Λάπηθος

Image

Μεγάλο μεικτό χωριό- κωμόπολη της επαρχίας Κερύνειας, κωμόπολη, περί τα 14 χμ. δυτικά της πόλης της Κερύνειας. Βρίσκεται στην κατεχόμενη από το 1974 από τα τουρκικά στρατεύματα εισβολής περιοχή της Κύπρου. Τα διοικητικά σύνορα του χωριού εκτείνονται από τον Πενταδάκτυλο μέχρι τη θάλασσα και η έκτασή του ανέρχεται στα 1.822 εκτάρια.

 

Ο οικισμός της Λαπήθου είναι κτισμένος σε ποικίλο υψόμετρο. Αρχίζει από τη βόρεια πλαγιά του Πενταδάκτυλου (υψόμετρο 250 μέτρων) και εκτείνεται μέχρι τη θάλασσα. Στην πλαγιά του βουνού είναι κτισμένη η πάνω ενορία της Λαπήθου (συνηθίζεται να ονομάζεται Πάνω Λάπηθος) ενώ οι κάτω ενορίες του χωριού είναι κτισμένες βορειότερα, στην πεδιάδα της Κερύνειας. Στα νότια του οικισμού το υψόμετρο αυξάνεται σταθερά και μέσα στο δάσος Λαπήθου - Καραβά γίνεται βουνίσιο με στενές βαθιές κοιλάδες, απότομες πλαγιές και ψηλές βουνοκορφές. Η ψηλότερη από αυτές είναι το Κυπαρισσόβουνο (1.024 μέτρα), που είναι και η ψηλότερη κορφή της οροσειράς του Πενταδακτύλου. Εξάλλου το τοπίο είναι διαμελισμένο από πολλά μικρά ρυάκια που πηγάζουν από την οροσειρά του Πενταδάκτυλου και χύνονται στη θάλασσα της Κερύνειας στα βόρεια του χωριού.

 

Η γεωλογία του χωριού παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Στην παράκτια πεδιάδα κυριαρχούν οι αποθέσεις του σχηματισμού Αναβαθμίδων (ασβεστολιθικοί ψαμμίτες, άμμοι και χαλίκια), στα νότια του σχηματισμού αυτού εκτείνονται οι αποθέσεις του φλύσχη της Κυθρέας και νοτιότερα οι αποθέσεις του σχηματισμού Λαπήθου (πελαγικές κιμωλίες και μάργες με παρεμβολές «ζωνών» λαβών). Στην κορυφογραμμή του Πενταδάκτυλου κυριαρχούν οι συμπαγείς σκληροί ασβεστόλιθοι και δολομίτες (σχηματισμοί Ιλαρίωνος και Σιγχαρί). Οι ασβεστόλιθοι αυτοί είναι ουσιαστικά κρυσταλλωμένες ποικιλίες μαρμάρων. Πάνω στα ποικίλα αυτά πετρώματα αναπτύχθηκαν εδάφη τέρρα ρόζα και ξερορεντζίνες.

 

Η Λάπηθος δέχεται μια μέση ετήσια βροχόπτωση που κυμαίνεται γύρω στα 530 χιλιοστόμετρα. Στα εύφορα εδάφη του χωριού εκαλλιεργούντο, πριν από την τουρκική εισβολή του 1974, τα εσπεριδοειδή (κυρίως λεμονιές) η έκταση των οποίων ανερχόταν το 1971 στα 230 εκτάρια. Η καλλιέργεια των λεμονοδέντρων είχε φθάσει τα τελευταία χρόνια πριν από την τουρκική εισβολή σε τέτοια επιτήδευση, που οδήγησε στον μέγιστο βαθμό της απόδοσης. Η επιτήδευση ξεκινούσε από την καλλιέργεια και έφθανε ως την εμπορία που είχε άριστα αμειπτικά αποτελέσματα. Η ΣΕΛΕΚ (Συνεργατική Ένωση Λεμονοπαραγωγών Επαρχίας Κερύνειας), που είχε ως πυρήνα της τον Σύνδεσμο Λεμονοπαραγωγών Λαπήθου, συγκέντρωνε και εμπορευόταν το 60% της παγκύπριας παραγωγής και το 75% της επαρχιακής. Παράλληλα με τις λεμονιές εκαλλιεργούντο οι χαρουπιές, οι ελιές, τα σιτηρά, τα νομευτικά φυτά, τα λαχανικά και ποικίλα φυλλοβόλα οπωροφόρα δέντρα (αμυγδαλιές, αχλαδιές, μηλιές, ροδακινιές, δαμασκηνιές, καϊσιές, ροδιές, πιστακιές και συκιές). Σταδιακά αρκετές παραδοσιακές καλλιέργειες της Λαπήθου, όπως το κολοκάσι, το κονάρι και τα φιστίκια, εγκαταλείπονταν γιατί το αρδεύσιμο νερό αξιοποιείτο καλύτερα στην προσοδοφόρα καλλιέργεια της λεμονιάς παρά σ' οποιαδήποτε άλλη καλλιέργεια. Υπήρχαν επίσης αρκετές ακαλλιέργητες εκτάσεις με άγρια φυσική βλάστηση, κυρίως πεύκα, κυπαρίσσια, μαζ΄ιές, σπαλαθκιές, μοσφιλιές, αγριοελιές και αγριοχαρουπιές. Μια μεγάλη έκταση γης, στα νότια του οικισμού, καταλαμβάνεται από το κρατικό δάσος Λαπήθου - Καραβά.

 

Η Λάπηθος οφείλει, σε μεγάλο βαθμό, την οικονομική της ανάπτυξη και ευημερία στο κεφαλόβρυσον της, το οποίο αποτελεί τη μεγαλύτερη πηγή νερού της επαρχίας Κερύνειας και τη δεύτερη μεγαλύτερη της Κύπρου μετά το κεφαλόβρυσον της Κυθρέας.

 

Το κεφαλόβρυσον βρίσκεται στα νότια του χωριού, σε υψόμετρο 259 μέτρων. Η μέση ημερήσια παροχή του κατά την περίοδο 1945-1971 ήταν 3.500 μ3 νερού περίπου. Από αυτά το 5% εχρησιμοποιείτο για την ύδρευση της Λαπήθου και το υπόλοιπο 95% για την άρδευση των κήπων των εσπεριδοειδών του χωριού. Εκτός από το κεφαλόβρυσον υπήρχαν και άλλες, λιγότερο σημαντικές, πηγές νερού όπως εκείνες του Δράκοντα, του Αρχάγγελου και του «Ευατζέλη».

