Λυσσαρίδης Βάσος

Ο ιδρυτής του Σοσιαλιστικού Κόμματος ΕΔΕΚ

Image

Γιατρός, πολιτικός, ιδρυτής και αρχηγός του Σοσιαλιστικού Κόμματος ΕΔΕΚ, πρώην βουλευτής και πρώην πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων. Παντρεύτηκε και έζησε μέχρι το τέλος της ζωής της (3 Μαρτίου 2019) με τη Βαρβάρα Λυσσαρίδη
 
Ο Βάσος Λυσσαρίδης γεννήθηκε στις 13 Μαίου 1920 στο χωριό Λεύκαρα και πέθανε στη Λευκωσία τη Δευτέρα 26 Απριλίου 2021. Ήταν γιος του Μιχάλη Λυσσαρίδη (1884-1970) και της Ελένης Βυζάκα (1888-1979). Ήταν το πέμπτο παιδί των γονιών του από έξι παιδιά που απέκτησαν. 

Προς τιμή του η γενέτειρα του Λεύκαρα έδωσε το όνομα του στην κεντρική πλατεία του χωριού σε εκδήλωση τιμής που πραγματοποιήθηκε στις 23 Φεβρουαρίου 2023.

 

Σπουδές  

Φοίτησε για δυο χρόνια στην Ανωτέρα Σχολή Λευκάρων και συνέχισε στο Παγκύπριο Γυμνάσιο, από όπου αποφοίτησε το 1937, στο πρώτο έτος της γυμνασιαρχίας Κωνσταντίνου Σπυριδάκι, στα πέτρινα χρόνια της Παλμεροκρατίας.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η πρώτη πολιτική επιρροή ήταν τα κηρύγματα του Μητροπολίτη Νικόδημου Μυλωνά και τα Οκτωβριανά του 1931, ενώ στο Παγκύπριο Γυμνάσιο μαζί με την προσδοκία της Ελλάδας και της Ένωσης διάβαζε το απαγορευμένο «Αλφαβητάρι του Κομμουνισμού» του Nikolai Bukharin.

Πρώτευσε στην τάξη του, από τους 59 αποφοίτους, και πήρε τα βραβεία «Γώγειον» και «Πούλλειον» και το μετάλλιο της εν Αιγύπτω Κυπριακής Αδελφότητος. Η «τάξη των αποφοίτων του 1937», δωδεκάχρονων παιδιών στην Οκτωβριανή εξέγερση του 1931, περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, τους Ανδρέα Ζιαρτίδη και Γλαύκο Κληρίδη (δεν αποφοίτησαν), Θεόδωρο Παπαδόπουλλο, Γεώργιο Τομπάζο και Ανδρέα Φάντη. Την προηγούμενη χρονιά είχε αποφοιτήσει ο Μακάριος Κυκκώτης. Ο Βάσος Λυσσαρίδης από τους καθηγητές του μνημονεύει τον φιλόλογο Χριστόδουλο Παπαχρυσοστόμου, που τον μύησε αργότερα στην ΕΟΚΑ

 

Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Κατά την περίοδο των σπουδών του υπήρξε στέλεχος διαφόρων οργανώσεων, όπως πρόεδρος της Πανσπουδαστικής Επιτροπής Κυπριακού Αγώνος, πρόεδρος της Ενώσεως Κυπρίων Φοιτητών, γραμματέας της Συντονιστικής Επιτροπής Κυπριακών Σωματείων κ.α. Η ανάμειξή του σε συνδικαλιστικά, κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα ήταν συνεχής από νεαρή ηλικία. Υπήρξε πρόεδρος του Μετώπου Ειρήνης, μέλος του συμβουλίου του Παγκυπρίου Κινήματος Ειρήνης και μέλος άλλων οργανώσεων.

