Λουβαράς

Image

Αμιγές ελληνικό χωριό της επαρχίας Λεμεσού, στη γεωγραφική περιφέρεια της Πιτσιλιάς, περί τα 27 χιλιόμετρα βόρεια της πόλης της Λεμεσού.

 

Ο Λουβαράς είναι κτισμένος σε μέσο υψόμετρο 690 μέτρων. Τοποθετημένος πάνω σε ήπιους κυματισμούς του εδάφους, περιτριγυρίζεται από ψηλούς κωνικούς ηφαιστειογενείς λόφους. Στα νοτιοανατολικά του οικισμού το υψόμετρο φθάνει τα 1.001 μέτρα (κορφή Έλωρος). Ολόκληρη η έκταση του Λουβαρά είναι μια εναλλαγή δροσερών ρεματιών, ήρεμων βουνοπλαγιών και βαθιών φαραγγιών. Εξάλλου το τοπίο του είναι διαμελισμένο στα ανατολικά από τους μικρούς παραπόταμους του ποταμού της Γερμασόγειας και στα δυτικά από κάποιο παραπόταμο του ποταμού Γαρύλλη.

 

Από γεωλογικής απόψεως, στη διοικητική έκταση του χωριού κυριαρχούν τα ηφαιστειογενή πετρώματα (λάβες, διαβάσες, γάββροι, σερπεντινίτες και πλαγιογρανίτες), πάνω στα οποία αναπτύχθηκαν πυριτιούχα εδάφη και φαιοχώματα.

 

Ο Λουβαράς δέχεται μια μέση ετήσια βροχόπτωση περί τα 630 χιλιοστόμετρα. Στην περιοχή του καλλιεργούνται κυρίως τα αμπέλια (οινοποιήσιμες ποικιλίες), τα εσπεριδοειδή, διάφορα φρουτόδεντρα (μηλιές, ροδακινιές, δαμασκηνιές, ροδιές, συκιές, χρυσομηλιές και αχλαδιές), λίγα όσπρια (λουβιά και φασόλια), οι ελιές, οι χαρουπιές, τα λαχανικά και λίγα νομευτικό φυτά. Η κυριότερη ωστόσο καλλιέργεια είναι τα αμπέλια, που καλλιεργούνται στις ρεματιές και τις ήπιες βουνοπλαγιές. Το χωριό ζει από το ντόπιο μαύρο σταφύλι και το ξυνιστέρι, δυο ποικιλίες σταφυλιών από τις οποίες κατασκευάζεται η κουμανταρία. Ο Λουβαράς είναι γνωστός από τα παλαιά χρόνια για την εξαίρετη ποιότητα της κουμανταρίας του. Εξάλλου η φυσική βλάστηση του χωριού είναι πλούσια. Δίπλα στ’ αμπέλια και τις άλλες φυτείες, φυτρώνουν πεύκα, λατζ΄ιές, τρεμιθιές, ξισταρκές, κουμαρκές, μυρτιές, λεβάντες και δεντρολίβανο. Μεγάλο μέρος της διοικητικής έκτασης του χωριού, στα νότια, καταλαμβάνεται από το κρατικό δάσος της Λεμεσού.

 

Η κτηνοτροφία είναι περιορισμένη.

 

Ο Λουβαράς περιλαμβάνεται στο Σχέδιο Ενιαίας Αγροτικής Αναπτύξεως Πιτσιλιάς και έχει ωφεληθεί απ’ αυτό με τη βελτίωση αγροτικών δρόμων, την κατασκευή εγγειοβελτιωτικών έργων, και την ανόρυξη δυο βαθειών γεωτρήσεων για την άρδευση 38 περίπου σκαλών γης. Εξάλλου στο χωριό εφαρμόστηκε σχέδιο αναδασμού σε μια έκταση γης 33,5 εκταρίων, το οποίο ολοκληρώθηκε το 1983.

 

Από συγκοινωνιακής απόψεως, ο Λουβαράς συνδέεται με ασφαλτόστρωτο δρόμο στα βορειοδυτικά με το Καλό Χωριό (περί τα 3 χμ.). Συνδέεται επίσης με σκυρόστρωτους δρόμους στα νότια με το χωριό Φασούλα (περί τα 10 χμ.), στα νοτιοδυτικά με το χωριό Αψιού (περί τα 6 χμ.), και στα νοτιοανατολικά με τη μεσαιωνική εκκλησία της Παναγίας της Κυράς (περί τα 2,5 χμ.) που βρίσκεται μέσα στη διοικητική του έκταση.