 

Εκτός από τη γεωργία οι κάτοικοι της Λαπήθου ασχολούνταν, σε κάποιο βαθμό, και με την κτηνοτροφία. Το 1973 εκτρέφονταν 1.100 πρόβατα, 350 κατσίκες, 48 βόδια, 85 αγελάδες και 6.829 πουλερικά.

 

Από βιομηχανικής απόψεως, το 1972 υπήρχαν στη Λάπηθο 50 βιομηχανικές μονάδες με 8 είδη βιομηχανίας. Τα είδη βιομηχανίας που αναπτύχθηκαν ήταν τα είδη ένδυσης, είδη διατροφής, προϊόντα μετάλλου, μεταφορικά μέσα (επισκευή και εξαρτήματα), έπιπλα, μη μεταλλικά ορυκτά προϊόντα, ποτά, και ηλεκτρικά είδη. Εξάλλου η Λάπηθος ήταν το μεγαλύτερο και σημαντικότερο κέντρο βιοτεχνίας της επαρχίας Κερύνειας. Τα κυριότερα είδη βιοτεχνίας που αναπτύχθηκαν είναι η αγγειοπλαστική, η μεταξουργία, η υφαντική, η μεταλλουργία, η καλαθοπλεκτική και η ξυλογλυπτική. Η Λάπηθος φημίζεται ιδιαίτερα για την αγγειοπλαστική της τέχνη, της οποίας η προέλευση χάνεται στα βάθη των αιώνων. Οι αγγειοπλάστες της Λαπήθου χρησιμοποιούσαν το επίχρισμα ή την αλοιφή για να κατασκευάσουν τα περίφημα «αλειφτά» λαπηθιώτικα αγγεία τα οποία πωλούνταν σ' όλη την Κύπρο για οικιακή χρήση. Συμπλήρωμα της αγγειοπλαστικής ήταν η ξυλογλυπτική, που ήταν και αυτή διαδεδομένη από παλαιά. Επίσης η Λάπηθος ήταν ξακουστή για το μετάξι της και θεωρείται πρωτοπόρος τόσο στην εκτροφή του μεταξοσκώληκα όσο και στην τέχνη της μεταξουργίας. Τα παλαιά χρόνια εκτρέφονταν σχεδόν σε κάθε σπίτι μεταξοσκώληκες. Το 1925 εξήχθησαν από τη Λάπηθο στο εξωτερικό περί τους 190 τόνους κουκκούλια και περί τους 12,5 τόνους κλωστοποιημένο μετάξι. Τα λαπηθιώτικα υφαντά, με τη μεγάλη ποικιλία και τέχνη τους, ήσαν ξακουστά όχι μόνο στον κυπριακό χώρο αλλά και στο εξωτερικό όπου εξάγονταν από τους εμπόρους της Λευκωσίας. Μια άλλη τέχνη που αναπτύχθηκε σε μεγάλο βαθμό ήταν και η μεταλλουργία. Στα «κωμοδρομιά» της Λαπήθου, που ήσαν κυρίως συγκεντρωμένα στην ενορία της Αγίας Παρασκευής, κατασκευάζονταν με εξαιρετική μαεστρία ποικίλα γεωργικά εργαλεία και είδη οικιακής χρήσης, όπως «τσ'ιακκούδκια», μαχαίρια, τσεκούρια και δρεπάνια, γνωστά σαν «λαπηθιώτικα».

 

Μια άλλη βιοτεχνία με την οποία απασχολούνταν οι Λαπηθιώτες είναι και η καλαθοπλεκτική. Από τις θερισμένες ποκαλάμες των σιτηρών, που βάφονταν σε διάφορα χρώματα, πλέκονταν με πολλή δεξιοτεχνία στρογγυλοί τσέστοι, δίσκοι, καλαθάκια, ζεμπύλια, καπέλα και καθίσματα ξύλινων καρεκλών. Εξάλλου από λωρίδες καλαμιών πλέκονταν καλάθια και κοφίνια. Τα στερεότερα όμως είδη της καλαθοπλεκτικής, κυρίως καλάθια και κοφίνια για μεταφορά γεωργικών προϊόντων, ψωμιών κλπ., κατασκευάζονταν από τα σκληνίτζ'ια.

 

Η αρωματοποιία υπήρξε επίσης προϊόν λαϊκής τέχνης στη Λάπηθο. Από τους ανθούς κιτρομηλιάς και ροδανθούς κατασκευαζόταν το περίφημο ανθόνερο της Λαπήθου, που ήταν περιζήτητο σ' όλη την Κύπρο. Ακόμη, από φλοιούς ροδιών κατασκευαζόταν μαύρη βαφή, η οποία εχρησιμοποιείτο από ειδικούς βαφείς της Λαπήθου για το βάψιμο νήματα, υφαντά και βράκες.

 

Συνυφασμένα με τη γεωργία ήσαν και άλλα σχετικά επαγγέλματα, όπως το εμπόριο, η ελαιουργία και η αλευροποιία. Οι έμποροι της Λαπήθου ασχολούντο κυρίως με το εσωτερικό εμπόριο, εμπορευόμενοι κυρίως γεωργικά προϊόντα, ενώ μερικοί απ' αυτούς εμπορεύονταν και εκτός Κύπρου. Υπήρχαν επίσης και αρκετά ελαιοτριβεία όπου παραγόταν μια σημαντική ποσότητα λαδιού, που διετίθετο στη ντόπια αγορά. Ένα άλλο επάγγελμα, το οποίο ο σύγχρονος πολιτισμός και τρόπος ζωής σταδιακά εκτόπισε, ήταν εκείνο του μυλωνά. Στην περιοχή της Λαπήθου λειτουργούσαν στο παρελθόν, με το vερό του κεφαλόβρυσου, πολλοί αλευρόμυλοι, που άλεθαν το σιτάρι της γύρω περιοχής. Το 1974 λειτουργούσαν ελάχιστοι νερόμυλοι.

 

Η παράκτια τοποθεσία της Λαπήθου συνέβαλε στην ανάπτυξη της αλιείας. Στο χωριό λειτουργούσε, πριν από την τουρκική εισβολή του 1974, αλιευτικό καταφύγιο, που ήταν συνέχεια των άλλων ψαρολίμανων και αλιευτικών καταφυγίων των βορείων ακτών της Κύπρου, που ήσαν εκείνα του Βαβυλά, του Καραβά, της Κερύνειας, του Αγίου Αμβροσίου, της Ακανθούς και του Δαυλού. Το 1974 η Λάπηθος διέθετε 5 ψαρόβαρκες, οι οποίες απασχολούσαν 10 άτομα.

