Κόρνος

Image

Αμιγές ελληνικό χωριό της επαρχίας Λάρνακας, περί τα 35 χμ. δυτικά της πόλης της Λάρνακας.

 

Ο Κόρνος είναι κτισμένος σε λοφώδη περιοχή, σε μέσο υψόμετρο 320 μέτρων. Το τοπίο του χωριού χαρακτηρίζεται από τους αποστρογγυλωμένους λόφους των λαβών. Τα τμήματα των ποταμών Τρέμιθου, Πεντάσχοινου, Πούζη και Ξεροπόταμου που διασχίζουν την περιοχή του χωριού, έχουν διαμελίσει τη μορφολογία του εδάφους του.

 

Από γεωλογικής απόψεως, στη διοικητική έκταση του χωριού κυριαρχούν οι λάβες του πυριγενούς συμπλέγματος του Τροόδους, πάνω στις οποίες αναπτύχθηκαν φαιοχώματα.

 

Ο Κόρνος δέχεται μέση ετήσια βροχόπτωση περί τα 454 χιλιοστόμετρα. Στην περιοχή  του  καλλιεργούνται τα εσπεριδοειδή (κυρίως λεμόνια, μανταρίνια και κιτρόμηλα), οι ελιές, οι χαρουπιές, τα σιτηρά, τα νομευτικά φυτά, τα λαχανικά (πεπόνια, πατάτες και κραμβιά), λίγα όσπρια και φρουτόδεντρα. Ωστόσο υπάρχουν και αρκετές ακαλλιέργητες εκτάσεις που καταλαμβάνονται από άγρια βλάστηση. Στον Κόρνο αναπτύχθηκε, από τα παλαιά χρόνια, η μελισσοκομία. Το μέλι του χωριού είναι γνωστό σ'  ολόκληρη την Κύπρο για την εξαίρετη ποιότητά του.

 

Η κτηνοτροφία του χωριού είναι περιορισμένη.

 

Στο πλαίσιο του υδατικού έργου Βασιλικού - Πεντάσχοινου κατασκευάστηκε στην περιοχή του Κόρνου διυλιστήριο για τη διύλιση νερού που προορίζεται αποκλειστικά για την υδατοπρομήθεια της πόλης της Λευκωσίας. Το διυλιστήριο, που τέθηκε σε λειτουργία για πρώτη φορά τον Δεκέμβριο του 1985, προμηθεύεται νερό από τους υδατοφράκτες των Λευκάρων και του Διπόταμου. Η δυναμικότητα του διυλιστηρίου είναι 32.000 κ.μ. νερού.

 

Από συγκοινωνιακής απόψεως, ο Κόρνος συνδέεται στα δυτικά με το χωριό Δελίκηπος (περί τα 3,5 χμ.), στα ανατολικά με το χωριό Πυργά (περί τα 3,5 χμ.) και στα νοτιοανατολικά με το ιστορικό μοναστήρι του Σταυροβουνίου (περί τα 7,5 χμ.). Ο καινούργιος δρόμος Λευκωσίας - Λεμεσού περνά περί το 1 χμ. ανατολικά του χωριού.

 

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 325 
1891 351 
1901 367 
1911 452 
1921 501 
1931 497 
1946 755 
1960 859 
1973 964 
1976 1.073 
1982 1.144 
1992 1.540 
2001 1.863 

 

Ο Κόρνος είναι ιδιαίτερα γνωστός για την αγγειοπλαστική του τέχνη, η φήμη της οποίας ξεπέρασε τα σύνορα της Κύπρου και τυγχάνει παγκόσμιας αναγνώρισης. Στην Ετήσια Πανελλήνια Έκθεση Αγγειοπλαστικής Αμαρουσίου, ο Κόρνος πήρε διακρίσεις και πρώτα βραβεία. Για την κατασκευή των πήλινων αγγείων μεταφέρεται χώμα από τις λάβες, κοντά στη βάση του βουνού του Σταυροβουνιού, στο αγγειοπλαστείο της Συνεργατικής Εταιρείας Αγγειοπλαστών Κόρνου. Στα εργαστήρια της Εταιρείας, το χώμα αφού αλεστεί και κονιορτοποιηθεί, με ειδικά μηχανήματα, ζυμώνεται για να αποτελέσει την εύπλαστη ύλη που χρησιμοποιείται για την κατασκευή μιας μεγάλης ποικιλίας κόκκινων αγγείων που περιλαμβάνουν μεγάλα αποθηκευτικά πιθάρια κρασιού, γλάστρες, κούζες, βάττες, καπνιστήρια, βάζα, σταμνιά, μικρά φουρνιά και πολλά άλλα. Τα αγγεία συχνά διακοσμούνται με πολυποίκιλες εγχάρακτες και ανάγλυφες παραστάσεις. Πρόσφατα οι τεχνίτες του Κόρνου άρχισαν να κατασκευάζουν και καλλωπιστικά τούβλα.