 

 

Βλέπε βίντεο: Ο Αλέξης Τσίπρας για το Βάσο Λυσσαρίδη

 

Πολιτική

 

Οι πρώτες του πολιτικές αναμνήσεις, όπως αναφέρει ο ίδιος στο βιβλίο της Μάρως Αδαμίδου, «Βάσος Λυσσαρίδης. Εκ βαθέων. Απολογισμός ζωής και αγώνων» (Λευκωσία: Ίδρυμα Λυσσαρίδη, 2018) ήταν οι βουλευτικές εκλογές του 1925 στο διαμέρισμα Λευκάρων, όταν ο πατέρας του υποστήριξε τον μητροπολίτη Νικόδημο Μυλωνά και όχι τον Λευκαρίτη ανθυποψήφιό του, που φήφισαν οι περισσότεροι συγχωριανοί τους. Ο Λυσσαρίδης επηρεάστηκε από τα πολιτικά και εθνικά κηρύγματα του μητροπολίτη Κιτίου, και από την ανάγνωση στα νεανικά του χρόνια της εφημερίδας «Ισότης», δημοσιογραφικού του οργάνου.

 

Γνωρίστηκε με τον Ολλανδό Jan den Tex (1899-1984), ελληνομαθή νομικό και ιστορικό, με σημαντικό συγγραφικό έργο στο δεύτερο μισό της ζωής του, γόνο πλούσιας οικογένειας, που ζούσε στην Αθήνα από το 1933 ως ερασιτέχνης αρχαιολόγος και το 1937 είχε επισκεφθεί την Κύπρο. O Σπυριδάκις ανέθεσε στον τελειόφοιτο μαθητή του να ξεναγήσει τον Ντεν Τεξ στη Λευκωσία και αυτό στάθηκε η απαρχή μιας μεγάλης φιλίας, που κατέληξε στην προσφορά υποτροφίας στον Λυσσαρίδη. Αντί, όμως, για σπουδές στη φιλοσοφία, όπως ήταν τα προσωπικά του σχέδια και όνειρα, η οικογένειά του τον έπεισε να σπουδάσει γιατρός. Έτσι βρέθηκε στην Αθήνα, και στην Ιατρική Σχολή, στα χρόνια της μεταξικής δικτατορίας. Στα χρόνια του πολέμου επέστρεψε στην Κύπρο και αναμείχθηκε στο συντεχνιακό κίνημα. Γύρισε στην Αθήνα και στις σπουδές του το 1945 και πήρε το πτυχίο του τον Ιούνιο του 1949. Ήταν ανάμεσα στους πρωταγωνιστές της μεταπολεμικής ανακίνησης του Κυπριακού στην Ελλάδα, δραστήριο μέλος της εθνικοτοπικής ΕΑΜ Κύπρου, της Πανσπουδαστικής Επιτροπής Κυπριακού Αγώνα και της Συντονιστικής Επιτροπής Κυπριακών Σωματείων. Ανέλαβαν την οργάνωση της υποδοχής της «Κυπριακής Πρεσβείας» στον Πειραιά και της διαμονής της στην Αθήνα στις δύο διελεύσεις της (Νοέμβριος – Δεκέμβριος 1946 και Μάρτιος 1947).

 

ΑΚΕΛ

Ο Βάσος Λυσσαρίδης υπήρξε μέλος του ΑΚΕΛ. Διαγράφηκε από την 2ης Ολομέλειας της Κεντρικής Επιτροπής του ΑΚΕΛ που έγινε στις 10, 11 και 12 Αυγούστου 1952 ως φραξιονιστής. Μαζί με τον Πλουτή Σέρβα, το Γιώργο Κακογιάννη και το Χριστοφή Νούση κατηγορήθηκαν ότι  "είχαν σαν στόχο να διασπάσουν την ενότητα του κόμματος και να αλλάξουν τη γραμμή της Ένωσης, επαναφέροντας τη γραμμή της αυτοκυβέρνησης, η οποία χαρακτηρίζεται ως συμβιβαστική".

 

Ο Λυσσαρίδης ειδικότερα κατηγορήθηκε ότι συκοφάντησε την ηγεσία του κόμματος σε στελέχη του Κ.Κ.Ε. και κατηγόρησε τον Εζεκία Παπαϊωάννου ως "πράκτορα" τον Άγγλων. Ο Λυσσαρίδης κατηγορήθηκε επίσης σε μακροσκελές άρθρο στην εφημερίδα Δημοκράτης του Κόμματος " ως συντονιστής της αντικομματικής φράξιας στην Αθήνα μετά το τέλος του πολέμου και παρόλο που «αυτοπλασάρεται» εκεί σαν «δραστήριος αριστερός", δεν έχει τη παραμικρή ενόχληση από το μοναρχοφασισμό».