 

Η Λάπηθος φημίζεται ιδιαίτερα για την εξαίρετη φυσική της ομορφιά. Τα δανδελωτά της ακρογιάλια, σε μικρή απόσταση από τον επιβλητικό καταπράσινο Πενταδάκτυλο και τα δάση των λεμονοδέντρων συνθέτουν ένα τοπίο μοναδικό. Η θέα από το βουνό προς τα κάτω είναι πράγματι υπέροχη. Διακρίνονται οι όμορφες ακρογιαλιές, οι καταπράσινοι λεμονόκηποι και μέσα σ' αυτούς τα σπίτια, άλλοτε το ένα κοντά στο άλλο και άλλοτε σε αρκετή μεταξύ τους απόσταση, στεγασμένα με κόκκινα κεραμίδια ή τσιμεντένιες πλάκες. Αλλά και από την πεδιάδα κοιτάζοντας το βουνό η θέα είναι πανέμορφη καθώς το υψόμετρο ανέρχεται σταθερά από την καταπράσινη βόρεια πλευρά του Πενταδάκτυλου και καταλήγει στο κοφτό κάθετο βουνό με τις ευδιάκριτες πευκόφυτες βουνοκορφές του Κόρνου, του Κυπαρισσόβουνου, του Προφήτη Ηλία και του Αγίου Ιλαρίωνος.

 

Το θαυμάσιο κλίμα του χωριού, η ομορφιά του τοπίου του και η γειτνίασή του με το τουριστικό κέντρο της Κερύνειας, προμήνυαν μια λαμπρή τουριστική ανάπτυξη που εμποδίστηκε με την τουρκική εισβολή και κατοχή. Πριν από την τουρκική εισβολή του 1974, λειτουργούσαν στη Λάπηθο 4 ξενοδοχεία ενώ ένα καινούργιο βρισκόταν υπό ανέγερση στην περιοχή της Αϊρκώτισσας. Επίσης κτίστηκαν εξοχικά σπίτια κοντά στη θάλασσα και γύρω από το χωριό, μερικά από τα οποία ενοικιάζονταν σε ντόπιους παραθεριστές και ξένους επισκέπτες. Περισσότερο αναπτύχθηκε τουριστικά η παραθαλάσσια περιοχή της Αϊρκώτισσας, στα βόρεια της Λαπήθου, γύρω από το ξωκλήσι της Παναγίας της Αϊρκώτισσας. Στην περιοχή υπήρχαν παλαιά καλύβες που λειτουργούσαν σαν θερινά κέντρα αναψυχής. Όμως μερικά χρόνια πριν από την τουρκική εισβολή και ιδιαίτερα μετά την κατασκευή του παραλιακού τουριστικού δρόμου που περνούσε δίπλα από την περιοχή, οι καλύβες αντικαταστάθηκαν από μικρά ή μεγάλα οικήματα, διαμερίσματα, ξενοδοχεία και κατοικίες. Ωστόσο οι λαμπρές προοπτικές τουριστικής ανάπτυξης της Αϊρκώτισσας εξανεμίστηκαν με την τουρκική εισβολή και κατοχή. Επίσης ο γειτονικός αρχαιολογικός χώρος της αρχαίας Λαπήθου (Λάμπουσας) προσέλκυε αρκετούς Κυπρίους και ξένους επισκέπτες.

 

Η Λάπηθος εξυπηρετείται μ' ένα αρκετά καλό συγκοινωνιακό δίκτυο. Στα βόρεια συνδέεται με τον κύριο δρόμο Λευκωσίας - Μύρτου - Κερύνειας, στα ανατολικά με το χωριό Καραβάς (περί τα 2 χμ.) και στα δυτικά με το χωριό Βασίλεια (περί τα 5 χμ.).

 

Η κωμόπολη γνώρισε σχεδόν συνεχή πληθυσμιακή αύξηση από το 1881 μέχρι το 1960. Σ' αυτό συνέβαλε κυρίως η μεγάλη γεωργική της ανάπτυξη, η μικρή απόστασή της από την πόλη της Κερύνειας και η πολύ καλή οδική της σύνδεση. Σύμφωνα με τις επίσημες απογραφές πληθυσμού των ετών 1881, 1891, 1901, 1911, 1921, 1931 και 1946, η Λάπηθος ήταν ο μεγαλύτερος σε πληθυσμό οικισμός της επαρχίας Κερύνειας. Ο πληθυσμός της πόλης της Κερύνειας ξεπέρασε εκείνο της Λαπήθου (με διαφορά μόνο 2 κατοίκων) μόλις το 1960.

 

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 2.370 
1891 2.602 
1901 2.741 
1911 2.940 
1921 2.954 
1931 2.324 
1946 3.327 (2.997 Έλληνες, 312 Τούρκοι και 18 άλλων εθνικοτήτων) 
1960 3.496 (3.124 Έλληνες, 370 Τούρκοι και 2 άλλων εθνικοτήτων) 
1973 3.196 (όλοι Ελληνοκύπριοι) 

 

Μετά το 1964, εξαιτίας των διακοινοτικών ταραχών που ακολούθησαν την ανταρσία των Τουρκοκυπρίων, οι Τουρκοκύπριοι κάτοικοι της Λαπήθου εγκατέλειψαν το χωριό τους και μετακινήθηκαν στη γειτονική πόλη της Κερύνειας, κυρίως στον τουρκοκυπριακό θύλακα στο Τέμπλος, όπου παρέμειναν έως το 1974, στο πλαίσιο οδηγιών της   Άγκυρας για δημιουργία στο νησί ισχυρών τουρκοκυπριακών θυλάκων. Το 1973 οι Ελληνοκύπριοι κάτοικοι της Λαπήθου ήσαν 3.196. Με βάση την επίσημη απογραφή πληθυσμού του 1973, η Λάπηθος ήταν ο δεύτερος μεγαλύτερος σε πληθυσμό οικισμός της επαρχίας του μετά την πόλη της Κερύνειας.

