Λουτρά

Image

Λουτρό ονομάζεται ειδικά κατασκευασμένος και κατάλληλα εφοδιασμένος χώρος, που χρησιμοποιείται για το λούσιμο του σώματος. Πολλές φορές χρησιμοποιείται και για θεραπευτικούς σκοπούς.

 

Η χρησιμοποίηση λουτρών από τους ανθρώπους ήταν ευρύτατη από τα αρχαία χρόνια. Σήμερα το κάθε σπίτι είναι εφοδιασμένο και με δωμάτιο λουτρού. Παλαιότερα βρίσκονταν σε χρήση δημόσια λουτρά, που ήσαν μεγάλα οικοδομικά κατασκευάσματα, ενώ ιδιωτικά λουτρά υπήρχαν μόνο σε αρχοντικά σπίτια. Στην Κύπρο, μέχρι και πριν από μερικές δεκαετίες, πολλοί λούζονταν στο ύπαιθρο ή στην αυλή τους, ενώ χρησιμοποιούσαν, πολλές φορές, ως χώρο λουσίματος ένα απλό δωματιάκι, το αποχωρητήριο, την κουζίνα, ή ακόμη ένα μεγάλο πιθάρι.

 

Περιηγητές του 19ου αιώνα αναφέρουν ότι υπήρχαν στην πρωτεύουσα Λευκωσία πολλά δημόσια αλλά και ιδιωτικά λουτρά. Ο αρχιδούκας της Αυστρίας Λουδοβίκος Σαλβαδόρ, που επισκέφθηκε τη Λευκωσία το 1873 κι έγραψε σε βιβλίο τις εντυπώσεις του, σε μια ζωντανή περιγραφή της πόλης και των κατοίκων της, αναφέρει ότι υπήρχαν τότε σ’ αυτήν 8 λουτρά εκ των οποίων 2 ανήκαν στο δημόσιο. Την πληροφορία αυτή επιβεβαιώνει και ο Αυστριακός Waldheim.

 

Τα λουτρά κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας είχαν ευρεία χρήση τόσο από τους Τούρκους όσο και από τους Έλληνες και η επίσκεψη σ’ αυτά αποτελούσε σημαντικό στοιχείο της κοινωνικής ζωής της εποχής.

 

Τα δημόσια λουτρά της πρωτεύουσας ήσαν το λουτρό Ομεριέ (γνωστό ως Εμερκές) και το Μεγάλο Λουτρό (Büyük Hamam) που πιο πριν ήταν λατινική εκκλησία αφιερωμένη στον άγιο Γεώργιο (Άγιος Γεώργιος των Λατίνων — St. George de Latin).

 

To λουτρό Ομεριέ κτίστηκε σαν δωρεά του Λαλά Μουσταφά πασά προς την πόλη, μετά την κατάκτηση της Κύπρου το 1570-71. Βρίσκεται κοντά στο ομώνυμο τέμενος και εξακολουθεί να λειτουργεί και σήμερα. Κατά πάσαν πιθανότητα έχει ενσωματωθεί σ’ αυτό παλαιότερη οικοδομή. Η είσοδός του, στα νότια, οδηγεί μέσα από μικρή αυλή στην αίθουσα υποδοχής (κρύο), καλυμμένη με θόλο, με οκτάγωνη δεξαμενή στο κέντρο και με ντιβάνια γύρω στους τοίχους. Ακολουθούν δυο δωμάτια μέτριας θερμοκρασίας, με βοηθητικούς χώρους υγιεινής, και τέλος βρίσκεται το θερμό θολωτό δωμάτιο με πεζούλα στο κέντρο και με μικρότερες θολωτές επεκτάσεις στις γωνιές καθώς και πλάγιες εσοχές. Μεγάλη δεξαμενή ζεστού νερού βρίσκεται πίσω από το τελευταίο δωμάτιο, κοντά και πάνω από το υπόκαυστο.

