Παΐσιος αρχιεπίσκοπος

Image

Αρχιεπίσκοπος Κύπρου από το 1759 μέχρι τον θάνατό του την πρωτοχρονιά του 1767 (περίοδος Τουρκοκρατίας), με διακοπή κατά το 1761-62. Είναι ο υπ’ αριθμόν 78/78β. στον κατάλογο των Κυπρίων Ορθοδόξων αρχιεπισκόπων της Μεγάλης Κυπριακής Εγκυκλοπαίδειας.

 

Ο Παΐσιος καταγόταν από το χωριό Κοιλάνι της επαρχίας Λεμεσού. Γεννήθηκε περί το 1712 κι είχε από νεαρής ηλικίας ακολουθήσει την εκκλησιαστική σταδιοδρομία. Είχε υπηρετήσει για 32 χρόνια στην Αρχιεπισκοπή ως διάκονος, αρχιδιάκονος και αρχιμανδρίτης. Στον αρχιεπισκοπικό θρόνο εξελέγη προς διαδοχήν του αρχιεπισκόπου Φιλοθέου* που είχε παραιτηθεί τον Ιούνιο του 1759.

 

Ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός, συγχωριανός και προστατευόμενος του Παϊσίου, τον περιγράφει ως εξής: Ἦτο ἀνήρ παρρησιαστικός τό ἀνάστημα, εὐπρεπής, βαθυπώγων, ὀξέως πνεύματος, ἐπινοητικός, εὐμνήμων, φιλόπονος, ἱκανῶς ἠρτυμένος λόγου τοῦ  ἑλληνικοῦ, δεξιώτατος εἰς τό γράφειν, οὖ τῆς χειρός πολλοί μιμηταί, εἰς τό μιξοβάρβαρον κομψός, ὑπό Φιλοθέου γυμνασθείς, βίβλους ὁλοκλήρους ἀντιγράψας κατέλιπε. Πολιτικός, περίεργος, οἰκονομικός, ἀκριβής ὣστε τρέπεσθαι ἐπί τό φιλαργυρώτερον. Εὔγλωττος, πολύλογος καί ἡγεμονικός... (Αρχ. Κυπριανού, Ἱστορία Χρονολογική..., 1788, σ. 325).

 

Περιπετειώδες, τόσο για τον ίδιο όσο και για τον τόπο, ήταν ολόκληρο το διάστημα της αρχιεπισκοπείας του Παϊσίου. Ήδη από την αρχή κιόλας της ανόδου του στον αρχιεπισκοπικό θρόνο, εκλήθη ν’ αντιμετωπίσει τη δεινή κατάσταση που προκλήθηκε στο νησί εξαιτίας εισβολής ακρίδων σε μεγάλους αριθμούς, που προκάλεσαν τεράστιες καταστροφές στη γεωργική παραγωγή κι οδήγησαν την Κύπρο σε οικονομική εξαθλίωση. Ο αρχιεπίσκοπος — που ήταν κι ο εθνικός ηγέτης των υποδούλων Ελλήνων της Κύπρου — αφού δεν διέθετε άλλα από τα γνωστά τότε και καθόλου αποτελεσματικά μέσα καταπολέμησης των ακρίδων, κατέφυγε στη θεία αντίληψη. Απέστειλε τον γνωστό διδάσκαλο Εφραίμ* τον Αθηναίον, που βρισκόταν τότε στην Κύπρο, στο Άγιον Όρος για να φέρει στο νησί την κάρα του αγίου Μιχαήλ, επισκόπου Συνάδων, που εθεωρείτο θαυματουργή κατά των ακρίδων.

