύπρο, όπου παρήγγειλε στους βασιλιάδες του νησιού τη ναυπήγηση 100 πλοίων για τον Κόνωνα, τον οποίο διόρισε αρχηγό του στόλου. Την όλη προσπάθεια ενίσχυσε και ο Ευαγόρας που πρόσφερε 40 πλοία μαζί με τα πληρώματά τους αποτελούμενα από μισθοφόρους (Ἑλληνικά Ὀξυρύγχου, XV, 1 κ.ε.).

 

Έτσι, το 395 π.Χ., έχοντας μαζί του ικανή ναυτική δύναμη, ο Κόνων αναχώρησε από την Κύπρο στην οποία είχε παραμείνει 10 χρόνια (από το 405 π.Χ.), αναζητώντας την αναμέτρηση με τους Λακεδαιμονίους. Όταν όμως ο στόλος του βρισκόταν κοντά στην Καύνο, ξέσπασε ανταρσία των Κυπρίων μισθοφόρων επειδή είχε καθυστερήσει η πληρωμή τους, ή επειδή είχε διαδοθεί η φήμη ότι δεν επρόκειτο να πληρωθούν. Οι Κύπριοι εξέλεξαν τότε δικό τους στρατηγό, έναν Καρπασίτη του οποίου το όνομα δεν διεσώθη. Ο Κόνων, με ελληνική και περσική βοήθεια, συνέλαβε και σταύρωσε τον Καρπασίτη, εκτέλεσε δε 60 ακόμη αρχιστασιαστές Κυπρίους (Ἑλληνικά Ὀξυρύγχου, 15, 1-6). Στη συνέχεια αναφέρεται ότι ο Κόνων πήγε στα Σούσα για να εξασφαλίσει χρήματα.

 

Τον επόμενο χρόνο, τον Αύγουστο του 394 π.Χ., συνάντησε τον στόλο των Λακεδαιμονίων, με αρχηγό τον Πείσανδρο, κοντά στην Κνίδο όπου έγινε και η τελική μεγάλη αναμέτρηση. Ο Κόνων κατανίκησε τους Λακεδαιμονίους που τους καταδίωξε και στη ξηρά, σκοτώνοντας και τον αρχηγό τους. Στη συνέχεια κατέλαβε την Κω, τη Νίσυρο, την Τέω, τη Χίο, τη Μυτιλήνη, την Έφεσο και τις Ερυθρές πριν πλεύσει στον ισθμό της Κορίνθου και, τελικά, στην Αθήνα. Απαλλάσσοντας έτσι την πόλη του από την επικυριαρχία των Σπαρτιατών, επέστρεψε εκεί όχι μόνο θριαμβευτής αλλά και με πολλά χρήματα που χρησιμοποιήθηκαν για να ξανακτιστούν τα Μακρά Τείχη και να οχυρωθεί ξανά η πατρίδα του, που έτσι ξαναβρήκε την ανεξαρτησία της. Τότε τόσο ο Κόνων όσο κι ο Ευαγόρας που είχε διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο στην όλη εξέλιξη των γεγονότων, τιμήθηκαν από τους Αθηναίους στον μέγιστο βαθμό. Για πρώτη φορά από την εποχή των Τυραννοκτόνων, στήθηκαν τα αγάλματα και των δυο στην αγορά των Αθηνών (Παυσανίας, Ι, 3, 2, Ισοκράτης, Εὐαγόρας, 57).

 

Μεταξύ των διπλωματικών ελιγμών του Κόνωνος κατά το διάστημα που ζούσε στην Κύπρο, θα πρέπει να περιληφθεί και προσπάθειά του, περί το 390 π.Χ., να επιτύχει γάμο μιας από τις κόρες του Κυπρίου βασιλιά Ευαγόρα με τον Διονύσιο τον πρεσβύτερο, ηγεμόνα της Σικελίας. Όπως λέγει ο Αθηναίος ρήτορας Λυσίας, ο Κόνων έστειλε πρεσβεία στη Σικελία αποτελούμενη από τους Αριστοφάνη, Εύνομο και Λυσία, για να πείσει τον Διονύσιο να γίνει γαμπρός του Ευαγόρα, κι έτσι κατ' ακολουθίαν φίλος και σύμμαχος του Ευαγόρα και της πόλης των Αθηνών, κι εχθρός των Λακεδαιμονίων (βλέπε λήμμα Αριστοφάνης ο Νικοφήμου). Η πρεσβεία δεν πέτυχε να γίνει αυτός ο γάμος· ωστόσο ο τύραννος Διονύσιος επείσθη να μην ενισχύσει τους Λακεδαιμονίους στον πόλεμο κατά των Αθηναίων.