 

Το Μεγάλο Λουτρό (Büyük Hamam) βρίσκεται στην τούρκικη συνοικία της Λευκωσίας, μεταξύ Αγίας Σοφίας και Σεραΐου. Η είσοδός του, στη βόρεια πλευρά, αποτελείται από γοτθικό θύρωμα του 15ου αιώνα που εντοιχίστηκε σε νεότερο τοίχο όπου κτίστηκε γι’ αυτό τον σκοπό και βρίσκεται χαμηλότερα από το επίπεδο του σημερινού δρόμου κατά 2 μέτρα. Ο Σαλβαδόρ περιγράφει την αίθουσα υποδοχής με ξύλινη στέγη που στηρίζουν δυο οξυκόρυφα τόξα, με ντιβάνια κατά μήκος των τοίχων και οκτάγωνη δεξαμενή στο κέντρο. Μετά την αίθουσα υποδοχής υπάρχουν δυο μικρότερα δωμάτια προετοιμασίας με τέσσερις εσοχές και στη συνέχεια βρίσκεται το θολωτό θερμό με εσοχές και πέτρινο πάγκο στο κέντρο. Επεκτείνεται δε με δυο πλάγια μικρά δωμάτια και ξεχωρίζει με τα γυαλιά σε σχήμα καμπάνας στον θόλο.

 

Από τα δημόσια λουτρά της πρωτεύουσας που ανήκαν σε ιδιώτες, ο Σαλβαδόρ αναφέρει το Εμίρ Χαμάμ (Emir Hamam) με δυο οξυκόρυφα τόξα και ξύλινη στέγη στο δωμάτιο υποδοχής και δυο συνεχόμενα δωμάτια. Επίσης το Γενί Χαμάμ (Yeni Hamam) κοντά στο ομώνυμο τέμενος, του οποίου ιδιοκτήτης τότε ήταν ένας πρώην κατάδικος από τον Χάνδακα (Κρήτη). Στο τελευταίο αυτό, υπήρχαν στην αίθουσα υποδοχής τέσσερα χαμηλά γοτθικά τόξα και στο κέντρο βρισκόταν οκτάγωνη δεξαμενή, ενώ τα ντιβάνια ήταν περιμετρικά τοποθετημένα. Το λουτρό αυτό περιελάμβανε, εκτός από το καθιερωμένο θερμό δωμάτιο, κι ένα δεύτερο θερμό προορισμένο για τους εκλεκτούς επισκέπτες και τους /τις μελλονύμφους.

 

Άλλα γνωστά δημόσια λουτρά της περιόδου της Τουρκοκρατίας είναι το Καφφέρ Χαμάμ (Caffer Hamam) στην Αμμόχωστο, του 16ου αιώνα, το Τζ΄ετίτ Χαμάμ (Gedit Hamam) στη Λεμεσό, που διατηρείται και λειτουργεί μέχρι σήμερα, και το Εμπουμπεκίρ Χαμάμ (Ebubekir Hamam) στην Πάφο, με πρόσθετους βοηθητικούς χώρους στα νότια που προορίζονταν πιθανώς για εκλεκτούς επισκέπτες˙ του λουτρού αυτού η μεγάλη αίθουσα υποδοχής καλύπτεται με τρούλλο και φωτίζεται με φωταγωγό που βρίσκεται στο κέντρο του. Ακολουθούν δυο δωμάτια μέτριας θερμοκρασίας, που δεν επικοινωνούν μεταξύ τους, και το θερμό δωμάτιο, σχήματος ορθογωνίου με θόλο στο κεντρικό τμήμα και καμάρες στις πλευρές. Τέσσερα σκαλοπάτια οδηγούν σε υψηλότερα τοποθετημένο χώρο με δεξαμενή ζεστού νερού. Διατηρείται σε καλή κατάσταση, αν και δεν χρησιμοποιείται σήμερα.

 

Καθώς δεν υπήρχαν δίδυμα λουτρά με χωριστούς χώρους για άνδρες και γυναίκες, οι επισκέψεις σ’ αυτά καθορίζονταν με ειδικά ωράρια ή και ειδικές ημέρες. Χωριστές ήσαν και οι μέρες επισκέψεως και χρήσεως των λουτρών για Τούρκους και Έλληνες, ενώ στις γυναίκες δεν επιτρεπόταν να λούζονται τις Κυριακές και τις Παρασκευές. Ακόμη, μπορούσε κάποιος να προκρατεί το λουτρό για αποκλειστική χρήση από τον ίδιο ή και την οικογένειά του.