 

Η Λάπηθος μαζί με τον Καραβά αποτελούν τους μοναδικούς αγροτικούς δήμους της επαρχίας Κερύνειας, μέχρι το 1974. Η κωμόπολη της Λαπήθου συγκαταλέγεται μεταξύ των δέκα πρώτων οικισμών της Κύπρου που αναγνωρίστηκαν το 1878 ως δήμοι με εκλεγόμενο συμβούλιο και δήμαρχο. Δήμαρχοι διετέλεσαν κατά χρονολογική σειρά, μέχρι την τουρκική εισβολή του 1974, οι ακόλουθοι:

 

  1. Ανδρέας Κουμίδης
  2. Κώστας Ν. Χ'' Παρασκευά
  3. Νικόλας Πύργος
  4. Χαρίτων Αθανασιάδης
  5. Ευθύβουλος Παρασκευαΐδης
  6. Κώστας Καπλάνης
  7. Χριστόφορος Ταλιαδώρος
  8. Οδυσσέας Ελληνόπουλος
  9. Φειδίας Παρασκευαΐδης
  10. Παναγιώτης Γιαγκόπουλος
  11. Γεώργιος Καζέλης

 

Η Λάπηθος είχε επτά ενορίες (έξι ελληνικές και μια τουρκοκυπριακή), η κάθε μια από τις οποίες είχε οργανωθεί γύρω από την ομώνυμη εκκλησία και παρουσίαζε τα χαρακτηριστικά μιας ανεξάρτητης κοινότητας (πλατεία, καφενεία, καταστήματα, κατοικίες), ενταγμένης όμως στην κοινότητα της Λαπήθου. Οι έξι ενορίες ήσαν:

 

  1. Αγία Παρασκευή
  2. Αγία Αναστασία
  3. Απόστολος Λουκάς
  4. Άγιος Θεόδωρος
  5. Τίμιος Πρόδρομος
  6. Άγιος Μηνάς

 

Οι ενορίες της Αγίας Παρασκευής και της Αγίας Αναστασίας, που βρίσκονταν στην πλευρά του Πενταδάκτυλου, αποτελούσαν την Πάνω Λάπηθο ενώ οι υπόλοιπες ενορίες που βρίσκονταν βορειότερα στην πεδιάδα αποτελούσαν τους «κάτω μαχαλλάδες».

 

Πριν από την τουρκική εισβολή του 1974, η Λάπηθος ήταν μια ολοκληρωμένη μικρή πολιτεία με πολλές υπηρεσίες που εξυπηρετούσαν τόσο τους κατοίκους της όσο και τους κατοίκους των γύρω χωριών. Διέθετε μικρό νοσοκομείο, αστυνομικό σταθμό, δυο κινηματογράφους, δημοτική βιβλιοθήκη, εστιατόρια και κέντρα αναψυχής, δημοτική αγορά καθώς και καθημερινές συγκοινωνίες με λεωφορεία και αστικά ταξί. Εξάλλου στη Λάπηθο λειτουργούσαν, πριν από την τουρκική εισβολή, τρία δημοτικά σχολεία — ένα στην Αγία Αναστασία, ένα στον Απόστολο Λουκά και ένα στον   Άγιο Θεόδωρο — ένα γυμνάσιο, και αναμορφωτική σχολή (Σχολή Λάμπουσας). Αναφορικά με τη μέση εκπαίδευση, το 1918 ιδρύθηκε η «Ανωτέρα Ελληνική Σχολή Λαπήθου», η οποία αργότερα εξελίχθηκε στο εξατάξιο Γυμνάσιο Λαπήθου.

 

Η πολιτιστική ζωή στη Λάπηθο ήταν αρκετά ικανοποιητική. Τα δημοτικά σχολεία, το γυμνάσιο, οι τοπικοί εθνικοί και επαγγελματικοί σύλλογοι και οι τακτικές επισκέψεις θεατρικών ομίλων δημιουργούσαν μια πολιτιστική κίνηση που είχε περιθώρια ανάπτυξης και εντατικοποίησης. Αξίζει να αναφερθεί ότι η Λάπηθος ήταν από τις πρώτες κοινότητες που διέθεταν χορευτικό όμιλο, και ήταν μεταξύ των πρωτοπόρων στην οργάνωση ανθεστηρίων. Η παρουσίαση θεατρικών έργων από τους τοπικούς συλλόγους, με ποικίλα θέματα, παρουσίαζε εξαιρετικό ενδιαφέρον για τους κατοίκους της κωμόπολης. Κέντρο ολόκληρης της κοινότητας ήταν η πλατεία Ηρώων με τις μαρμάρινες πλάκες όπου ήσαν γραμμένα τα ονόματα των πεσόντων αγωνιστών της ΕΟΚΑ και δίπλα τους το μνημείο αφιερωμένο στους αγωνιστές. Εκεί στην πλατεία Ηρώων γίνονταν οι εθνικές εκδηλώσεις της Λαπήθου. Απέναντι από την πλατεία βρισκόταν επιβλητικό το δημαρχείο του χωριού.

 

Στον πνευματικό, πολιτιστικό και αθλητικό τομέα πρωτοστατούσε ο ΑΠΟΛ (Αθλητικός Πνευματικός Όμιλος Λαπήθου), που ιδρύθηκε το 1968, και ο οποίος δημιούργησε χορευτικό συγκρότημα, διοργάνωνε διαλέξεις, εκδρομές, ανέβαζε θεατρικά έργα, παρουσίαζε καλλιτεχνικές εκδηλώσεις (φεστιβάλ) και εξέδιδε τα «Χρονικά της Λαπήθου» μαζί με ειδική επιτροπή, υπό την προεδρία και καθοδήγηση του μέχρι το 1987 διευθυντή του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών Κώστα Κύρρη που καταγόταν από τη Λάπηθο. Σκοπός της έκδοσης αυτής ήταν η παρουσίαση και προβολή της Λαπήθου από κάθε άποψη. Στον αθλητικό τομέα ο ΑΠΟΛ διοργάνωσε ποδοσφαιρική ομάδα, η οποία ελάμβανε μέρος στο επαρχιακό πρωτάθλημα της ΕΠΟΕΚ. Η ομάδα πετόσφαιρας του ΑΠΟΛ συμμετέσχε στο πρωτάθλημα Α' κατηγορίας Κύπρου το 1973-74. Η ομάδα καλαθόσφαιρας συμμετέσχε στο πρωτάθλημα Β' κατηγορίας Κύπρου κατά την ίδια περίοδο. Ο ΑΠΟΛ όταν επίσης μέλος της Παγκύπριας Ομοσπονδίας Επιτραπέζιας Αντισφαίρισης, στα πρωταθλήματα της οποίας συμμετείχε. Εξάλλου το σωματείο είχε αξιόλογη αθλητική ομάδα στίβου, η οποία συμμετείχε πάντοτε στους αγώνες «Μάτσεια», στους παγκύπριους διασωματειακούς αγώνες στίβου (ήταν μέλος του ΣΕΓΑΣ Κύπρου), παραχωρούσε αθλητές στον Γυμναστικό Σύλλογο «Πράξανδρος» και ελάμβανε μέρος στους αγώνες του Κατακλυσμού που διοργάνωνε η ΑΕΚ Καραβά.