 

Το χωριό γνώρισε πληθυσμιακές αυξομειώσεις. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 126
1891 131
1901 115
1911 146
1921 178
1931 169
1946 283
1960 328
1973 384
1976 365
1982 344
1992 346
2001 380

  

Ο Λουβαράς διατηρεί, σε μεγάλο βαθμό, την παραδοσιακή λαϊκή αρχιτεκτονική του με τα στενά μαιανδρικά σοκάκια, τα σπίτια κτισμένα με τοπικό πέτρωμα, τους αυλόγυρους με τις κληματαριές, τα ξύλινα μπαλκόνια, τα γραφικά ανώγια και τα κόκκινα πιθάρια στις αυλές των σπιτιών.

 

Το χωριό υφίστατο με την ίδια ονομασία κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας. Σε παλαιούς χάρτες βρίσκεται σημειωμένο ως Legora. Φαίνεται όμως ότι είναι ίσως παλαιότερο της περιόδου αυτής, ιδρυμένο κατά τα Βυζαντινά χρόνια, όπως υποδηλώνει η ονομασία του. Σύμφωνα προς την επικρατέστερη άποψη, η ονομασία του χωριού έχει βυζαντινή προέλευση, από το βυζαντινό λογαράς (ο), που ήταν αυτοκρατορικός αξιωματούχος, ταμίας των ανακτόρων, αυτός που φύλαγε το λογάριν (=χρήμα). Κυπριακή οικογένεια έφερε το επίθετο Λογαράς (βλέπε λήμματα Λοαράς ή Λογαράς επίσκοπος και Λογαράς Θεοφάνης) κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας, δεν είναι όμως γνωστό εάν παλαιότερα μέλη της οικογένειας αυτής σχετίζονταν με το χωριό. Είναι όμως πιθανό το χωριό να σχετιζόταν με οποιονδήποτε άλλο ευγενή κατά τη Βυζαντινή περίοδο, αφού το επίθετο Λογαράς σήμαινε και τον κάθε πλούσιο (που είχε πολύ λογάριν).

 

Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας το χωριό ήταν ένα από εκείνα που ανήκαν στη Μεγάλη Κομμανταρΐα* των Ιωαννιτών* ιπποτών που είχε έδρα της το χωριό Κολόσσι κοντά στη Λεμεσό. Από τότε χρονολογείται η παραγωγή, στον Λουβαρά, της περίφημης κουμανταρίας*, του γλυκού κόκκινου κυπριακού κρασιού.

 

Στον κατάλογο των χωριών που ανήκαν στους Ιωαννίτες ιππότες αναγράφεται και η Madonna de Logara (ή και Nostra Donna de Legora). Πρόκειται για οικισμό που πιθανότατα υφίστατο κοντά στον Λουβαρά, στην περιοχή περί τα 2,5 χμ. νοτιότερα, όπου βρίσκεται η εκκλησία της Παναγίας Κυράς (το επίθετο Κυρά αποτελεί ελληνική απόδοση του Donna).

 

Στον Λουβαρά υπάρχει παλαιά εκκλησία αφιερωμένη στον άγιο Μάμα. Σύμφωνα προς επιγραφή, η μικρή αυτή εκκλησία ιδρύθηκε το 1454 από τον αρχιερέα Κωνσταντίνο.

 

Αναφέρεται επίσης ότι οι τοιχογραφίες του ναού έγιναν με δαπάνη του Ιωάννη Κρομίδη και του Γεωργίου Πελεκάνου, το 1495. Πάνω από τη δυτική θύρα είχαν ζωγραφιστεί οι δωρητές αυτοί μαζί με τις συζύγους τους. Ενδιαφέρον είναι και το εικονοστάσιο του ναού (βλέπε περισσότερα στο λήμμα Μάμα Αγίου εκκλησίες). Επίσης, η εκκλησία του Ιωάννη του Προδρόμου, που κτίστηκε το 1863, περικλείει εικόνες του 17ου και 18ου αιώνα από παλαιότερο, κατά τον Gunnis, ναό.

 

Ο ιστορικός Φλώριος Βουστρώνιος (16ος αιώνας) μνημονεύει τον Λουβαρά (γράφοντας: Logara), αλλά αναφέρεται και «στα κτήματα γύρω από τον Λουβαρά», που φαίνεται να ήσαν αγροκτήματα με μικρούς πρόχειρους οικισμούς αγροτών/καλλιεργητών, ως ιδιοκτησίες του Τάγματος των Ναϊτών και μετά τη διάλυση του Τάγματος αυτού, το 1313, ιδιοκτησίες του τάγματος των Ιωαννιτών ιπποτών.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image