 

Η γενική διαρρύθμιση των τούρκικων λουτρών ακολουθούσε τη γνωστή διαδοχή δωματίων με καθορισμένη χρήση, όπως τη συναντούμε στις ρωμαϊκές θέρμες και, αργότερα, στα βυζαντινά λουτρά: Αρχικά το δωμάτιο υποδοχής ή κρύο, άλλοτε με θόλο και άλλοτε με ξύλινη στέγη που στηρίζεται σε οξυκόρυφα τόξα, με δεξαμενή κρύου νερού στο κέντρο και ντιβάνια κατά μήκος των τοίχων· στην αίθουσα αυτή οι επισκέπτες ξεντύνονταν και ετοιμάζονταν για το λούσιμο. Ακολουθούσε το μέτριας θερμοκρασίας δωμάτιο που ήταν ταυτόχρονα και χώρος ξυρίσματος και προετοιμασίας. Τέλος, οι επισκέπτες εισέρχονταν στο θερμό δωμάτιο, με τρούλλο πάνω σε οκτάγωνη, συνήθως, βάση˙ το δωμάτιο αυτό είχε πέτρινη ή μαρμάρινη μεγάλη πεζούλα στο κέντρο και επεκτεινόταν σε μικρότερα πλαϊνά δωμάτια με λεκάνες νερού. Στο θερμό δωμάτιο οι επισκέπτες κάθονταν και ίδρωναν και στη συνέχεια λούζονταν με άφθονο νερό˙ ο χώρος ζεσταινόταν με φωτιά που άναβε στο υπόκαυστον που βρισκόταν πίσω από το τελευταίο αυτό δωμάτιο και σε χαμηλότερο επίπεδο. Το ζεστό νερό και ο ατμός διοχετεύονταν με σύστημα διασωληνώσεων και μέσω κενού χώρου κάτω από το δάπεδο. Μετά το ίδρωμα και το λούσιμο, ο επισκέπτης αναχωρούσε ακολουθώντας αντίθετα τη σειρά των δωματίων και οπωσδήποτε δεν έβγαινε έξω κατ’ ευθείαν από τον ζεστό χώρο του θερμού δωματίου χωρίς ν’ ακολουθήσει τα δυο ενδιάμεσα στάδια, της μέτριας και της κρύας θερμοκρασίας δωμάτια. Επίσης, για το λούσιμο και τρίψιμο στο λουτρό, ο επισκέπτης εξυπηρετείτο από τον λουτράρηττερλάκκην).

 

Εκτός από τα δημόσιας χρήσεως λουτρά, υπήρχαν και τα ιδιωτικά στις αυλές των αρχοντικών μεγάρων, που χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά από την οικογένεια. Ένα τέτοιο λουτρό βρίσκεται στην αυλή του αρχοντικού του Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου στη Λευκωσία. Σώζεται σε πολύ καλή κατάσταση και εχρησιμοποιείτο μέχρι και τις αρχές του 20ού αιώνα. Η γενική διάταξή του αποτελεί μικρογραφία τυπικού λουτρού με ντιβάνια στο κρύο δωμάτιο που ακολουθείται από το μέτριας θερμοκρασίας δωμάτιο και, τέλος, από το θερμό που είναι καλυμμένο με τρούλλο. Το υπόκαυστο βρίσκεται κάτω από τον δυτικό τοίχο του τελευταίου δωματίου, στην αυλή. Λεκάνη ζεστού νερού βρίσκεται πάνω από το υπόκαυστο, σε κόγχη μέσα στον ίδιο τοίχο.

 

Από τα φράγκικα λουτρά της μεσαιωνικής Κύπρου σώζονται δύο στην Κάτω Πάφο, που δεν έχουν ακόμη ανασκαφεί, αποκαλυφθεί και καθαριστεί πλήρως. Φαίνεται όμως ότι δεν διαφέρουν σημαντικά — όπως και τα τούρκικα λουτρά — από τα παλαιότερά τους βυζαντινά. Τα τελευταία μας είναι περισσότερο γνωστά από πληροφορίες και περιγραφές ιστορικών και χρονογράφων της εποχής που αναφέρονται τόσο σε δημόσια όσο και σε μοναστηριακά λουτρά. Βυζαντινά λουτρά σώζονται, ερειπωμένα, μόνο σε μερικά μοναστήρια στον ελλαδικό χώρο. Στην Κύπρο είχαν εντοπισθεί υπολείμματα λουτρού στο μοναστήρι της Παναγίας Αψινθιώτισσας, της Μέσης Βυζαντινής περιόδου(βρίσκεται στο κατεχόμενο από τους Τούρκους εισβολείς τμήμα της Κύπρου).

