Άβακας ή Αυγάς

Image

Μικρό ποτάμι της δυτικής Πάφου, με λεκάνη απορροής 24 τετρ. χμ. Αρκετοί χείμαρροι από τα χωριά Πάνω Αρόδες, Κάτω Αρόδες και Ίνια, στα ανατολικά του Ακάμα, μερικοί από τους οποίους βρίσκονται σε υψόμετρο 600 περίπου μέτρων πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, αποτελούν τις κύριες πηγές του ποταμού. Ο Άβακας (μήκους 9 περίπου χμ.) δέχεται στην κοίτη του, κατά τους χειμερινούς ιδίως μήνες, αρκετές ποσότητες νερού, κυρίως επειδή οι περισσότεροι παραπόταμοί του βρίσκονται πάνω σε αδιαπέρατα πετρώματα και ιδιαίτερα επειδή οι πηγές του δέχονται μια μέση ετήσια βροχόπτωση γύρω στα 600 περίπου χιλιοστόμετρα. Όμως, ο Αβακας είναι περισσότερο γνωστός για το καταπληκτικό του φαράγγι, ένα από τα πιο βαθιά και πιο στενά που υπάρχουν στην Κύπρο. Αυτό το φαράγγι, έκτασης 2 περίπου χμ., αρχίζει από την περιοχή Κολώνη, όπου διασώζονται ακόμα δύο νερόμυλοι (λειτουργούσαν μέχρι το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο) και φτάνει μέχρι το γνωστό τσιφλίκι της Τοξεύτρας, πού είναι ιδιοκτησία της Μητρόπολης Πάφου.

 

Στην ουσία, το φαράγγι, που είναι κυρίως δημιούργημα της ποτάμιας διάβρωσης, διαχωρίζει το μεγάλο ασβεστολιθικό οροπέδιο σε δυο, σε εκείνο της Λίπατης, που μνημονεύει ο Χόκαρθ στο γνωστό έργο του Devia Cypria και σ' εκείνο της Λάρας, που εκτείνεται μέχρι τη θάλασσα, δημιουργώντας γραφικούς κάβους και ορμίσκους. Κάπου το φαράγγι είναι πολύ στενό, μ' ένα πλάτος γύρω στα 3 μέτρα, αλλού όμως φθάνει τα 6 και περισσότερα μέτρα. Οι πλαγιές, πολύ απότομες, σχεδόν κάθετες, δίνουν την εντύπωση πως κόπηκαν από ανθρώπινο χέρι. Από ψηλά είναι δύσκολο να πλησιάσει κάποιος το χείλος του γκρεμού και να αγναντέψει την κοίτη. Από την κοίτη, το υψόμετρο των 100 και περισσότερων μέτρων μέχρι την κορυφή του οροπεδίου, φαίνεται υπερβολικό, μαζί δε με την απομόνωση, την αγριάδα του τοπίου και την οργιαστική βλάστηση προκαλούν στον επισκέπτη αισθήματα δέους και θαυμασμού.

 

Μικρά σπήλαια και κοιλώματα στα ασβεστολιθικά πετρώματα στις πλαγιές του φαραγγιού, φιλοξενούν μερικά είδη της άγριας χλωρίδας και πανίδας. Εκτός από τα ευθυτενή πλατάνια και τα κυπαρίσσια, στην κοίτη του ποταμού και στις πλαγιές φυτρώνουν σχίνοι, αγριοχαρουπιές, αγριοελιές, ασπάλαθοι, τρεμιθιές, θυμάρι, λάδανος, βάτα και πικροδάφνες. Η πανίδα αποτελείται κυρίως από αλεπούδες, γύπες, αγριοπερίστερα, περδίκια, λίγους λαγούς, φάσσες και πολλά άλλα ενδημικά και αποδημητικά μικρά πουλιά. Αρκετά νυχτοπούλια και διάφορα ερπετά συμπληρώνουν την εικόνα της άγριας ζωής στο στενό και βαθύ φαράγγι.