 

Ο σημερινός οικισμός της Λαπήθου είναι διάδοχος της αρχαίας όσο και σημαντικής πόλης Λαπήθου. 

 

Η αρχαία Λάπηθος (γνωστή αργότερα και ως Λάμπουσα) είχε επιζήσει μέχρι και την περίοδο της Φραγκοκρατίας, οπότε κι εγκαταλείφθηκε. 

 Άρχισε τότε ν' αναπτύσσεται ο γειτονικός οικισμός της Λαπήθου, την οποία ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός, στη Χρονολογική Ἱστορία του (Βενετία, 1788, σ. 39) την περιγράφει ως εξής:

 

... Ἀπέχει τῆς Κυρηνίας δύο λέγες [λεύγες]. Ἒχει πηγήν μεγάλην αὐτοφυῆ  ὑδάτων πολλῶν, διά τῶν ὁποίων ποτίζονται βαμπάκια, καί τόν παλαιόν καιρόν καί τά καλάμια τῆς ζαχάρεως, ἐκ τῆς ὁποίας ἐγίνετο ἀρκετή ποσότης. Εἶχε λαόν ἐπί τῶν Λουζινιανῶν βασιλέων ὡς δέκα χιλιάδας. Ἦτον φέουδον, ἢτοι κτῆμα, τοῦ Κιαρίωνος [Καρόλου] Λουζινιανοῦ, ἀλλ' ἐπί τῆς Ἀριστοκρατίας τῶν Ἐνετῶν ἀφηρέθη ἀπ' αὐτοῦ... Εἰς αὐτήν τήν χώραν ἐφευρέθη ἡ τέχνη τῶν ὀστρακίνων ἀγγείων, ἢτοι σκουτελλίων, καί ἄλλων, ὑπό τοῦ Κυνάρα υἱοῦ  Ἀγρίππα ὣς τινες βούλονται, ἡ  ὁποία ἐνεργεῖται καί μέχρι τῆς σήμερον... Γίνεται τήν σήμερον ἀρκετή μετάξη καί βαμπάκια. Ἀπό δέ καρπούς δένδρων εὐτυχεῖ περισσότερον ἀπό κάθε ἄλλον τόπον, ἢτοι ἀπό κίτρα μεγάλα καί ἐξαιρέτου ποιότητος νεράντζια, πορτόγαλλα, ὄσπρια διαφόρων εἰδῶν καί ρίζας κολοκάσια λεγόμενα καί ριζάριν ἤ βαφήν κοκκίνην διά τά καλά λιβάδια ὅπου ἔχει, ἄλλα εἴδη καρπῶν καί φυτῶν διάφορα, ἒλαιον ἐξαίρετον καί ἒλαιον δάφνης ὠφέλιμον εἰς ἀσθενείας, ροδόσταμμα εὐῶδες καί ἀπό ἄλλα χόρτα εὐώδη καί ὑγιεινά διά τόν ἐκλεκτόν καί ὑγιεινόν ἀέρα ὅπου ἔχει. Ἦτον τό πάλαι καί θρόνος ἐπισκόπου αὐτή ἡ χώρα. Ἐκλεκτός τόπος αὐτός καί ὑγιεινέστερος σχεδόν ἀπό πολλούς ἄλλους τόπους τῆς νήσου ἢθελεν εἶναι, ἀνίσως ὑπό τοῦ βορέως δέν ἐταλαιπωρεῖτο, καί μάλιστα εἰς καιρόν τοῦ καλοκαιρίου, ὁ  ὁποῖος ἐρχόμενος διά μέσου τῶν ὀρέων τῆς ἀνατολῆς θερμός, κατακαίει καί καταξηραίνει καί δένδρα καί καρπούς, πολλάκις μέ ἒκπληξιν πάντων. Καί όχι μόνον εἰς τήν Λάπιθον ἀλλά καί εἰς ὅλην σχεδόν τήν νῆσον προξενεῖ ξηρασίαν μεγάλην καί ἀκολούθως δυστυχίαν καί ἀκρίβειαν εἰς αὐτήν...

 

Ο Μαρίτι (Mariti), που βρισκόταν στην Κύπρο μεταξύ 1760 και 1767, γράφει ότι η Λάπηθος είναι ένα από τα μεγαλύτερα χωριά του νησιού, σ’ ευχάριστο περιβάλλον, όπου κι αφθονούν όλα τα πολυτιμότερα προϊόντα του τόπου... Ένας ποταμός ή ρυάκι, που έχει το ίδιο όνομα, τρέχει πλάι στο χωριό και με τα ασταμάτητα νερά του συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό στην ευφορία της περιοχής... (Travels In the Island of Cyprus, p. 88).

 

Ο Αθ. Σακελλάριος (Τά Κυπριακά, Α', 1890, σ. 143), γράφει για τη Λάπηθο του 19ου αιώνα:

 

... Ἒχει δέ αὓτη 2.400 κατοίκους τούς πλείστους Χριστιανούς, δημαρχεῖον, κωμοδικεῖον καί δημοτικά ἑλληνικά σχολεῖα ἀρρένων καί θηλέων. Ἐν αὐτῇ δ' ὑπάρχει ἐκ παλαιοτάτων χρόνων βιομηχανία τίς ἐξ' ὀπτῆς γῆς ἀγγείων ۬ ἒτι δέ κατασκευάζουσιν οἱ Λαπηθιῶται κοινάς καθέκλας καί ἐκβάλλουσι ῥοδόσταγμα ۬ ἀλλά καί τόν μεταξοσκώληκα αἱ γυναῖκές των ἐπιμελοῦνται καί πανία ὑφαίνουσι πρός κοινήν ἐν Κύπρῳ χρῆσιν. Οὐ μακράν δέ τῆς κώμης πηγάζουσι πολλά ὕδατα, κεφαλόβρυσον καλούμενα, σχηματίζοντα τόν ποταμόν Λάπηθον, λίαν χρήσιμον πρός ἄρδευσιν τῶν αὐτῶν κήπων καταφύτων ὄντων ἐκ λεμονεῶν, πορτοκαλεῶν, ροϊῶν, φοινίκων, καί τῶν ἀγρῶν αὐτῶν παραγόντων ἄφθονον βάμβακα καί τό καλλίτερον τῆς νήσου κολοκάσιον ἀλλά καί πολλοί μύλοι δι' αὐτῶν ἀλέθουσιν ἄλευρον...

