Λάνια

Image

Αμιγές ελληνικό χωριό της επαρχίας Λεμεσού, στη γεωγραφική περιφέρεια των αμπελοχωριών Λεμεσού - Πάφου, περί τα 24 χμ. βορειοδυτικά της πόλης της Λεμεσού.

 

Η Λάνια είναι κτισμένη σε ημιορεινή περιοχή, σε μέσο υψόμετρο 575 μέτρων. Στα βόρεια, νότια και ανατολικά του χωριού ξεπροβάλλουν ψηλές βουνοκορφές που το ύψος τους, σε ορισμένες περιπτώσεις, ξεπερνά τα 700 μέτρα. Το τοπίο είναι διαμελισμένο από αρκετά μικρά ρυάκια, που είναι παραπόταμοι του ποταμού Κούρη.

 

Από γεωλογικής απόψεως, στη διοικητική έκταση του χωριού κυριαρχούν οι αποθέσεις του σχηματισμού Πάχνας (εναλλασσόμενες στρώσεις κρητίδων, μαργών και ψαμμιτών) και οι αποθέσεις του σχηματισμού Λευκάρων (μάργες, κρητίδες και μαργαϊκές κρητίδες). Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν ασβεστούχα εδάφη.

 

Η Λάνια δέχεται μια μέση ετήσια βροχόπτωση περί τα 625 χιλιοστόμετρα. Στην περιοχή της καλλιεργούνται τα αμπέλια (επιτραπέζιες και οινοποιήσιμες ποικιλίες), τα σιτηρά, οι αμυγδαλιές, λίγα φρουτόδεντρα (κυρίως μηλιές), τα εσπεριδοειδή (πορτοκάλια, λεμόνια, γκρέιπφρουτ και κλεμεντίνες), λίγες ελιές και πολύ λίγες χαρουπιές. Στο χωριό κατασκευάστηκαν αναβαθμίδες για την καλλιέργεια του αμπελιού. Υπάρχουν επίσης αρκετές ακαλλιέργητες εκτάσεις που καταλαμβάνονται από άγρια φυσική βλάστηση, κυρίως σπαλαθκιές, λατζ'ιές, σχινιές, τρεμιθιές και μαζ΄ιές.

 

Η κτηνοτροφία του χωριού είναι σχεδόν ανύπαρκτη.

 

Στη Λάνια εφαρμόστηκε σχέδιο αναδασμού σε έκταση γης 535 εκταρίων.

 

Η  οδική σύνδεση της Λάνιας με τη γύρω περιοχή δεν είναι πυκνή. Ένας μόνο δρόμος συνδέει το χωριό στα νοτιοδυτικά (περί το 1 χμ.) με τον υπεραστικό δρόμο Λεμεσού - Πλατρών - Τροόδους. Μέσω του υπεραστικού αυτού δρόμου η Λάνια συνδέεται στα νοτιοδυτικά με τα γειτονικά χωριά Δωρός (περί τα 2 χμ.) και Μονάγρι (περί τα 2,5 χμ.).

 

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 258 
1891 276 
1901 263 
1911 349 
1921 368 
1931 376 
1946 381 
1960 282 
1973 214 
1976 245 
1982 173 
1992 167 
2001 193 

 

Η Λάνια διατηρεί σε μεγάλο βαθμό την παραδοσιακή λαϊκή αρχιτεκτονική της. Τα σπίτια του χωριού κτισμένα με τοπική ασβεστολιθική πέτρα, οι στενοί ανηφορικοί δρόμοι, οι κεραμιδένιες στέγες, τα μακρυνάρια, δίχωρα και ανώγια, οι αυλόγυροι και τα ξύλινα πορτοπαράθυρα προσδίδουν ιδιαίτερη γοητεία στην αρχιτεκτονική του.

 

Το όμορφο καταπράσινο γαλήνιο τοπίο του χωριού προσέλκυσε αρκετούς ξένους, κυρίως Βρετανούς, οι οποίοι αγόρασαν γη, μέσα και έξω από τον οικισμό, και έκτισαν εξοχικές κατοικίες.

