Μπελφαράζ Θιμπάλντ Thibald Belfarage

Image

Ευγενής, μέλος μεσαιωνικής οικογένειας, πιθανόν από τη Συρία, που έδρασε στην Κύπρο κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας και συγκεκριμένα επί ημερών των βασιλιάδων Πέτρου Α' (1359-1369) και Πέτρου Β' (1369-1382). Το 1370 αναφέρεται ότι ο Thibaut Belferazo, nobilis miles de regno Cipri είχε γίνει πολίτης της Βενετίας, τιμή που του είχε απονεμηθεί για σοβαρές δραστηριότητές του κατά των Γενουατών (αντιπάλων των Βενετών) στην Κύπρο. Ο ντε Μας Λατρί θεωρεί ότι ήταν ελληνικής και όχι συριακής καταγωγής, όμως ο Ντώκινς, στα σχόλιά του στο Χρονικόν του Μαχαιρά, λέγει ότι το επίθετο είναι συριακό (Aboulfarage) και απαντάται στην ιστορία της Συρίας κατά τον Μεσαίωνα.

 

Ο Θιμπάλντ Μπελφαράζ άρχισε τη δραστηριότητά του στην Κύπρο θέτοντας τον εαυτό του στην υπηρεσία του βασιλιά Πέτρου Α' τον οποίο και συνόδευσε σε αποστολή στη Ρώμη το 1367, όπου διευθετήθηκε ενώπιον του πάπα διαφορά του με τον ευγενή Φλοριμόντ vτε Λεσπαρρέ*. Ιδιαίτερα όμως έδρασε επί ημερών του βασιλιά Πέτρου Β', κυρίως κατά το 1373-74 όταν οι Γενουάτες εισέβαλαν στην Κύπρο.

 

Ο Λεόντιος Μαχαιράς διηγείται ναυτικά κατορθώματά του κατά των Γενουατών, γράφοντας ότι το 1374 ο Μπελφαράζ πήγε στη Βενετία όπου στρατολόγησε πολεμιστές καθώς και ένα γερό πολεμικό καράβι, κι απεδύθη σε ναυτικό αγώνα κατά των Γενουατών στη θαλάσσια περιοχή της Κύπρου. Για τα κατορθώματά του, αλλά κι επειδή εθεωρείτο επίφοβος στην Κύπρο εξαιτίας του ότι είχε την υποστήριξη των Βενετών, ο Θιμπάλντ Μπελφαράζ τιμήθηκε ιδιαίτερα από τον βασιλιά Πέτρο Β': από πουρζίζη (=αστό) που ήταν, όπως γράφει ο Μαχαιράς, ο Πέτρος Β' τον έκαμε ιππότη, αλλά και τουρκοπουλιέρη της Κύπρου, του έδωσε δε και διάφορα χωριά ως ιδιωτικά του φέουδα· την Κοκκινοτριμιθιά, την Πέτρα, την Ελιά. Ο Μαχαιράς αφήνει να νοηθεί ότι ο βασιλιάς Πέτρος Β' φοβόταν τη μεγάλη δύναμη που είχε αποκτήσει ο Μπελφαραζ στην Κύπρο, μέχρι του σημείου που τον έβλεπε ως ικανό να του πάρει ακόμη και τον θρόνο: Ἐμπορεῖ νά μοῦ σηκώσῃ τό ρηγάτον, αναφέρει ότι είχε πει σε μια περίπτωση ο βασιλιάς.

 

Ο Μπελφαράζ πράγματι είχε γίνει άπληστος και οι απαιτήσεις του όλο και αυξάνονταν. Ζήτησε, για παράδειγμα, με τρόπο απαιτητικό, να του δοθεί η Κώρυκος στη Μικρά Ασία που βρισκόταν υπό την κατοχή της Κύπρου. Πιθανόν δε να είχε πράγματι και βλέψεις πάνω στον θρόνο του κυπριακού βασιλείου.  Όταν όμως οι απαιτήσεις του άρχισαν να μη ικανοποιούνται, με τη βοήθεια φίλων του (όπως ένας Κρητικός ονόματι Αλεξόπουλος), έφθασε μέχρι τον φόνο. Σκότωσε στη Λευκωσία έναν ιερωμένο, τον Φίλιππο, που ήταν σύμβουλος και πνευματικός του βασιλιά και που θεωρήθηκε ως εμπόδιο στα σχέδιά του με τις συμβουλές που έδινε στον Πέτρο. Ο Μαχαιράς γράφει πως είχε σκοτώσει και πολλούς άλλους που θεωρούσε, ίσως, μελλοντικούς αντιπάλους του. Οι φιλοδοξίες του έγιναν περισσότερο μεγάλες όταν κατόρθωσε να αποκτήσει για λίγο την εύνοια της βασιλομήτορος, της δυναμικής Ελεονώρας (χήρας του Πέτρου Α' και μητέρας του Πέτρου Β') με την οποία φαίνεται ότι είχε και ερωτικό δεσμό. Ή, κατά τον Μαχαιρά, ο Μπελφαράζ απέκρουσε τελικά τον έρωτα της Ελεονώρας με αποτέλεσμα αυτή να στραφεί εναντίον του και να μεθοδεύσει τον χαμό του (αυτά τουλάχιστον γράφει ότι φώναζε ο Μπελφαράζ στους δρόμους της Λευκωσίας όταν οδηγείτο στην αγχόνη).

 

Ο φόνος του ιερέα και επίσης ο φόνος ενός βασιλικού αξιωματούχου, του βισκούντη (αστυνόμου) της Λευκωσίας, ήσαν πράξεις που ανάγκασαν τον βασιλιά, υπό την πίεση των άλλων ευγενών, να δραστηριοποιηθεί. Ο Θιμπάλντ Μπελφαράζ, ο Αλεξόπουλος από την Κρήτη και άλλοι συνελήφθησαν, δικάστηκαν και εκτελέστηκαν με απαγχονισμό στις 10.4.1376.