 

ΕΟΚΑ 

Στη συνέχεια πάντως, ο Βάσος Λυσσαρίδης συμμετείχε στον αγώνα της ΕΟΚΑ 1955-1959. Ο Λυσσαρίδης υποστηριξε ότι έπεισε τον Γεώργιο Γρίβα να δημιουργήσει μέσα στους κόλπους της ΕΟΚΑ την «Οργάνωση Αριστερών Πατριωτών», μέσω της οποίας θα μπορούσαν να προσελκύσουν στελέχη της κυπριακής Αριστεράς στον αγώνα. 

 
Ο ίδιος ο Λυσσαρίδης αργότερα, απαντώντας σε κατηγορίες του ΑΚΕΛ, υποστήριξε ότι «η Οργάνωση ΕΟΚΑ παρά τα όσα λέγονται, δεν είχε ιδεολογικό χαρακτήρα. "Εγώ μετείχα με την ιδεολογία μου σε πλήρη αρμονία, δεν είχα ποτέ πρόβλημα».
 

Συνδέθηκε στενά με τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, του οποίου υπήρξε για χρόνια προσωπικός ιατρός μέχρι το θάνατο του.

 

Ήταν μέλος της ελληνοκυπριακής αποστολής στο Λονδίνο το 1959, αντιπροσωπεύοντας την ΕΟΚΑ, όπου αποφασίστηκε η ανεξαρτησία της Κύπρου.Ο ίδιος καταψήφισε τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, «τονίζοντας ότι νομιμοποιούν την στρατιωτικοπολιτική παρουσία της Τουρκίας και οδηγούν σε αδιέξοδα τα οποία θα τύχουν εκμετάλλευσης από τη Μεγάλη Βρετανία και την Τουρκία».

 

Σχέσεις με Άραβες

Χρήσιμες για την Κύπρο, τόσο στα Ηνωμένα Έθνη όσο και αλλού, αποδείχθηκαν οι προσωπικές διεθνείς διασυνδέσεις του, ιδίως με τους  Άραβες και τους Αφρικανοασιάτες. Είχε στενές προσωπικές σχέσεις με τον δικτάτορα της Λιβύης Μουαμάρ Καντάφι, τον στρατιωτικό ηγέτη της Συρίας Χαφέζ Αλ Ασαντ και τον Γιάσερ Αράφατ ηγέτη των Παλαιστινίων.  Ειδικά στην  περίπτωση της Λιβύης λόγω των σχέσεων του με τον Καντάφι, δρούσε και ως ενδιάμεσος Κυπρίων Επιχειρηματιών που δραστηριοποιούνταν στη χώρα.

 

Μετείχε σε πολλά συνέδρια Αφρικανοασιατικών κρατών και διετέλεσε πρόεδρος του Αφρικανοασιατικού Κινήματος Αλληλεγγύης προς την Κύπρο, καθώς και πρόεδρος του Κυπροαραβικού Συνδέσμου. Επίσης, αντιπρόεδρος του προεδρείου της Οργάνωσης Αφροασιατικής Αλληλεγγύης (AAPSO) και γενικός γραμματέας της διεθνούς επιτροπής κατά των φυλετικών διακρίσεων και του ρατσισμού.

 

Χούντα

Την περίοδο της χούντας, συνδέθηκε στενά με το Πανελλήνιο Απελευθερωτικό Κίνημα (Π.Α.Κ.) και τον Ανδρέα Παπανδρέου, του οποίου παρέμεινε πιστός φίλος έως το τέλος. Σύμφωνα με μαρτυρία του ηγετικού στελέχους του Π.Α.Κ. Κώστα Τσίμα, ο Βάσος Λυσσαρίδης ήταν αυτός που «άνοιξε τις πόρτες» των Αράβων για το Π.Α.Κ., και με τη διαμεσολάβησή του οι Παλαιστίνιοι και ο Γιάσερ Αραφάτ βοήθησαν το Π.Α.Κ. και τον Ανδρέα Παπανδρέου με χρήματα, όπλα και εκπαίδευση.Προηγουμένως, το 1964, ο Λυσσαρίδης μαζί με τον Τάσσο Παπαδόπουλο είχαν οργανώσει την επίσκεψη του Ανδρέα Παπανδρέου στην Κύπρο, όπου γεννήθηκε η φιλία και συνεργασία μεταξύ Α. Παπανδρέου και Μακαρίου.