 

Διασχίζοντας ένας το ποτάμι από το βόρειο στο νότιο τμήμα ή και αντίστροφα, θα συναντήσει τεράστιους ογκόλιθους που φράσσουν την κοίτη του ποταμού, κάποτε δημιουργώντας και μικρούς καταρράκτες. Υπάρχει μια τεράστια πέτρινη αψίδα καθώς και αρκετά κοιλώματα, που το χειμώνα γεμίζουν με νερό, καθιστώντας τη διάβαση δύσκολη. Δεν συνιστάται η διάβαση του φαραγγιού, τους χειμερινούς μήνες, γιατί το ποτάμι είναι ορμητικό. Λίγο πόσιμο νερό που ανάβλυζε από τις πλαγιές του φαραγγιού, μεταφέρθηκε με σωλήνες στον οικισμό του Αγίου Γεωργίου της Πέγειας.

 

Σήμερα το φαράγγι αυτό αποτελεί ένα από τα κυριότερα αξιοθέατα της επαρχίας Πάφου και έχει γίνει ευρύτατα γνωστό λόγω της ομορφιάς και της μεγαλοπρέπειάς του. Στο φαράγγι έχει γίνει ευρύτατη προβολή κατά τα τελευταία χρόνια από τηλεοράσεως αλλά και εφημερίδων και περιοδικών, ενώ εντυπωσιακές φωτογραφίες του κόσμησαν αρκετά ημερολόγια τοίχου. Όλοι οι Κύπριοι καλλιτέχνες φωτογράφοι αποτύπωσαν το φαράγγι με τον φακό τους, και σχεδόν καθημερινά το επισκέπτονται πάρα πολλοί Κύπριοι αλλά και ξένοι τουρίστες.

 

Η προσέγγιση και είσοδος στο φαράγγι είναι σήμερα πολύ εύκολη από την πλευρά της θάλασσας, δηλαδή από τις εκβολές του ομώνυμου ποταμού, αλλά εξακολουθεί να είναι πολύ δύσκολη από το επάνω τμήμα του, δηλαδή από την πλευρά του χωριού Αρόδες.

 

Για το φαράγγι του Άβακα εξέδωσε το 1995, τόσο στην ελληνική όσο και στην αγγλική, ειδικό περιγραφικό βιβλίο ο γιατρός Γεώργιος Ταραμίδης.

 

Με την ίδια ονομασία απαντώνται και άλλες δύο τοποθεσίες στην επαρχία Πάφου, στις διοικητικές εκτάσεις των χωριών Τάλα και Στατός/ Άγιος Φώτιος.

 

Η ονομασία προήλθε πιθανότατα από την αρχαία λέξη «άβαξ» που σημαίνει το επάνω μέρος του κιονόκρανου αλλά σημαίνει και σανίδα, απ’ όπου και η «αβάτζ’η», το ξύλινο μεγάλο χωνί απ’ όπου διοχετευόταν το σιτάρι στις μυλόπετρες για άλεσμα, κατά παρομοίωση του τοπίου προς την «αβάτζ’ην». Ίσως όμως η ονομασία να προήλθε από τη λέξη «αύλαξ» -«αύλακας», μεγάλο αυλάκι, φαράγγι. Μία τρίτη εκδοχή είναι ότι ίσως η ονομασία να προήλθε από την αρχαία ομηρική λέξη «αβακής», εκείνος που μένει άφωνος, σιωπηλός (από το ρήμα «αβακέω»). Πρβλ. και «τω ίκελος κατέδυ Τρώων πόλιν, οι δ’ αβάκησαν πάντες»  («Οδύσσεια», Δ’, 249-250). Σ’ αυτή την περίπτωση, το φαράγγι πήρε το όνομά του λόγω της σιγαλιάς και ηρεμίας που επικρατεί στο τοπίο, δηλαδή «τοποθεσία αβακής».

Φώτο Γκάλερι

Image