Λαδοκούζιν

Μικρό παραδοσιακό κι επιτόπιας κατασκευής αγγείο. Εχρησιμοποιείτο για τοποθέτηση και μεταφορά λαδιού. Η λέξη είναι σύνθετη, από τις λέξεις λάδιν και κουζίν (=μικρή κούζα*).