 

Πολλές εκκλησίες βρίσκονται στη Λάπηθο και γύρω απ' αυτήν αρκετά εξωκκλήσια. Στην ίδια τη Λάπηθο έξι συνολικά εκκλησίες διαιρούν το χωριό σε ισάριθμες ενορίες, όπως έχει και πιο πάνω αναφερθεί. Απ' αυτές, εκείνη του Αγίου Λουκά είναι κτίσμα του 19ου αιώνα. Στην αυλή της ο Γκάννις σημειώνει ότι είχε δει κορινθιακού ρυθμού κιονόκρανα που είχαν μεταφερθεί από την αρχαία Λάπηθο. Η εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου είναι του 18ου αιώνα. Οι περισσότερες εικόνες του εικονοστασίου είναι του 1793, οπότε πιθανώς είχε κτιστεί και η εκκλησία. Ο Άγιος Θεόδωρος κτίστηκε το 1834. Η Αγία Αναστασία, σύγχρονη εκκλησία με εικόνες από παλαιότερη εκκλησία, στην οποία ο Γκάννις γράφει ότι είδε το πιο περίτεχνο κατά τη γνώμη του ταφικό μνημείο στην Κύπρο. Η Αγία Παρασκευή, μεγάλο κτίριο του 1892 κτισμένο πλάι στην παλαιότερη εκκλησία από την οποία προέρχονται πολλές εικόνες, κυριότερη από τις οποίες είναι η μεγάλη στενόμακρη εικόνα της αγίας Παρασκευής. Ο Άγιος Μηνάς, δίκλιτη εκκλησία του 1843 με αψίδες που στηρίζονται πάνω σε βαρειές κολώνες. Ο Άγιος Ανδρόνικος, με ασυνήθεις κατά τον Τζέφρυ τοιχογραφίες, κι η Αγία Μαρίνα είναι μικρά αγροτικά ξωκλήσια. Άλλα ξωκλήσια είναι εκείνα της Αγίας Βαρβάρας, του Αρχαγγέλου, του Αγίου Γεωργίου Εξορινού, του Αγίου Κουρνούτα, της Αϊρκώτισσας, του Αγίου Γεωργίου, της Παναγίας Κρινιώτισσας. Αρκετά από τα ξωκλήσια αυτά, όπως εκείνο του Αγίου Γεωργίου που βρίσκεται σε σπηλιά, συνδέονται με την καταφυγή των κατοίκων της παλαιάς Λαπήθου στα βουνά, κατά την περίοδο των αραβικών επιδρομών, οπότε φαίνεται ότι είχαν ιδρυθεί. Τα περισσότερα από τα ξωκλήσια φέρουν ίχνη τοιχογραφιών.

 

Εκτός από τις εκκλησίες και τα ξωκλήσια, στην ίδια τη Λάπηθο και στην περιοχή της υπάρχουν πολλές αρχαιότητες, κυρίως νεκροταφεία των Προϊστορικών χρόνων και μεταγενέστερα.

 

Σύμφωνα με πληροφορίες που συγκέντρωσε ο Ιερώνυμος Περιστιάνης, πρώτος που δίδαξε στη Λάπηθο ήταν ο Κουτσονικόλας από τη Λευκωσία γύρω στο 1857. Στο σπίτι του σχημάτιζε τάξη για κάθε μάθημα, παιδαγωγίαν, ψαλτήριον, απόστολον, μηναία, για τα οποία πλήρωναν τα παιδιά χωριστά. Ύστερα ιδρύθηκε το πρώτο κοινοτικό σχολείο ανάμεσα στις ενορίες Αγίας Αναστασίας και Αγίου Λουκά, στο οποίο δίδαξε πρώτος, πριν από το 1870, ο Εύγραφος Ευστρατίου από τη Λάρνακα. Ανάμεσα στους δασκάλους που τον διαδέχτηκαν ήταν ο Ιωάννης Γεωργιάδης, γνωστός σαν Σχολαστικός, από το 1876 ως το 1878, κι οι Γ. Ψύλλος και Τηλέμαχος Καλλονάς από το 1881 ως το 1883, μετά την αγγλική κατοχή.

 

Υπάρχει ωστόσο Πρακτικόν της εκκλησίας της Αγίας Παρασκευής ότι ιδρύθηκε εκεί σχολείο το 1855. Σύμφωνα μ' αυτό: Βοήθειᾳ θείᾳ  ἐσυστήσαμεν παιδαγωγικόν σχολεῖον εἰς τήν ἐνορίαν τῆς Ἁγίας Ὁσιοπαρθενομάρτυρος Παρασκευῆς διά νά μανθάνωσιν οἱ παῖδες τῆς αὐτῆς ἐνορίας, καθώς καί οἱ τῆς ἐνορίας Ἁγίας Ἀναστασίας, νά ἀναγινώσκουν, νά γράφουν καί νά ἀριθμοῦν. Παιδοδιδάσκαλον δέ διωρίσαμεν τόν τιμιώτατον Κύρ Ἀνδρέαν Σάββα ἐκ τῆς πρώτης ρηθείσης ἐνορίας, νέον κόσμιον σεμνόν τά ἢθη καί στολισμένον μέ προκοπήν, ὁ δέ μισθός τοῦ διδασκάλου ὁ  ἐτήσιος νά πληρώνηται ἀπό τάς εἰρημένας δύο ἐκκλησίας γρόσια 750, πληρωνόμενα ἐκ τῶν δύο ἐκκλησιῶν ἐξ ἡμισείας. Καί μηδείς ἔστω ἀνθιστάμενος τό σύνολον.

 

Σύμφωνα με Πρακτικόν της εκκλησίας Αγίου Θεοδώρου φαίνεται ότι στην ομώνυμη ενορία υπήρχε σχολείο από το 1850 στο οποίο συνεισέφερε η εκκλησία.