 

Εκτός όμως από την επιδρομή των ακρίδων, στα τέλη του 1759 ήλθε επιδημία πανώλους που, σε σύντομο χρονικό διάστημα, εξολόθρευσε το ένα τρίτο του πληθυσμού της Κύπρου. Το νησί κατέπεσε στο έσχατο όριο της δυστυχίας και της πείνας. Σε επιστολή του αρχιεπισκόπου Παϊσίου προς τον Ιάκωβον τον Πάτμιον, ημερομηνίας 20.2.1760, γίνεται λόγος για τα δεινά εκείνα: ... Τό νῦν ἀπομεμακρυσμένοι (ἐσμέν) τῆς Λευκωσίας, πρό καιροῦ, φερόμενοι ὡς ἡμίθνητοι

τῇδε κακεῖσε, διά τό τοῦ φθοροποιοῦ διαδοθέν ἐν ταύτῃ τῇ Λευκοσίᾳ τῆς πανώλους νόσημα, ἀπό τάς ἀρχάς σχεδόν τοῦ παρελθόντος Δεκεμβρίου μηνός. Καί ἔκτοτε καί ἓως τοῦ νῦν, θερίζει ἀνηλεῶς... (βλ. Κλ. Καρναπά, Ἀνέκδοτα Κυπριακά Ἔγγραφα τοῦ ΙΗ΄ αἰῶνος, σσ. 28-29).

 

Με τη συγκατάθεση και του Τούρκου κυβερνήτη της Κύπρου Κασίμ* αγά, ο Παΐσιος έστειλε κυπριακή αντιπροσωπεία στην Κωνσταντινούπολη, ώστε να ενεργήσει προς την Υψηλή Πύλη για οικονομική ανακούφιση του πληθυσμού της Κύπρου. Την αντιπροσωπεία απετέλεσαν ο τότε επίσκοπος Κιτίου Μακάριος* και ο Εφραίμ ο Αθηναίος (μετέπειτα πατριάρχης Αλεξανδρείας) που μόλις είχε επιστρέψει στην Κύπρο από την προηγούμενη αποστολή του. Πράγματι, οι δυο αυτοί ιεράρχες πέτυχαν αρκετά, ιδίως την προσωρινή απαλλαγή του λαού της Κύπρου από το ρουσφέτι (δώρο χρηματικό που, κατά τα καθιερωμένα, πληρωνόταν στον μεγάλο βεζύρη, επί πλέον του κανονικού ποσού).

 

Δεν πρόλαβε όμως ο Παΐσιος να προωθήσει περισσότερο τα προβλήματα της Κύπρου, γιατί συνωμοσία εκκολάφθηκε εναντίον του που στόχευε στην εκδίωξή του από τον αρχιεπισκοπικό θρόνο. Κάποιοι — που δεν κατονομάζονται — Κύπριοι, με όργανό τους κάποιον Γερμανόν Αγιοταφίτην, επίσης Κύπριο, διέβαλαν τον Παΐσιο συκοφαντώντας τον στον μεγάλο βεζύρη και παρακινώντας την Υψηλή Πύλη να τον κηρύξει έκπτωτο. Τούτο καταγγέλλεται και από τον ίδιο τον Παΐσιο, σε επιστολή του προς τον Ιάκωβο τον Πάτμιο, ημερομηνίας 28.2.1761 (Κλ. Καρναπά, ό.π.π., σ. 34).

 

Η πρώτη αυτή απόπειρα απέτυχε, αλλά αμέσως έγινε δεύτερη. Μάλιστα διάφοροι Κύπριοι που βρίσκονταν στην Κωνσταντινούπολη προχώρησαν μέχρι του σημείου να προβάλλουν ως διάδοχο του Παϊσίου τον πρώην Αμασείας Γαβριήλ. Κατά τον Αθ. Κ. Υψηλάντην (Τά μετά τήν Ἃλωσιν, σσ. 385-390), την κατά του Παϊσίου συνωμοσία ενίσχυε και κάποιος αρχιτέκτων ονόματι Κωνσταντίνος, που μέσω κάποιου Αλή υποσχόταν αμοιβή 40 πουγγιών για την καθαίρεση του Παϊσίου. Λέγεται μάλιστα ότι είχε βολιδοσκοπηθεί κι ο Εφραίμ ο Αθηναίος για ν’ αντικαταστήσει τον Παΐσιο, αλλ’ αυτός δεν απεδέχθη. Μερικοί μάλιστα μελετητές υποστηρίζουν ότι ίσως κι ο Εφραίμ είχε πάρει μέρος στη συνωμοσία, γνώμη που ενισχύεται κι από σημείωμα του Παϊσίου στον Κώδικα της Αρχιεπισκοπής ( σ. 80).