 

 

Στη Βουλή 
Μετά το τέλος του αγώνα, στις πρώτες βουλευτικές εκλογές που έγιναν το 1960, εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής και έκτοτε επανεκλεγόταν συνεχώς. Στο βουλευτικό αξίωμα υπηρέτησε συνολικά για 46 χρόνια.
  
Ο Βάσος Λυσσαρίδης πήρε ενεργό μέρος στις Διακοινοτικές Ταραχές στο τέλος του 1963 και το 1964, μετά την αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων από την Κυβέρνηση και την έναρξη των διακοινοτικών συγκρούσεων, ηγούμενος πρόχειρα εξοπλισμένων ομάδων εθελοντών (των Κοκκινοσκούφηδων) που ο ίδιος οργάνωσε και που αγωνίστηκαν κυρίως στον Πενταδάκτυλο. Κατά την ίδια εποχή ανέλαβε διάφορες αποστολές στο εξωτερικό, όπως στην Αίγυπτο για επείγουσα εξασφάλιση ποσοτήτων όπλων για εξοπλισμό των ελληνοκυπριακων δυνάμεων που αντιμετώπισαν τους Τουρκοκυπρίους το 1963 κατά τη διάκεια των Διακοινοτικών Ταραχών.  Επανειλημμένα επίσης ανέλαβε πολιτικής φύσεως αποστολές στην Ελλάδα και αλλού, ως απεσταλμένος του προέδρου Μακαρίου. Ύπήρξε παλαιός και στενός φίλος του πρωθυπουργού της Ελλάδας Ανδρέα Παπανδρέου.
 
Βουλευτής εξελέγη για πρώτη φορά το 1960 με τον συνδυασμό του "Πατριωτικού Μετώπου" και επανεξελέγη το 1970 και στη συνέχεια εκλεγόταν συνεχώς επικεφαλής του ψηφοδελτίου του κόμματός του. Ως μέλος της Βουλής υπηρέτησε συνεχώς από το 1960 μέχρι και το 2006, οπότε και αποσύρθηκε. Το κόμμα του οποίου ηγήθηκε, το Σοσιαλιστικό Κόμμα ΕΔΕΚ, ιδρύθηκε από τον ίδιο και στενούς του συνεργάτες το 1969. Ο ίδιος, ως πρόεδρος του κόμματος, υπηρέτησε μέχρι το 2001 και στη συνέχεια ανακηρύχθηκε επίτιμος πρόεδρός του. Με την ιδιότητά του αυτή συμμετέχει και στο Εθνικό Συμβούλιο.
 
Το 1970 η ΕΔΕΚ εξασφάλισε το 13,4% των ψήφων και 2 από τις 35 βουλευτικές έδρες. Στις βουλευτικές εκλογές του 1976 η ΕΔΕΚ συνεργάστηκε με τα κόμματα ΑΚΕΛ και Δημοκρατική Παράταξη (αργότερα ΔΗΚΟ) που μαζί εξασφάλισαν το 71,2% των ψήφων. Η ΕΔΕΚ πήρε τότε 4 βουλευτικές έδρες. Στις βουλευτικές εκλογές του 1981 (που έγιναν για πρώτη φορά με το αναλογικό σύστημα), η ΕΔΕΚ συγκέντρωσε το 8,1% των ψήφων και εξασφάλισε 3 έδρες. Στις βουλευτικές εκλογές του 1985 η ΕΔΕΚ συγκέντρωσε το 11,07% των ψήφων και εξασφάλισε 6 βουλευτικές έδρες (επί συνόλου 56 εδρών). Στις εκλογές του 1991 εξασφάλισε ποσοστό 10,89% και 7 έδρες και στις εκλογές του 1996 ποσοστό 8,13% και 5 έδρες. Στις επόμενες εκλογές, το 2001, σημειώθηκε σημαντική πτώση στο ποσοστό του κόμματος, το οποίο  κατήλθε με την ονομασία ΚΙ.ΣΟΣ (Κίνημα Σοσιαλδημοκρατών). Πήρε ποσοστό 6,51% και εξέλεξε μόνο 4 βουλευτές. Ωστόσο στις εκλογές του 2006 (και πάλι ως ΕΔΕΚ) ανέκαμψε και με ποσοστό 8,91% πήρε 5 έδρες.
 