 

Αντιπροσωπευτικό, ωστόσο, δείγμα λουτρών των Πρωτοβυζαντινών χρόνων, είναι τα κατάλοιπα του συγκροτήματος των λουτρών στην οικία του Ευστολίου στο Κούριον (5ος μ.Χ. αιώνας). Βλέπε γι’ αυτά στο λήμμα Κούριον (κεφ. α΄, ο αρχαιολογικός χώρος). Αρχαία κατάλοιπα λουτρών υπάρχουν και στον ναό του Απόλλωνος Υλάτου, στην περιοχή του Κουρίου επίσης.

 

Οι γραπτές πηγές μαρτυρούν την ευρεία χρήση δημοσίων λουτρών από τους Βυζαντινούς και αναφέρουν την ύπαρξή τους σε κάθε πόλη. Η ανέγερσή τους περιλαμβανόταν ανάμεσα στα σημαντικά έργα της πολιτείας. Τον μεγάλο ρόλο που διαδραμάτιζαν στην καθημερινή ζωή φανερώνει και το γεγονός ότι ο Θεοδόσιος Α΄, μετά την επανάσταση του 387 μ.Χ., ως μέτρο τιμωρίας είχε διατάξει να κλείσουν τα γνωστά για την πολυτέλειά τους λουτρά της Αντιόχειας. Τη συχνή χρήση των λουτρών επικρίνουν όμως μερικά κείμενα, ενώ λιγότερο συχνή ήταν η χρησιμοποίησή τους από τους μοναχούς, εκτός εάν συνέτρεχαν λόγοι υγείας˙ εξάλλου μερικά τυπικά μοναστηριών τα απαγόρευαν τελείως.

 

Υπάρχουν τρεις ομάδες λουτρών κατά τη Βυζαντινή εποχή: Τα δημόσια, τα ιδιωτικά και τα μοναστηριακά. Τα πρώτα κτίζονταν από τον αυτοκράτορα ή με δωρεές πλουσίων πολιτών ή ιεραρχών, βρίσκονταν σε κεντρικά σημεία των πόλεων και έφεραν συνήθως το όνομα του ιδρυτή τους˙ τα εγκαίνιά τους γίνονταν με μεγάλη λαμπρότητα. Τα ιδιωτικά λουτρά βρίσκονταν προσκτισμένα στα αρχοντικά ή και ανεξάρτητα στις αυλές των αρχοντικών και υπογράμμιζαν την οικονομική ευμάρεια του ιδιοκτήτη. Στην ίδια αυτή ομάδα κατατάσσονταν και τα λουτρά στους ξενώνες, για χρήση τους από τους ενοίκους. Τα μοναστηριακά λουτρά, τέλος, ήταν είτε ανεξάρτητα κτίρια είτε ενσωματωμένα στα μοναστηριακά κτίρια και χρησιμοποιούνταν από τους μοναχούς και άλλους, όπως ασθενείς που φιλοξενούνταν στα μοναστήρια. Την ανέγερση και τη χρήση γενικά των λουτρών καθόριζαν ειδικοί κανονισμοί.

 

