Νισκιά ή νιστιά

Η εστία, Νισκιά ή και νιστιά λέγεται η κατασκευή από δυο μεγάλες πέτρες τοποθετημένες παράλληλα, στη μέση των οποίων ανάβει η φωτιά και επί των οποίων τοποθετείται το τσουκάλι ή οποιοδήποτε άλλο σκεύος για μαγείρεμα, βράσιμο νερού κλπ. Οι δυο αυτές λέξεις προέρχονται, μάλλον, κατά συνεκδοχή, από την αρχαία ἐν ἑστίᾳ, απ’ όπου ἐνεστία που ήταν σιδερένιος χαμηλός τρίποδας ο οποίος ετοποθετείτο μέσα στην εστία (τζάκι) και επ’ αυτού πάλι έβαζαν το τσουκάλι ή και άλλα σκεύη. Τέτοιοι χαμηλοί σιδερένιοι τρίποδες χρησιμοποιούνταν μέχρι και πρόσφατα στην Κύπρο, και λέγονταν επίσης νισκιές ή και νιστιές. Αν και σε μερικά μέρη της Κύπρου νισκιά λέγεται και η ίδια η εστία του αγροτικού παραδοσιακού σπιτιού, συνηθέστερα αυτή ονομάζεται τσιμινιά (η), που είναι ξένη λέξη (από το chimney = τζάκι). Η ξένη αυτή λέξη είναι, βέβαια, νεώτερη, κι υπερίσχυσε από την ανάγκη να ξεχωρίζει η νισκιά - τζάκι από τη νισκιά - πέτρες. Οι δυο πέτρες που αποτελούσαν τη νισκιά  τοποθετούνταν πάντοτε στην αυλή του σπιτιού κι όχι εντός, για εργασίες που γίνονταν στην αυλή. Η φωτιά άναβε με ξύλα.

 

Νισκιά λέγονται και οι δυο πέτρες που τοποθετούνται κατά τον ίδιο τρόπο προς διεξαγωγή του παραδοσιακού παιγνιδιού που λέγεται λιγκρίν*.