 

Σε μικρή απόσταση από τον οικισμό της Λάνιας, ακριβώς στα δεξιά του κύριου υπεραστικού δρόμου Λεμεσού - Πλατρών - Τροόδους βρισκόταν ο περίφημος δρυς της Λάνιας, η ηλικία του οποίου υπολογιζόταν ότι ξεπερνούσε τα 300 χρόνια. Ο δρυς αυτός έχει ξεραθεί. Είχε περιφέρεια κορμού 5,80 μέτρα, ύψος 15,25 μέτρα και περιφέρεια κόμης 85,40 μέτρα. Οι κάτοικοι του χωριού τον αποκαλούσαν «βασιλικό δρυ», ίσως για να τονίσουν ότι ήταν ένας από τους πιο μεγαλοπρεπείς και πιο παλαιούς δρύες της Κύπρου. Ή, ακόμη, επειδή λέγεται ότι εκεί στάθμευσε για ξεκούραση, μαζί με τη συνοδεία του, ο βασιλιάς της Αιγύπτου Φαρούκ, κατά το ταξίδι του από τη Λεμεσό στις Πλάτρες, για διακοπές. Πάνω στα χοντρά κλαδιά του δέντρου αυτού είχε κατασκευαστεί ξύλινη εξέδρα που λειτουργούσε ως καφενείο. Στην περιοχή όπου βρισκόταν ο δρυς, λειτουργούσε για πολλά χρόνια σταθμός με καφενείο και υπηρεσίες, γνωστός ως Σταθμός της Λάνιας. Εκεί κοντά υπάρχει και αστυνομικός σταθμός που ιδρύθηκε το 1905.

 

Για την ονομασία του χωριού υπάρχουν δυο εκδοχές:

 

α) Ότι προήλθε από το πουλί αετομάχος (στην Ελλάδα είναι γνωστό ως κεφαλάς), που λέγεται λάνιος (το δε θηλυκό λέγεται λάνια).

 

β) Ότι προήλθε από τις πολλές βαλανιδκιές (είδη δρυός) που υπήρχαν στην περιοχή (μεταξύ αυτών και ο δρυς της Λάνιας που ανεφέρθη πιο πάνω). Οι καρποί των δέντρων αυτών λέγονται βαλανίδκια ή και βαλάνια (τα), απ' όπου η ονομασία Λάνια.

 

Η δεύτερη εκδοχή είναι και η περισσότερο πιθανή. Η ύπαρξη πολλών βαλανιδκιών στην περιοχή σήμαινε και την παραγωγή μεγάλου αριθμού από βαλάνια. Ο Άνθιμος Πανάρετος (Δέντρα Γίγαντες του τόπου μας, Λευκωσία, σ. 27), γράφει ότι μόνο από τον «βασιλικό δρυ» της Λάνιας η παραγωγή βαλανιών ανερχόταν σε 200 οκάδες τον χρόνο, κατά μέσον όρο.

 

Αν και δεν αναφέρεται σε μεσαιωνικές πηγές, το χωριό υφίστατο, πιθανότατα, και κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας, οπότε ίσως αποτελούσε ιδιωτικό φέουδο κάποιας οικογένειας ευγενών. Στην τοποθεσία όπου βρίσκεται η Λάνια, μεταξύ των χωριών Δωρός και Τριμίκλινη, ο χάρτης του Abraham Ortelius του 1573 δείχνει σημειωμένο οικισμό με την ονομασία Cagna. Με την ίδια ονομασία ο οικισμός Cagnaσημειώνεται και σε άλλους παλαιούς χάρτες.

Η εκκλησία του χωριού, αφιερωμένη στην Παναγία Ελεούσα, είναι κτίσμα του τέλους του 19ου αιώνα. Αντικατέστησε όμως παλαιότερη εκκλησία από τούβλο, από την οποία προέρχεται το εικονοστάσιο της νεότερης. Το εικονοστάσιο, σε καλή κατάσταση, είναι των αρχών του 18ου αιώνα.

Μια δεύτερη εκκλησία στην περιοχή του χωριού είναι αφιερωμένη στην Παναγία Βαλανά (ίσως και πάλι από τα βαλάνια το επίθετό της). Η εκκλησία αυτή βρίσκεται περί το 1,5 χμ. προς τα βόρεια του χωριού. 

 

Κατά τον Λοΐζο Φιλίππου, το πρώτο σχολείο λειτούργησε στη Λάνια περίπου από το 1845, σ' αυτό δε διδάσκονταν οι μαθητές κυρίως ανάγνωση, σπανιότερα δε γραφή και αριθμητική. Πρώτος γνωστός δάσκαλος ήταν ο Χατζηφίλιππος Λανίτης. Ακολούθησαν ο Ευάγγελος Λαλιώτης, ένας Παπαχαράλαμπος από το Κολόσσι (γύρω στο 1867-70) και ο Πέτρος Χατζηγεωργίου από την Κυπερούντα. Μεταξύ 1877 και 1882 δίδαξε στη Λάνια ο Λευκωσιάτης Αντώνης Χρηστίδης. Αυτή την περίοδο το χωριό είχε γύρω στους 200 κατοίκους (σύμφωνα και με τον χάρτη του ντε Μας Λατρί, το 1862).

 

Από τη Λάνια έχει την καταγωγή της η γνωστή οικογένεια Λανίτη της Λεμεσού.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image