Όσον αφορά την αρχιτεκτονική μορφή και διάταξη καθώς και τη λειτουργία τους, τα βυζαντινά λουτρά — γνωστά σαν λού(σ)ματα ή λοετρά, βαλανεία ή βαλνιάρια και θέρμαι ή θερμία — ήταν αντιγραφή των ρωμαϊκών μικρών θερμών, που τα κύρια στοιχεία τους επέζησαν στα μεταγενέστερα φράγκικα και τούρκικα λουτρά. Τα τελευταία, είτε ήσαν βυζαντινά που κατασχέθηκαν, είτε νεότερά τους που κτίστηκαν κατά τα βυζαντινά πρότυπα. Κατά τα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας, μάλιστα, κτίζονταν από Βυζαντινούς αρχιτέκτονες. Αναφέρονται στις γραπτές πηγές τρία διαμερίσματα ή οίκοι του λουτρού: ο πρώτος, ο μέσος και ο τρίτος οίκος. Οι ίδιοι χώροι κατά τον Μεσαίωνα αποκαλούνταν ψυχρολούσιον, χλιαροψύχριον και ζεστόν ή θερμόν. Ο τρίτος οίκος λεγόταν επίσης εσώτατος ή ενδότερος θόλος στα αγιολογικά κείμενα. Οι ονομασίες των τριών αυτών οίκων αντιστοιχούν προς τους ρωμαϊκούς όρους frigidarium, tepidarium και caldarium. Στα περισσότερα δημόσια ρωμαϊκά λουτρά, όπως λ.χ. στο σύμπλεγμα των ρωμαϊκών λουτρών της αρχαίας Σαλαμίνος, που εχρησιμοποιείτο και κατά την Πρωτοβυζαντινή εποχή, υπήρχε επιπρόσθετο διαμέρισμα, το sudatorium στο οποίο δεν βρίσκονταν λεκάνες με νερό˙ οι λουόμενοι απολάμβαναν εδώ το ατμόλουτρο, όρθιοι ή καθισμένοι στο ψηφιδωτό δάπεδο (για τα λουτρά της Σαλαμίνος βλέπε στο λήμμα Σαλαμίς, κεφ. α΄, ο αρχαιολογικός χώρος). Στα λουτρά αυτά υπήρχαν δεξαμενές ζεστού ή κρύου νερού (κολυμβήθρα ή κόλυμβος) όπου εισέρχονταν οι λουόμενοι. Ο ζεστός χώρος ήταν συνήθως θολωτός, με ένα ή περισσότερους τρούλλους, και ήταν προσκτισμένα σ’ αυτόν τα παράπτερα, πλάγια δηλαδή διαμερίσματα με αποδυτήρια και αποχωρητήρια. Από τις γραπτές περιγραφές βυζαντινών λουτρών, φαίνεται ότι σε ορισμένα υπήρχε και όροφος για ανάπαυση, όπου σερβίρονταν τονωτικά ποτά. Το εσωτερικό των λουτρών διακοσμείτο με ορθομαρμάρωση, ψηφιδωτά και καθρέπτες. Η είσοδος ήταν βαρειά, ξύλινη — κάποτε από πολύτιμο ξύλο — ενώ οι εσωτερικές πόρτες είχαν παραπετάσματα.

 

Όπως και κατά τα τέλη των Ρωμαϊκών αυτοκρατορικών χρόνων, υπήρχαν και στα Βυζαντινά χρόνια δίδυμα λουτρά στις πόλεις με χωριστά διαμερίσματα για άνδρες και γυναίκες. Εκεί όμως που δεν υπήρχαν, καθορίζονταν ειδικές μέρες και ώρες επισκέψεων για τις γυναίκες, κάτι που ίσχυε και κατά την Τουρκοκρατία.

 

Απαραίτητος στα λουτρά ήταν χάλκινος λέβητας μέσα στον οποίο ζεσταινόταν το νερό, όπως και λίθινος λουτήρας με ζεστό νερό. Στο πάτωμα τοποθετούνταν ψάθες ή σανίδες και σκαμνιά για να κάθονται οι λουόμενοι. Εκτός από τους κάδους, όλα τα λουτρικά (σκεύη, ρούχα λουτρού κλπ.) τα προσκόμιζαν οι ίδιοι οι λουόμενοι˙ τα σκεύη ήσαν χάλκινα ή αργυρά ή και χρυσά και αποτελούσαν απαραίτητο μέρος της προίκας της γυναίκας.

 

Τα λουτρά ήσαν υπόκαυστα. Ήδη κατά τα Ρωμαϊκά χρόνια ο τύπος αυτός των λουτρών, πάνω σε υπόκαυστο, είχε τελειοποιηθεί με σύστημα σωλήνων που διοχέτευαν τη θερμότητα στα διάφορα διαμερίσματα. Το σύστημα αυτό διατηρήθηκε μέχρι και την Τουρκοκρατία.

 

Εντοιχισμένες ορθογώνιες σωλήνες διένεμαν τον θερμό αέρα στους διάφορους χώρους. Ως ενέργεια χρησιμοποιούνταν ξύλα ή ξυλάνθρακες, ακόμη και «μηδικόν πυρ», δηλαδή πετρέλαιο. Τα έξοδα θέρμανσης στα δημόσια λουτρά επιβάρυναν την πολιτεία.

 

Τα λουτρά φωτίζονταν με παράθυρα και θυρίδες όχι πάντοτε ικανοποιητικά. Για επιπρόσθετο φωτισμό αλλά και κατά τις νυκτερινές ώρες, χρησιμοποιούνταν καντήλια με λάδι (στα τούρκικα λουτρά αντί θυρίδων για τον φωτισμό, καθιερώθηκαν γυάλινα «μάτια» σε όλη την επιφάνεια των τρούλλων).

 

Α. ΦΛΩΡΙΔΟΥ

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image