 

Περί το 1,5 χμ. νότια του χωριού, δίπλα στο νέο δρόμο Λευκωσίας - Λεμεσού, δημιουργήθηκε ο εκδρομικός χώρος του Κόρνου, δυναμικότητας 150 ατόμων. Ο εκδρομικός αυτός χώρος, που βρίσκεται ανάμεσα σε αραιά πεύκα και κυπαρίσσια, ευκαλύπτους, ακακίες, τρεμιθιές, σχίνους και αγριοελιές, διαθέτει τις απαραίτητες ανέσεις για αναψυχή και ξεκούραση.

 

Η μόνη βιομηχανική δραστηριότητα στον Κόρνο, πέρα από την αγγειοπλαστική, είναι η επεξεργασία φύλλων καπνού. Το χωριό διατηρεί επίσης, σε μεγάλο βαθμό, την παραδοσιακή λαϊκή αρχιτεκτονική του με τις κεραμιδένιες στέγες των σπιτιών, τους πλινθόκτιστους τοίχους που εδράζονται σε πέτρινη βάση, τις καμάρες και τα ξύλινα πορτοπαράθυρα.

 

Το χωριό υφίστατο τουλάχιστον από την περίοδο της Φραγκοκρατίας και βρίσκεται σημειωμένο σε παλαιούς χάρτες με την ίδια ακριβώς ονομασία: Corno.

 

Ο Αλή Μπέη, στην πραγματικότητα Ισπανός Ντον Ντομίγκο, που είδε τον Κόρνο όταν πέρασε από την Κύπρο το 1806, γράφει:

 

Δεν μπόρεσα να πληροφορηθώ τίποτε για την προέλευση του χωριού. Πρέπει να είναι παλαιό. Μπορεί να περιέχει το πολύ τριάντα σπίτια. Η θέση του είναι πολύ ευχάριστη, στο μέσο μιας μικρής κοιλάδας γεμάτης ελιές και χαρουπιές. Σχεδόν όλοι οι κάτοικοι ασχολούνται με την αγγειοπλαστική. Τα γύρω βουνά είναι καλυμμένα με κυπαρίσσια που βλαστάνουν πυκνά σε συστάδες εδώ κι εκεί. Το δέντρο πήρε τ' όνομά του από τη νήσο... (Excerpta Cypria, σ. 393).

 

Η εκκλησία του χωριού είναι αφιερωμένη στον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο και κτίστηκε στις αρχές του 20ού αιώνα. Σ’ αυτήν υπάρχει εικόνα του τιμώμενου αγίου χρονολογημένη στα 1734.

 

Πολύ κοντά στον Κόρνο βρισκόταν μικρός οικισμός που ονομαζόταν Κορνόκηπος, όπως ακριβώς και το χωριό στην επαρχία Αμμοχώστου. Στην πραγματικότητα, ο δεύτερος αυτός μικρός οικισμός αποτελούσε προέκταση του χωριού και δεν σημειώνεται ως διαφορετικό χωριό στους επίσημους χάρτες.

 

Για την ονομασία Κόρνος (που απαντάται και σε αρκετά άλλα τοπωνύμια στην Κύπρο, όπως βουνοκορφή του Πενταδάκτυλου, γειτονικό προς αυτήν δάσος, άλλες κορφές λόφων, καθώς και ως πρώτο συνθετικό της ονομασίας Κορνόκηπος), υπάρχουν διάφορες ερμηνείες:

 

α) Αποτελεί ονομασία που προήλθε κατά συγκοπήν από τη λέξη κόρωνος, ονομασία του γνωστού πουλιού (αρκετά άλλα τοπωνύμια στην Κύπρο προέρχονται από την ονομασία του πουλιού αυτού, όπως Κορώνη, Κορωνιά, Κορωνιές κλπ.). Συνεπώς, η ονομασία υποδηλώνει ότι σε περιοχές που φέρουν αυτό το όνομα υπήρχαν ή φώλιαζαν πολλοί κόρωνοι (=κοράκια).