 

Η δεύτερη αυτή προσπάθεια φαίνεται ότι ήταν σοβαρότερη, γιατί ο Παΐσιος όταν την πληροφορήθηκε, και φοβούμενος ίσως σύλληψή του ή και απόπειρα κατά της ζωής του, έφυγε αμέσως από την Κύπρο το 1761. Πήγε στον Λίβανο, που εκυβερνάτο από ανεξάρτητο Τούρκο πασά. Στο μεταξύ στην Κωνσταντινούπολη εξελέγη νέος αρχιεπίσκοπος Κύπρου, ο ιεροδιάκονος Κυπριανός*, Κύπριος την καταγωγή κι αργότερα πατριάρχης Αλεξανδρείας (βλέπε γι’ αυτόν λήμμα Κυπριανός (αντι)αρχιεπίσκοπος). Η εκλογή του Κυπριανού έγινε όταν αυτός εδέχθη να καταβάλει στους Τούρκους το ποσόν που είχε συμφωνηθεί (40 πουγγιά), τον Μάρτιο ή Απρίλιο του 1761.

 

Ο επιβάτης του αρχιεπισκοπικού θρόνου Κυπριανός ήλθε τότε στην Κύπρο όπου έγινε δεκτός από τον λαό με ψυχρότητα ή ακόμη κι εχθρότητα. Όταν μάλιστα ήλθε ο καιρός για την καταβολή των 40 πουγγιών — λέγεται ότι οι Τούρκοι που τον είχαν προωθήσει στο αξίωμα του αρχιεπισκόπου ζητούσαν τώρα πολύ περισσότερα — ο Κυπριανός βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση. Προσπαθώντας να εξασφαλίσει τα χρήματα, άδειασε τα ταμεία των εκκλησιών και των μοναστηριών. Δεδομένου δε ότι το νησί δεν είχε ακόμη συνέλθει από τις άλλες συμφορές (ακρίδες, πανώλης), ο Κυπριανός αδυνατούσε να βρει περισσότερα χρήματα. Η δε σχέση του με τον κλήρο και τον λαό του νησιού είχε χειροτερέψει ακόμη περισσότερο. Αντιλαμβανόμενος πιθανότατα και ο ίδιος το αντικανονικό της εκλογής του, αφού ο προκάτοχός του ούτε είχε πεθάνει ούτε είχε παραιτηθεί, προτίμησε τελικά να φύγει από την Κύπρο ύστερα από λίγους μήνες, το 1762.

 

Στο μεταξύ φαίνεται ότι οι Τούρκοι που μετείχαν στη συνωμοσία κατόρθωσαν να έλθουν σ’ επαφή με τον φυγάδα Παΐσιο στον Λίβανο, προς τον οποίο υποσχέθηκαν επαναφορά του στον αρχιεπισκοπικό θρόνο έναντι καταβολής του ποσού των 100 πουγγιών. Ο Παΐσιος απεδέχθη την προσφορά. Έτσι, σύντομα το ζήτημα διευθετήθηκε και ο Παΐσιος μπόρεσε να επιστρέψει στην Κύπρο (1762). Το Οικουμενικό Πατριαρχείο δίκασε τον επιβάτη Κυπριανό, ιδίως για την οικειοποίηση χρημάτων των μοναστηριών της Κύπρου και τον καθαίρεσε. Αργότερα όμως η ποινή του ανεκλήθη και μάλιστα συμφιλιώθηκε και με τον Παΐσιο, ιδίως όταν ο Παΐσιος κατέβαλε στον Κυπριανό το ποσόν των 1.750 γροσιών για εξόφληση όλων των απαιτήσεών του από την Εκκλησία της Κύπρου.