Προσωπικά ο Βάσος Λυσσαρίδης κατήλθε, μετά τον θάνατο του προέδρου Μακαρίου το 1977, τρεις φορές ως υποψήφιος για το αξίωμα του προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας: Το 1983, με ανθυποψηφίους τον Σπύρο Κυπριανού (που εξελέγη) και τον Γλαύκο Κληρίδη, ο Λυσσαρίδης συγκέντρωσε το 9,5% των ψήφων. Το 1988, με ανθυποψηφίους τον Γιώργο Βασιλείου (που εξελέγη), τον Γλαύκο Κληρίδη και τον Σπύρο Κυπριανού, ο Λυσσαρίδης συγκέντρωσε το 9,22% των ψήφων. Το 1998 ο Βάσος Λυσσαρίδης, με ανθυποψηφίους τους Γλαύκο Κληρίδη (που εξελέγη τελικά), Γιώργο Ιακώβου, Αλέξη Γαλανό, Γιώργο Βασιλείου, Νίκο Κουτσού και Νίκο Ρολάνδη, εξασφάλισε στον πρώτο γύρο ποσοστό 10,59%.
 
Μετά τις βουλευτικές εκλογές του 1985, με τις ενωμένες ψήφους του (κυβερνώντος τότε) Δημοκρατικού Κόμματος (ΔΗΚΟ) και της ΕΔΕΚ, ο Βάσος Λυσσαρίδης εξελέγη πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων, αξίωμα το οποίο άσκησε κατά την περίοδο 1985-1991 (Βλέπε Βίντεο Ψηφιακός Ηρόδοτος Αρχείου ΡΙΚ). Ηγήθηκε πολλών κοινοβουλευτικών αποστολών τόσο στο Συμβούλιο της Ευρώπης όσο και αλλού. Ο Βάσος Λυσσαρίδης μετείχε επίσης διαφόρων διακομματικών αποστολών για προώθηση του Κυπριακού ζητήματος, τόσο στην έδρα των Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη, όσο και σε διάφορες χώρες.
 
Ο Βάσος Λυσσαρίδης υπήρξε συνεπής υποστηρικτής του προέδρου Μακαρίου και πολέμιος της ελληνικής στρατιωτικής χούντας καθ' όλη τη διάρκεια της 7ετούς παραμονής της στην εξουσία στην Ελλάδα. Και ο ίδιος και το κόμμα του αγωνίστηκαν κατά του δικτατορικού καθεστώτος των Αθηνών αλλά απετέλεσαν και στόχο του, όπως και της οργάνωσης ΕΟΚΑ Β΄ στην Κύπρο.
 
Ως αγώνας κατά του στρατιωτικού καθεστώτος των Αθηνών μπορεί να χαρακτηρισθεί και η ένοπλη αντίσταση, ιδίως στη Λευκωσία, πολλών μελών του κόμματος του Βάσου Λυσσαρίδη κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος ενάντια στον πρόεδρο Μακάριο τον Ιούλιο του 1974.

 

Μετά την τουρκική στρατιωτική εισβολή στην Κύπρο, που ακολούθησε το πραξικόπημα, ο Βάσος Λυσσαρίδης τάχθηκε αποφασιστικά ενάντια στην οποιαδήποτε συνθηκολόγηση και υπέρ της ταχύτερης επανόδου στην Κύπρο του προέδρου Μακαρίου. Λίγες μόνο μέρες μετά τη δεύτερη τουρκική στρατιωτική προέλαση στην Κύπρο, ο Βάσος Λυσσαρίδης έγινε στόχος δολοφονικής απόπειρας στη Λευκωσία. Από ενέδρα που στήθηκε από στοιχεία της ΕΟΚΑ Β΄ στην πλατεία Ελευθερίου Βενιζέλου, το πρωί της 30ής Αυγούστου 1974 (βλέπε Βίντεο Ψηφιακός Ηρόδοτος Αρχείου ΡΙΚ), ο ίδιος πληγώθηκε ελαφρά αλλά σκοτώθηκε ο ποιητής και στέλεχος της ΕΔΕΚ Δώρος Λοΐζου που τον συνόδευε στο ίδιο αυτοκίνητο. Μιλώντας λίγο μετά την απόπειρα εναντίον του, ο Βάσος Λυσσαρίδης έκαμε κήρυγμα ομόνοιας και συμφιλίωσης των Ελλήνων της Κύπρου ενάντια στον τουρκικό κίνδυνο.

