Επισκοπή Λευκωσίας

Από διάφορους παλαιούς μελετητές αλλά και χρονογράφους αναφέρεται και επισκοπή Λευκωσίας μεταξύ των 14 ή ακόμη και περισσοτέρων επισκοπικών εδρών που υφίσταντο στην Κύπρο από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια έως την περίοδο της Φραγκοκρατίας οπότε τον 13ο αιώνα οι Λατίνοι κατήργησαν τις περισσότερες απ' αυτές, περιορίζοντας τον αριθμό τους σε 4.

 

Η επισκοπή Λευκωσίας ήταν αρχικά γνωστή ως επισκοπή Λεδρών κατά τον 4ο μ.Χ. αιώνα (βλέπε λήμμα Λεδρών επισκοπή), της οποίας γνωρίζουμε έναν μόνο αρχιερέα κάτοχο του θρόνου, τον άγιο Τριφύλλιο* χωρίς όμως να γνωρίζουμε εάν αυτός ήταν και ο πρώτος ή εάν η έδρα είχε ιδρυθεί ακόμη νωρίτερα. Ο άγιος Τριφύλλιος μαρτυρείται σε γραπτές πηγές ως κάτοχος του θρόνου των Λεδρών, υπήρξε δε μαθητής του αγίου Σπυρίδωνος, επισκόπου Τρεμιθούντος. Μερικοί θεωρούν ότι τον θρόνο των Λεδρών είχε καταλάβει, ως διάδοχος του Τριφυλλίου, και ο μαθητής του όσιος Διομήδης*, πράγμα που δεν επιβεβαιώνεται.

 

Σε σχέση προς τον άγιο Τριφύλλιο, η επισκοπική του έδρα ήταν γνωστή και ως Εκκλησία των Λευκών θεών, άγνωστο γιατί, αλλά και Καλλινικησέων (βλέπε λήμμα Λευκωσία πόλη, κεφάλαιο ονομασίες).

 

Μετά τον άγιο Τριφύλλιο, όμως, δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα κανένα άλλο κάτοχο του θρόνου της επισκοπής Λευκωσίας κατά τα Βυζαντινά χρόνια και είναι αμφίβολο εάν η έδρα αυτή υφίστατο۬ είναι πιθανό όμως ότι η περιοχή της υπαγόταν εκκλησιαστικά στη γειτονική επισκοπή Χύτρων. Ωστόσο ο Στέφανος Λουζινιανός αναφέρει επίσκοπο Λευκωσίας ονόματι Μακεδόνιον*, χωρίς όμως αναφορά ή ένδειξη για τον χρόνο κατά τον οποίο ενδεχομένως κατείχε τον θρόνο.

 

Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας, και συγκεκριμένα κατά το 1473, αναφέρεται ο επίσκοπος Νικόλαος* ο Ρωμαίος με τον τίτλο του Λευκωσίας, ο οποίος είχε πάρει μέρος στην ανακήρυξη της Αικατερίνης Κορνάρο ως βασίλισσας της Κύπρου. Ο θρόνος ασφαλώς δεν υφίστατο επίσημα κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας, ο δε ιεράρχης αυτός ήταν ο (αρχι)επίσκοπος Σολίας (Σολέας) Νικόλαος, που υπήρξε λίγο πριν από το 1473 ένθερμος υποστηρικτής του βασιλιά Ιακώβου Β' (συζύγου της Αικατερίνης) και φίλος του, και που τον είχε μάλιστα βοηθήσει κατά την περίοδο της διαμάχης του Ιακώβου με την αδελφή του Καρλόττα για τον βασιλικό θρόνο της Κύπρου. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι μετά την επικράτηση του Ιακώβου Β', ο φίλος του Νικόλαος Σολίας έζησε στη Λευκωσία παίρνοντας και τον τίτλο του επισκόπου Λευκωσίας, αν και άλλοι Ορθόδοξοι ιεράρχες είχαν κατέλθει κατά καιρούς στην πρωτεύουσα (βλέπε πιο κάτω).

 

Τέλος, αναφέρεται ανώνυμος Ορθόδοξος επίσκοπος Λευκωσίας, που ήταν, πιθανώς, ο Λοαράς* ή Λογαράς που έπεσε το 1570, κατά την άλωση της Λευκωσίας από τους Τούρκους, ή ο Συμεών*.

 

Όταν μετά το 965 μ.Χ., η Κύπρος απηλλάγη από τους Άραβες και πρωτεύουσα του νησιού επελέγη και έγινε η Λευκωσία, φαίνεται ότι αυτή δεν έγινε ταυτοχρόνως και αρχιεπισκοπική έδρα, γιατί η αρχιεπισκοπή παρέμεινε στην Αμμόχωστο (Κωνσταντία - Αρσινόη). Θεωρείται μάλιστα πιθανό η πολιτικο-στρατιωτική διοίκηση του νησιού να μετεφέρθη στη Λευκωσία και για ένα πρόσθετο λόγο: για να ευρίσκεται μακριά από την επιρροή των αρχιεπισκόπων, ιδίως μετά τη σύγκρουση του ισχυρού αρχιεπισκόπου Νικολάου Μουζάλωνος (1107-1110/1111) με τον διοικητή Ευμάθιο.