 

Επανερχόμενος στην Κύπρο ο Παΐσιος, βρήκε την Αρχιεπισκοπή καταχρεωμένη. Μόνο τα χρέη που συνήψε ο Κυπριανός στους λίγους μήνες που ήταν επιβάτης του θρόνου, ανέρχονταν στο υπέρογκο ποσόν των 84.340 γροσιών (πίνακας των χρεών σώζεται στον Μέγα Κώδικα της Αρχιεπισκοπής, σσ. 80-81). Τα χρέη αυτά κατόρθωσε να εξοφλήσει σταδιακά ο Παΐσιος.

 

Ωστόσο κατά το 1761 οι Τούρκοι αξιωματούχοι στην Κύπρο επέβαλαν βαρύτατες φορολογίες, παρά τα δεινά που είχαν πλήξει τον πληθυσμό του νησιού. Μόνο σ’ έναν Τούρκο, τον Κεμάλ αγά, κατεβλήθη κατά το 1761 ένα υπέρογκο ποσόν. Εξ άλλου, αχόρταγος άρπαγας είχε αποδειχθεί και ο νέος κυβερνήτης της Κύπρου, ο Ατζέμ Αλάγας (Ατζέμ* Αλή αγάς), που είχε διαδραματίσει ρόλο στο όλο ζήτημα της απομάκρυνσης του Παϊσίου. Ο κυβερνήτης αυτός αντικαταστάθηκε στις αρχές του 1762, τέσσερις μήνες πριν από την επιστροφή του Παϊσίου που συνέβη στις 23.4.1762. Η δυστυχία όμως του νησιού κορυφώθηκε το 1764, όταν κυβερνήτης της Κύπρου διορίστηκε ο Τζηλ* Οσμάν, εναντίον του οποίου ο Παΐσιος αναγκάστηκε ν’ αγωνιστεί.

 

Ο Τζηλ Οσμάν είχε πληρώσει πολλά χρήματα προκειμένου να επιτύχει διορισμό του ως κυβερνήτη της Κύπρου, και τώρα προσπάθησε όχι μόνο να τα εισπράξει από το νησί αλλά να εξασφαλίσει και μεγάλο κέρδος. Κατά τον αρχιμανδρίτη Κυπριανό, ο κυβερνήτης αυτός αύξησε τον κεφαλικό φόρο από 21 γρόσια σε 47! Ο Μαρίτι αναφέρει 44 ½ γρόσια (ετησίως), από τους Έλληνες και το μισό από τους Μωαμεθανούς. Από άλλες παραεισπράξεις και αφαιμάξεις του λαού, συγκέντρωσε 350.000 γρόσια. Ο Παΐσιος και οι λοιποί αρχιερείς, αλλά και οι τοπικοί ηγέτες των ντόπιων Τούρκων, έκαμαν εκκλήσεις προς τον Τζηλ Οσμάν να λυπηθεί τον λαό, ιδίως μετά τα πρόσφατα δεινά (ο Μαρίτι γράφει ότι τα θύματα της πανώλους ήσαν κατά το 1760 γύρω στις 22.000 πρόσωπα). Ο κυβερνήτης όχι μόνο έμεινε άκαμπτος, αλλά απειλούσε κιόλας ότι θα επέδραμε κατά των μοναστηριών για να εισπράξει.

 

Οι αρχιερείς αποτάθηκαν κρυφά στην Κωνσταντινούπολη, δι’ εκπροσώπων τους. Επειδή όμως δεν υπήρξε αποτέλεσμα, αποφάσισαν να μεταβούν εκεί οι ίδιοι, φεύγοντας από την Κύπρο κρυφά. Ο Τζηλ Οσμάν κατόρθωσε όμως να πληροφορηθεί τις προθέσεις τους και αυτοί συνελήφθησαν στον ποταμό του Λιοπετρίου, απ’ όπου είχαν δοκιμάσει να αναχωρήσουν μυστικά. Μεταφέρθηκαν στη Λευκωσία και περιορίστηκαν στην Αρχιεπισκοπή.