 

β) Ότι ο πρώτος οικιστής έφερε το επίθετο Κόρωνος ή Κορώνας. Η ερμηνεία αυτή φαίνεται απίθανη, αφού ένας άνθρωπος με το επώνυμο αυτό δεν θα μπορούσε να προκαλέσει την ονομασία τόσων πολλών τοπωνυμίων σε διάφορα μέρη της Κύπρου.

 

γ) Ότι προήλθε από τη γαλλική λέξη corne ή την ιταλική λέξη corno (όπως ακριβώς το χωριό βρίσκεται σημειωμένο σε παλαιούς χάρτες), που σημαίνει κέρας, προεξοχή, κέρατο. Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται, γιατί στο ίδιο το χωριό Κόρνος υπάρχει και η ονομασία Κόρνοι (οι), που αφορά δυο κοντινές κορφές οι οποίες είναι μυτερές και μοιάζουν με κέρατα, ενώ και η βουνοκορφή του Πενταδάκτυλου μοιάζει επίσης με κέρας. Εξάλλου και στην Ελλάδα απαντώνται παρόμοια τοπωνύμια (όπως ο Κορνός, χωριό και κοινότητα της Λέσβου) που είναι απίθανο να είχαν συνώνυμο πρώτο οικιστή με τα της Κύπρου.

 

Ο Σ. Μενάρδος αποδέχεται ότι η ονομασία Κόρνος προέρχεται κατά συγκοπήν από το Κόρωνος, που κι αυτό αποτελεί μεγεθυντικό του Κορώνη (η). Με την ονομασία Κορώνη* υφίστατο αρχαίος οικισμός στην Κύπρο, που όμως δεν φαίνεται να σχετίζεται άμεσα με τον Κόρνο γιατί, κατά τον Στέφανο Βυζάντιο, βρισκόταν στη διοικητική έκταση της αρχαίας Σαλαμίνος (Κορώνη μοῖρα τῆς Σαλαμῖνος τῆς ἐν Κύπρῳ, γράφει).

 

Κόρνος (cornus) λέγεται επίσης κι ένα φυτό της οικογένειας των Σκιαδανθών, που όμως δεν απαντάται στην Κύπρο (στην Ελλάδα αυτοφύεται σε δυο είδη). Υπάρχει, ωστόσο, και η πιθανότητα η ονομασία Κόρνος να διασώζει παρόμοια αρχαία ονομασία, αφού αποδεικνύεται από επιγραφική μαρτυρία ότι υφίστατο στην αρχαία Κύπρο οικισμός που λεγόταν ακριβώς Κόρνος (βλέπε αμέσως επόμενο λήμμα).

 

Στην περιοχή του χωριού υφίστανται αρχαία κατάλοιπα που αποδεικνύουν ότι αυτή εκατοικείτο από την Αρχαιότητα. Έχει διερευνηθεί παλαιότερα ένας τάφος στα βορειοανατολικά σύνορα του οικισμού των Κυπροαρχαϊκών - Κυπροκλασσικών χρόνων.

 

Στη διοικητική έκταση του χωριού υπάρχουν δυο ακόμη εκκλησίες, η μια αφιερωμένη στον άγιο Γεώργιο (κοντά στον παλαιό δρόμο Λευκωσίας - Λεμεσού) και η άλλη στη Ζωοδόχο Πηγή στους πρόποδες της κορφής «Ξυλιάς» .

 

Μια τρίτη εκκλησία, αφιερωμένη στον άγιο Σπυρίδωνα, ανήκει σε Παλαιοημερολογίτες.

 

Περί τα 2 χμ. από το χωριό υφίστατο παλαιός οικισμός με την ονομασία Αρκαντζ΄ελούδιν (= Αρχαγγελούδι, υποκοριστικό του Αρχάγγελος), με εκκλησία αφιερωμένη στον αρχάγγελο Μιχαήλ, ερειπωμένη σήμερα. Τοπική παράδοση αναφέρει ότι αρχικά ο Κόρνος βρισκόταν στην τοποθεσία Αρκαντζ'ελούδιν κι αργότερα μετακινήθηκε στη σημερινή του τοποθεσία.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image
Image