 

Γραμμή στο Κυπριακό 

Η θέση του όμως στο Κυπριακό πρόβλημα, μπορεί να χαρακτηριστεί με μια λέξη: αντίσταση. Σε κάθε ευκαιρία υποστήριζε και διακήρυσσε τη γραμμή μιας δυναμικής αγωνιστικής πολιτικής, που χαρακτηρίζεται αφ' ενός από επιθετικότητα στο πολιτικό πεδίο διεθνώς και αφ' ετέρου από αμυντική στρατιωτική θωράκιση της ελεύθερης Κύπρου ώστε να είναι δυνατό ν' αντιμετωπιστεί οποιαδήποτε νέα στρατιωτική προέλαση της Τουρκίας. Υποστήριξε δε ότι μια ισχυρή άμυνα στον στρατιωτικό τομέα δίνει περισσότερες δυνατότητες άσκησης επιθετικής πολιτικής. Οι θέσεις του όμως αυτές, καθώς και διάφορα συνθήματα που υιοθέτησε (όπως το γνωστό "κάθε σπίτι και κάστρο, κάθε πολίτης και στρατιώτης"), παρεξηγήθηκαν από διάφορες κατευθύνσεις που χαρακτήρισαν τον ίδιο ως "εξτρεμιστή". Στην κατηγορία ότι τάσσεται υπέρ του πολέμου, αντέταξε ότι "με τα κάστρα που είναι γερά θεμελιωμένα στην γη, κάνεις άμυνα και όχι επίθεση".
 
Αρκετές φορές διαφώνησε σχετικά με υποχωρήσεις που έγιναν στο Κυπριακό ζήτημα μετά το 1974, από διάφορες κυβερνήσεις.

 

Ο Βάσος Λυσσαρίδης θεωρείται από κάποιους στην Κύπρο ως ένας δικαιωμένος εν πολλοίς πολιτικός, του οποίου οι θέσεις και απόψεις επανειλημμένα απεδείχθησαν ορθές. Από άλλους η εξαιρετική του ρητορική δεινότητα χαρακτηρίστηκε ως ένα εργαλείο για διατύπωση εύκολων πατριωτικών θέσεων οι οποίες αφίσταντο του ρεαλισμού και ως εκ τούτου δεν είχαν ιδιαίτερο αντίκρυσμα.

 

Η πολιτική γραμμή και σκέψη του Βάσου Λυσσαρίδη φαίνεται να μην είχε ιδιαίτερες σταθερές. Εκινείτο κατά καιρούς σε διάφορα σημεία του φάσματος μεταξύ σοσιαλισμού και εθνικισμού, αριστεράς και πατριωτισμού, βενιζελικού-παπανδρεϊκού κέντρου και μαρξιστικής-λενινιστικής συγκεντρωτικής δημοκρατίας, σοσιαλδημοκρατίας και μπααθισμού. Οι κομμουνιστές τον κατηγόρησαν ως «εθνικοσοσιαλιστή» και οι εθνικόφρονες ως «κουμμουνιστή». 

 

Βάσος Λυσσαρίδης: Υποψηφιότητα 1988

Βίντεο Ψηφιακός Ηρόδοτος-Αρχείο ΡΙΚ

 

Ούτως ή άλλως  ποτέ δεν κατόρθωσε να εξασφαλίσει ένα σημαντικό ποσοστό ψήφων, ούτε ο ίδιος ως άτομο (προεδρικές εκλογές) ούτε το κόμμα του (βουλευτικές και άλλες εκλογές), μένοντας πάντοτε στα επίπεδα μεταξύ 8% και 12%. "Όλοι μας ερωτεύονται και κανείς δεν μας παντρεύεται", είχε πει κάποτε χαρακτηριστικά.