 

Περί τα μέσα Οκτωβρίου του 1764 έφθασε στην Κύπρο ένας βεζίρ τσουχατάρ (εκπρόσωπος του μεγάλου βεζύρη) με διαταγές που πρόβλεπαν ως ανώτατο ποσόν για χαράτσι 20 γρόσια για τους Χριστιανούς και 10 για τους Τούρκους. Κόμιζε  επίσης εντολή όπως επιστραφούν όσα περιπλέον ποσά είχαν εισπραχθεί στο μεταξύ.

 

Ο Τζηλ Οσμάν, προκειμένου να συζητηθεί το όλο θέμα, κάλεσε ευρεία σύσκεψη στο σεράι, όπου προσεκλήθησαν να παραστούν οι αρχιερείς και ηγέτες των Ελλήνων, καθώς και οι τοπικοί ηγέτες των Τούρκων του νησιού και ο απεσταλμένος του βεζύρη. Η σύσκεψη πραγματοποιήθηκε στις 25 Οκτωβρίου. Ενώ όμως άρχισε η συζήτηση μεταξύ του Τζηλ Οσμάν και του Παϊσίου, ξαφνικά υποχώρησε το πάτωμα και οι παρευρισκόμενοι — αρχιεπίσκοπος, λοιποί αρχιερείς και άλλοι ηγέτες, Έλληνες και Τούρκοι — κατακρημνίσθηκαν στα υπόγεια του κτιρίου. Αν και κανένας δεν σκοτώθηκε, ωστόσο άρχισαν όλοι να φεύγουν, άλλος με σπασμένο πόδι, άλλος με εκδορές, άλλος με σπασμένα πλευρά κλπ. Την όλη σκηνή περιγράφει παραστατικά ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός, που παρευρισκόταν στη σύσκεψη εκείνη (Ἱστορία Χρονολογική..., 1788, σ. 319). Σχετική είναι και η περιγραφή που δίνει ο Μαρίτι, ο οποίος προσθέτει ότι έρευνα που έγινε αργότερα, απέδειξε ότι ο Τζηλ Οσμάν είχε διατάξει να πριονιστούν τα δοκάρια του πατώματος για να σκοτώσει τους συγκεντρωθέντες, κι ότι είχε προσπαθήσει ακόμη να τους δηλητηριάσει.

 

Όταν η είδηση για το γκρέμισμα της αίθουσας διαδόθηκε, αμέσως πλήθος κόσμου συγκεντρώθηκε στο σεράι, οπλίστηκε με ξύλα κι άλλα αντικείμενα, έβαλε φωτιά και λεηλάτησε το κτίριο, ενώ τον Τζηλ Οσμάν, που ήταν ο υπαίτιος, τον σκότωσαν. Μαζί του σκοτώθηκαν και 18 άνθρωποί του. Οι ντόπιοι Τούρκοι υπέβαλαν έκθεση στην Πύλη, επιρρίπτοντας την όλη ευθύνη στον αποθανόντα Τζηλ Οσμάν. Η Πύλη διόρισε νέο κυβερνήτη, τον Χαφούζ Μεχμέτ, που όταν έφθασε στο νησί απείλησε ότι θ’ αποκεφάλιζε όσους είχαν πάρει μέρος στην επίθεση κατά του σεραΐου. Όμως λίγο αργότερα δήλωσε πως ήταν αρκετό εάν πλήρωναν όλοι οι ενήλικες άρρενες Έλληνες του νησιού (με εξαίρεση τους αναπήρους) από 14 γρόσια ο καθένας, οι δε Τούρκοι από 7 (Μαρίτι, Travels..., p. 97). Όμως οι Τούρκοι του νησιού αντέδρασαν έντονα στην απόφαση αυτή που τους θεωρούσε ως ενόχους, με αποτέλεσμα να εκδηλωθεί στασιαστικό κίνημα (1765). Οι στασιαστές κατέλαβαν τους μύλους της Κυθρέας που τροφοδοτούσαν τη Λευκωσία με αλεύρι.