 

Οι διωγμοί της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Κύπρου από τους Φράγκους μετά το 1192, μέχρι το 1260 και υστερότερα, περιελάμβαναν και τη σταδιακή κατάργηση των 10 από τις 14 επισκοπές του νησιού και την τυπική έστω κατάργηση του τίτλου του Ορθοδόξου αρχιεπισκόπου۬  η έδρα του τελευταίου μεταφέρθηκε το 1260 στη Σολιά, δυνάμει της Bulla Cypria (Κυπριακή Διάταξη), ως απλή επισκοπή και όχι αρχιεπισκοπή, μετά τον θάνατο του τελευταίου αρχιεπισκόπου Γερμανού Πησιμάνδρου. Στη λαϊκή συνείδηση, όμως, ο εκάστοτε επίσκοπος Σολέας ήταν ο αρχιεπίσκοπος των Ελλήνων της Κύπρου. Μερικοί μάλιστα από όσους κατείχαν τον θρόνο Σολέας κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας - Βενετοκρατίας, αναφέρονται και με τον τίτλο του Λευκωσίας. Μεταξύ αυτών, γύρω στα 1295 αναφέρεται ο Θεοφύλακτος ἐπίσκοπος Σωλέων καί ἐνορίας Λευκωσίας. Επίσης το 1353 ο Ιωακείμ ...ἐπίσκοπος Σολέας καί πρόεδρος Λευκωσίας, καθώς και ο Νικόλαος (Ρωμαίος) Σολίας - Λευκωσίας το 1458-1473, όπως και ο Συμεών Λευκωσίας - Σολίας, που υπέργηρως (80 χρόνων) είχε βοηθήσει στην οχύρωση της πρωτεύουσας το 1570.

 

 

Η παρουσία των Ορθοδόξων αρχιεπισκόπων στην πρωτεύουσα Λευκωσία κατά τον 14ο - 15ο αιώνα και αργότερα, οφειλόταν σε «σταδιακή» κάθοδό τους από τη Σολιά επειδή είχαν, με βάση την Bulla Cypria, αποκτήσει το δικαίωμα να διατηρούν στην πρωτεύουσα καθεδρικό ναό. Σταδιακά οι θεσμοί της έδρας Σολίας και της έδρας Λευκωσίας συγχωνεύθηκαν και η «αρχιεπισκοπή» απαρτιζόταν από δυο σκέλη, αν και επίσημα δεν υφίστατο. Εν τούτοις, κατά το β' μισό της περιόδου της Φραγκοκρατίας - Βενετοκρατίας, οι Σολίας - Λευκωσίας Ορθόδοξοι ιεράρχες κατοικούσαν σχεδόν μόνιμα στην πρωτεύουσα, όπου υφίσταντο και περικαλλείς ορθόδοξοι ναοί και όπου, μπροστά στους σοβαρούς κινδύνους (επιδημίες, εισβολές) συλλειτουργούσαν μάλιστα και με τους Λατίνους (βλέπε λήμμα Εκκλησία Κύπρου, κεφάλαιο Λατινοκρατία, αλλά και επόμενα κεφάλαια).

 

Στο μεταξύ, κατά τις περιόδους της Φραγκοκρατίας και της Βενετοκρατίας λειτούργησαν στην Κύπρο τέσσερις Λατινικές επισκοπικές έδρες εκ των οποίων πρώτη ήταν η Λατινική (αρχι)επισκοπή Λευκωσίας (οι υπόλοιπες ήσαν οι επισκοπές Αμμοχώστου, Λεμεσού και Πάφου). Για τη Λατινική Εκκλησία στην Κύπρο βλέπε λεπτομερώς στο λήμμα Φραγκοκρατία.

 

Μετά την κατάκτηση της Κύπρου από τους Τούρκους το 1570-71 και τον τερματισμό από τους νέους κατακτητές του βίου της Λατινικής Εκκλησίας στο νησί, η Ορθόδοξη Εκκλησία του ανασυγκροτήθηκε. Έκτοτε η Λευκωσία είναι έδρα του εκάστοτε αρχιεπισκόπου Κύπρου, του οποίου η εκκλησιαστική περιφέρεια περιλαμβάνει μεγάλο τμήμα της επαρχίας Λευκωσίας, όπως και της επαρχίας Αμμοχώστου περιλαμβανομένης της Καρπασίας.