 

Ο Ιωσίας Σπένσερ, πρώτος Άγγλος επιθεωρητής της παιδείας, γράφει για το σχολείο της Λαπήθου:

 

Το σχολείο δεν είναι ολότελα ό,τι έπρεπε να είναι. Ο νέος δάσκαλος, ονομαζόμενος Αθανάσιος Τριανταφυλλίδης, δεν είναι πολύ αγαπητός στους κατοίκους επειδή έχασαν τον δάσκαλο που βρίσκεται τώρα στον Καραβά. Ο γέρος ωστόσο φαινόταν να καταβάλλει μεγάλους κόπους για τα παιδιά. Η όρασή του όμως είναι αδύνατη και δεν φαίνεται να επαρκεί για τη δουλειά του. Ο μουκτάρης κι ένας, δυο ιερείς είναι καλά μορφωμένοι άνθρωποι και πολύ επιθυμούν την ευδαιμονία του σχολείου. Εκείνοι και πολλοί άλλοι με συνόδευσαν εκεί και έδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον για την επιθεώρησή μου. Πράγματι το αίσθημα στον τόπο αυτό ισοδυναμεί με ενθουσιασμό, αλλά παραπονούνται πικρά για τη φτώχεια τους, η οποία τους εμποδίζει να στέλλουν τα παιδιά τους στο σχολείο έστω και δωρεάν. Δεν μπορούν, λέγουν, να ζήσουν χωρίς τη δουλειά των παιδιών τους. Η αίθουσα του σχολείου ήταν σε άθλια κατάσταση. Οι πίνακες των μαθημάτων πάνω στους τοίχους ήσαν τόσο κατεστραμμένοι ώστε σχεδόν δεν μπορούσαν να διαβάζονται. Δεν υπήρχαν αρκετά θρανία, ώστε τα φτωχά παιδιά ήσαν αφόρητα στριμωγμένα κι υπήρχε μεγάλη έλλειψη βιβλίων, φτώχεια, φτώχεια, ήταν η μόνη απάντηση που μπορούσα να πάρω όταν υπέδειξα αυτές τις ατέλειες. Πενήντα έξι αγόρια ήσαν παρόντα, αλλά ούτε ένα κορίτσι. Το λειψό και καταρρακωμένο ντύσιμο πολλών από τα παιδιά φαίνεται να λέει ότι η φτώχεια για την οποία παραπονούνταν ήταν πραγματικότητα. Πολλά φαίνονταν να μη τρέφονταν όσον πρέπει. Πουθενά αλλού δεν άκουσα τόσα παράπονα για φτώχεια όσον εδώ. Δεν αντιλαμβάνομαι τον λόγο.

 

Σχολείο είχε λειτουργήσει για λίγα χρόνια, γύρω στα 1860, και στο γειτονικό μοναστήρι της Αχειροποιήτου, με δάσκαλο τον τότε ηγούμενο του μοναστηριού.

 

Ενδιαφέρουσα είναι και η παραδοσιακή λαϊκή αρχιτεκτονική της Λαπήθου, που διατηρείται ως ένα αρκετά μεγάλο βαθμό στα σπίτια του χωριού, μονόροφα και διόροφα, όλα σχεδόν με κήπο και πνιγμένα μέσα στο πράσινο. Σώζονται, μεταξύ άλλων, και παλαιά αρχοντικά, λιθόκτιστα, με σκαλιστές καμαρόπορτες και ψηλά περιτοιχίσματα. Ο Στ. Σίνος (Λαϊκή Ἀρχιτεκτονική τῆς Κύπρου, Αθήνα, 1976), θεωρεί την αρχιτεκτονική της Λαπήθου κάτι το ξεχωριστό και ιδιαίτερο, με διαμορφώσεις πού ἀποβαίνουν, ὡς πρός τήν πολυτέλεια καί τήν ποικιλία τῶν μορφῶν τους, παραδείγματα ἀνεπανάληπτα γιά ὁλόκληρο τόν ἑλληνικό χῶρο.

 

Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας η Λάπηθος ήταν σημαντικό φέουδο που ανήκε στη βασιλική οικογένεια της Κύπρου. Για τον λόγο αυτό τόσο σε μεσαιωνικές πηγές όσο και σε παλαιούς χάρτες της Κύπρου (λ.χ. χάρτης του Abraham Ortelius, 1573) απαντάται με την ονομασία Vasilico (=Βασιλικό κτήμα). Στις αρχές του 14ου αιώνα αποτελούσε ιδιοκτησία της «κυρίας της Βηρυτού» και δούκισσας των Αθηνών Εχίβης ντ’ Ιμπελέν, μητέρας του βασιλιά της Κύπρου Ερρίκου Β΄ (1285- 1306 και 1310- 1324). Την πληροφορία έχουμε από τον Φλώριο Βουστρώνιο, που γράφει τον οικισμό ως Lapitho. Λίγο αργότερα απαντάται ο βασιλιάς Ούγος Δ΄ ( 1324 -1359) να είχε εξοχικό ενδιαίτημα στη Λάπηθο, που προφανώς αποτελούσε ιδιοκτησία του. Ο Ούγος Δ΄ , φίλος των φιλοσόφων και διανοούμενος, δεχόταν εκεί πολλούς λογίους της εποχής, αρεσκόμενος στο να ακούει τις μεταξύ τους φιλοσοφικές συζητήσεις. Μεταξύ τούτων ήταν και ο Κύπριος διανοούμενος και ποιητής Γεώργιος Λαπίθης*.

 

Δεν είναι γνωστό για πόσον καιρό παρέμεινε η Λάπηθος βασιλική ιδιοκτησία. Πιθανότατα μέχρι και την αναδιανομή των φέουδων στην οποία προέβη ο βασιλιάς της Κύπρου Ιάκωβος Β΄ μετά την άνοδό του στο θρόνο το 1460. Τότε, όπως παραδίδει ο Φλώριος Βουστρώνιος, η Λάπηθος παραχωρήθηκε στον σημαντικό αξιωματούχο του βασιλείου Σορ ντε Νάβες, που ήταν κοντόσταυλος (=αρχηγός του στρατού) της Κύπρου. Εκτός από τη Λάπηθο, ο ντε Νάβες πήρε τότε στην κατοχή του και τα Λεύκαρα, το Πισσούρι, το Δίκωμο και άλλα χωριά, συνολικά 10, καθώς και άλλες κτηματικές περιουσίες.

 

Στην παραλία της Λαπήθου, όπως γράφει ο Φλώριος, υπήρχαν ιχθυοτροφεία που ήσαν δεξαμενές λαξευμένες στους βράχους της ακτής, στις οποίες διοχετευόταν θαλασσινό νερό και εκτρέφονταν ψάρια. Κατάλοιπα τέτοιων κατασκευών υπάρχουν και σήμερα στην περιοχή.