 

Τα πράγματα ήσαν και πάλι τραγικά, γι’ αυτό και ο αρχιεπίσκοπος Παΐσιος αποφάσισε να πάει στην Κωνσταντινούπολη με την ελπίδα ότι θα ξεκαθάριζε οριστικά την κατάσταση. Αφού κατόρθωσε να διαφύγει από την αποκλεισμένη Λευκωσία, κρυβόμενος από μέρος σε μέρος, έφθασε τελικά στην Πάφο. Απ’ εκεί μπόρεσε ν’ αναχωρήσει με καράβι, συνοδευόμενος και από τους επισκόπους Πάφου Χρύσανθον και Κυρηνείας Χρύσανθον. Οι τρεις ιεράρχες έφθασαν τελικά στην Κωνσταντινούπολη όπου μπόρεσαν να εκθέσουν στις αρχές την όλη κατάσταση που επικρατούσε στο νησί. Η Πύλη είχε βέβαια πληροφορηθεί για την εξέγερση στην Κύπρο, αλλά μετά το διάβημα των Κυπρίων ιεραρχών αποφάσισε να στείλει στο νησί στρατιωτική δύναμη. Στο μεταξύ στην Κύπρο η εξέγερση είχε πάρει ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις, όταν την αρχηγία της ανέλαβε ο Χαλήλ* αγάς, φρούραρχος της Κερύνειας, που πολιόρκησε την πρωτεύουσα Λευκωσία.

 

Ο αρχιεπίσκοπος Παΐσιος και οι δυο επίσκοποι επέστρεψαν στην Κύπρο κι έφθασαν στη Λάρνακα τον Φεβρουάριο του 1766. Απ’ εκεί διεμήνυσαν στον επαναστάτη Χαλήλ αγά ότι τον είχαν επαινέσει στην Πύλη κι ότι η Πύλη έστελνε κάποιον Σουλεϊμάν εφέντη για να εξετάσει την κατάσταση. Μάλιστα απέστειλαν στον Χαλήλ και δώρα. Ο τελευταίος, που ικανοποιήθηκε από τη στάση τους, τους έστειλε ως δώρο το σπαθί του — σημείο ότι δεν επιβουλευόταν τη ζωή τους. Τότε ο Παΐσιος και οι συνοδοί του ήλθαν άφοβα στην πολιορκημένη Λευκωσία. Επειδή δε η πολιορκία της πρωτεύουσας από τις δυνάμεις του Χαλήλ συνεχιζόταν, οι αρχιερείς κατέφυγαν, και διέμεναν μέχρι το τέλος της εξέγερσης, στο σεράι.

 

Η εξέγερση του Χαλήλ κατεστάλη σε λίγο από τα στρατεύματα που εστάλησαν στο νησί. Όμως οι συνεχείς ταλαιπωρίες και περιπέτειες επέδρασαν σοβαρά στην υγεία του αρχιεπισκόπου Παϊσίου που κλονίστηκε. Πήγε τότε στη Λάρνακα όπου παρέμεινε άρρωστος τους δυο τελευταίους μήνες του 1766. Την 1.1.1767 πέθανε στη Λάρνακα. Ετάφη στην εκκλησία του Αγίου Λαζάρου. Ο θάνατός του συνέβη όταν ο αρχιεπίσκοπος ήταν ακόμη σχετικά νέος (περίπου 55 χρόνων). Διάδοχός του στον αρχιεπισκοπικό θρόνο εξελέγη ο επίσκοπος Πάφου Χρύσανθος.

 

Ο Παΐσιος, πριν εκλεγεί αρχιεπίσκοπος, είχε εργαστεί στην Αρχιεπισκοπή και ως αντιγραφέας διαφόρων βιβλίων. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν τα Πρακτικά της συνόδου του 1668 κατά των Καλβινιστών. Σώζονται διάφορες επιστολές του προς τον λόγιο Ιάκωβο τον Πάτμιο.

 

Α. ΠΑΥΛΙΔΗΣ

Φώτο Γκάλερι

Image