 

Παρά το μικρό ποσοστό ψήφων που κέρδιζε, ο Βάσος Λυσσαρίδης υπήρξε πρωταγωνιστικός παράγων στις κυπριακές πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις, έχοντας βαρύνουσα πολιτική γνώμη. Σε τούτο, συνέβαλαν σημαντικά οι συμπορεύσεις της ΕΔΕΚ με το ΔΗΚΟ και ενίοτε το ΑΚΕΛ αλλά και οι σοβαρές αλλά και πλατιές διεθνείς διασυνδέσεις του. Στις Προεδρικές Εκλογές του 1993 συνεργάστηκε με το ΔΗΚΟ με υποψήφιο τον Πασχάλη Πασχαλίδη αλλά ο υποψήφιος τους δεν κατάφερε να περάσει στο δεύτερο γύρο. 

 

 

Γιατρος 

Ο Βάσος Λυσσαρίδης διετέλεσε πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου "Ιπποκράτης" και πρόεδρος του Παγκυπρίου Ιατρικού Συλλόγου. Στο διεθνές πεδίο υπήρξε αντιπρόεδρος της Οργάνωσης Αφρικανοασιατικής Αλληλεγγύης, γενικός γραμματέας της Οργάνωσης Αλληλεγγύης στους λαούς της Νοτίου Αφρικής, ενώ στενές σχέσεις ανέπτυξε με πολλούς Ευρωπαίους ηγέτες.

 

Υπήρξε προσωπικός φίλος πολλών ηγετών, μεταξύ των οποίων ο Ανδρέας Παπανδρέου, πρωθυπουργός της Ελλάδας και πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, ο αρχηγός των Παλαιστινίων Γιασέρ Αραφάτ, οι Ευρωπαίοι πολιτικοί ηγέτες Oύλοφ Πάλμε, Βίλι Μπράντ και Φρανσουά
Μιττεράν, ο Κουβανός ηγέτης Φιντέλ Κάστρο κ.α. Αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτορας από το Πάντειο Πανεπιστήμιο και το Πανεπιστήμιο Αθηνών, ενώ δέχθηκε και πολλές άλλες διακρίσεις. Το 2008 ο δήμαρχος Αθηναίων Νικήτας Κακλαμάνης απένειμε στον Βάσο Λυσσαρίδη το Μετάλλιο Τιμής και Ευποιίας της Πόλεως των Αθηνών. Το 2002, σε επίσκεψή του στη Ραμάλα, ο τότε Παλαιστίνιος ηγέτης Γιασέρ Αραφάτ, ύστερα από ομόφωνη απόφαση του Υπουργικού του Συμβουλίου, του απένειμε την Ανώτατη Τιμητική Διάκριση της Παλαιστινιακής Αρχής. Έχει επίσης ανακηρυχθεί επίτιμος δημότης πολλών Ελληνικών Δήμων.

 

Πέρα από πολιτικός, ο Βάσος Λυσσαρίδης ως ιατρός σπάνια άσκησε το ιατρικό του επάγγελμα. Στις ελάχιστες ελεύθερες ώρες του ασχολήθηκε με την τέχνη και κυρίως τη ζωγραφική (Βλέπε Βίντεο Ψηφιακός Ηρόδοτος Αρχείου ΡΙΚ). Διοργάνωσε, μάλιστα, και την πρώτη ατομική έκθεση έργων του στη Λευκωσία το 1980. Ακολούθησαν και άλλες ατομικές και ομαδικές εκθέσεις. Το 2006 πραγματοποιήθηκε στη Λευκωσία αναδρομική Έκθεση Ζωγραφικής του Βάσου Λυσσαρίδη και παρουσίαση του Λευκώματος "Βάσος Λυσσαρίδης ο άνθρωπος-ο ποιητής-ο ζωγράφος" που εξέδωσε το υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού. Το 2007 οργανώθηκε έκθεση ζωγραφικής του Λυσσαρίδη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

 

Τέλος ο Βάσος Λυσσαρίδης διακρίθηκε και ως ποιητής, εξεδόθησαν δε ποιήματά του τόσο στην ελληνική όσο και στην αγγλική.

 

Πηγές:

  1. Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια
  2. Περί Ιστορίας: Τα νεανικά χρόνια του Βάσου Λυσσαρίδη 

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image