 

Ο Φλώριος κάνει επίσης λόγο για ύπαρξη επί των ημερών του (16ος αιώνας) μεγαλόπρεπων ερειπίων κοντά στα ιχθυοτροφεία, γράφοντας ότι εθεωρείτο ότι ανήκαν «στο βασιλικό ανάκτορο». Πιθανώς, επρόκειτο για ερείπια της αρχαίας Λαπήθου, αλλά ίσως και της εποχής του βασιλιά Ούγου Δ΄. Πάντως ο Φλώριος Βουστρώνιος μαρτυρεί ότι επί των ημερών του «βλέπει κανείς εκεί πολλά αρχαία κατάλοιπα, τόσο σε υπόγεια σπήλαια (προφανώς τάφους) όσο και πάνω στην επιφάνεια του εδάφους, όπου υπάρχουν και αψίδες. Υπάρχουν επίσης εκεί πολλές κολώνες από ωραίο μάρμαρο, όπως και κατάλοιπα εκκλησιών με ψηφιδωτά δάπεδα...».

 

Για το λιμάνι της αρχαίας Λαπήθου, ο Φλώριος γράφει ότι επί των ημερών του ήταν ήδη μισοκατεστραμένο «και μόλις και μετά βίας μπορεί κάποιος να εντοπίσει ποῦ ακριβώς βρισκόταν και σε πόση έκταση εκτεινόταν...».

 

Έντονη εξακολουθεί να είναι η τοπική παράδοση ότι κατά τη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης του 1821 είχε επισκεφθεί τη Λάπηθο ο πυρπολητής Κωνσταντίνος Κανάρης*. Λέγεται πως ο ήρωας είχε φιλοξενηθεί στην ενορία της Αγίας Παρασκευής, συγκεκριμένα δε στο αρχοντικό του Γεωρκάτζη Πασπάλλα. Τα καράβια του είχαν αγκυροβολήσει ανοικτά της τοποθεσίας «Ασπρόβρυση», απ' όπου κι αναχώρησε αφού εφοδιάστηκε με τρόφιμα, χρήματα κλπ. Λέγεται ακόμη ότι μαζί του είχαν μπαρκάρει και μερικά παλικάρια της περιοχής, εθελοντές στην ελληνική επανάσταση.

 

Κατά τις εκτεταμένες σφαγές τον Ιούλιο του 1821, μεταξύ των εκατοντάδων Ελλήνων της Κύπρου που είχαν εκτελεστεί από τους Τούρκους, ήσαν και 11 εξέχοντες κάτοικοι της Λαπήθου: ο έξαρχος Αλέξανδρος, ο παπαΘεοχάρης, ο Χατζηλίας, ο παπαΧριστόδουλος, ο Χατζηλοίζος, το Γρηγορούδι, το Γερομοναχούδι, ο Μασούρης, ο Μαζοχώστης, ο Βλαμπουρής και ο Κουττούκος. Δυο άλλοι προύχοντες, ο Χατζηκωνσταντής Εγγλέζος και ο Χατζηλάρκος, είχαν κατορθώσει να διαφύγουν. Η οικογένεια ενός από τους εκτελεσθέντες, εκείνη του Χατζηλία, διέφυγε στην Ελλάδα μέσω του γαλλικού προξενείου της Λάρνακος. Γιος του ήταν ο Θεοχάρης Χατζηλία Λαπαθιώτης*, αγωνιστής στην ελληνική επανάσταση και μετέπειτα υπασπιστής του Όθωνος, κι εγγονός του ο λαμπρός αξιωματικός του ελληνικού στρατού Λεωνίδας Λαπαθιώτης*, Του τελευταίου γιος ήταν ο ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης*.

 

Σημαντική ήταν η συμβολή της Λαπήθου και σε άλλους εθνικούς αγώνες, στους οποίους αρκετοί Λαπηθιώτες είχαν πολεμήσει ως εθελοντές, ιδίως στους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-13, καθώς και στον πρώτο και δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο. Επίσης, ο λαμπρός στρατηγός του ελληνικού στρατού Ιωάννης Τααγγαρίδης* καταγόταν από τη Λάπηθο.

 

Η Λάπηθος, κοντά στον χώρο όπου διενεργήθηκε η απόβαση των τουρκικών στρατευμάτων εισβολής στις 20 Ιουλίου του 1974, κατελήφθη από τους εισβολείς πριν από την 8 Αυγούστου 1974, δηλαδή πριν από τη δεύτερη φάση της εισβολής που είχε αρχίσει στις 14 Αυγούστου 1974, κι ενώ είχε συμφωνηθεί κατάπαυση του πυρός, εν όψει της διασκέψεως της Γενεύης. Επειδή είχαν γίνει στην περιοχή μάχες κατά τη διάρκεια της αρχικής εισβολής (20-23 Ιουλίου 1974), οι περισσότεροι Λαπηθιώτες είχαν εγκαταλείψει το χωριό τους. Μετά την κατάληψή του από τους Τούρκους, μικρός αριθμός Ελλήνων κατοίκων της Λαπήθου είχε παραμείνει κι εγκλωβιστεί στο χωριό. Τον Οκτώβριο του 1975 οι εγκλωβισμένοι Λαπηθιώτες ήσαν 55, που κι αυτοί όμως σταδιακά εκδιώχθηκαν. Οι τελευταίοι απ' αυτούς έφυγαν στις ελεύθερες περιοχές τον Σεπτέμβριο του 1976. Στη συνέχεια, στη Λάπηθο κατοίκησαν Τουρκοκύπριοι, αλλά από τις αρχές του 1978 μεταφέρθηκαν για εγκατάσταση στο χωριό και Τούρκοι έποικοι από τη Μικρά Ασία. Οι Τούρκοι ονόμαζαν από παλαιά το χωριό Lapta, που είναι παραφθορά της ονομασίας Λάπηθος.

 

 

Πηγές:

  • «Λάπηθος, Λάμπουσα και Ιμερόεσσα, 5000 χρόνια ιστορίας», Ανδρέα Χειμωνίδη, 2015=3
  • «Τα νερά της Λαπήθου», Γεώργιου Σιακίδη, 2010
  • «Λάπηθος ιστορία και παράδοση», Φωκά Ν. Φωκαϊδη
  • «Χρονικά της Λαπήθου», Κώστα Κύρρη, 1981

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image