Τίμιος Σταυρός του Αγιασμάτι, Λαγουδερά

Image

Η εκκλησία του Τιμίου Σταυρού του Αγιασμάτι βρίσκεται σε ερημική τοποθεσία βορειοανατολικά του χωριού Λαγουδερά και βόρεια του χωριού Πλατανιστάσα, στην επαρχία Λευκωσίας. Είναι κατάλοιπο μιας μικρής μονής που μνημονεύεται και στην κτητορική επιγραφή πάνω από τη νότια είσοδο του ναού και αργότερα στο χειρόγραφο Paris Gr. 1549 (Colbert 3048). Τη μονή επισκέφθηκε ο Ρώσος μοναχός Βασίλι Βάρσκυ το 1735. Το επώνυμο του ναού σ' επιγραφή πάνω από τη βόρεια είσοδό του είναι Αγιασμάτι, ενώ στο χειρόγραφο του Παρισιού αναφέρεται «τοῦ Διοσμάτι ἐγκένιον τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Ο Βάρσκυ το αναφέρει Σταυρός τῶν Διοσμάτων ἢ Ἁγιασμάτων».

 

Ο ναός χτίστηκε με δαπάνη του ιερέα Πέτρου Περάτι και της συζύγου του Πεπάνης και ζωγραφίσθηκε από τον Φίλιππο Γουλ, με δαπάνη του ιδρυτή, πιθανόν το 1494 ή το 1505. Δυστυχώς η χρονολογία στην επιγραφή πάνω από τη νότια είσοδο του ναού έχει καταστραφεί. Ο ιερέας με τη σύζυγό του εικονίζονται σε τοιχογραφία της εξωτερικής πλευράς του νότιου τοίχου να προσφέρουν το ναό που έχτισαν και διακόσμησαν στο Χριστό, με τη μεσιτεία της Παναγίας.

 

Ο ναός είναι μονόκλιτος ξυλόστεγος και περιβάλλεται και στις τέσσερις πλευρές από στοά που καλύπτεται από την ίδια δίριχτη στέγη του ναού. Ο ναός, με εσωτερικές διαστάσεις 9,50 Χ 3,70 μ., έχει τρεις θύρες, στο μέσο του νότιου, του δυτικού και του βόρειου τοίχου. Τρεις θύρες, απέναντι από εκείνες του ναού, οδηγούν στη στοά. Άλλες δυο θύρες στον ανατολικό τοίχο της στοάς εντοιχίσθηκαν κατά την επισκευή του ναού το 1967.

 

Ο ναός είναι εσωτερικά κατάγραφος. Στην κορυφή του ανατολικού αετώματός του είναι ζωγραφισμένος ο Χριστός «βασιλεύς της Δόξης» και κάτω απ' αυτόν ο Ευαγγελισμός. Στο δυτικό αέτωμα στην αντίστοιχη θέση εικονίζεται ο Παλαιός των Ημερών και το Άγιο Πνεύμα και κάτω η Σταύρωση, που σαν σύνολο είναι η Αγία Τριάδα. Οι μακροί τοίχοι του ναού χωρίζονται σε δυο ζώνες, όπως και ο δυτικός τοίχος κάτω από τη Σταύρωση. Στην πάνω ζώνη εικονίζονται σκηνές από τη ζωή της Θεοτόκου (Γέννηση της Θεοτόκου, Εισόδια της Θεοτόκου) και του Χριστού: Γέννηση, Υπαπαντή, Βάπτιση, Ανάσταση του Λαζάρου, Βαϊοφόρος, Μεταμόρφωση (στο νότιο τοίχο), Μυστικός Δείπνος, ο Νιπτήρ, η Προσευχή στον κήπο της Γεθσημανή, η Προδοσία, ο Ιησούς μπροστά στους Άννα και Καϊάφα, ο Χριστός «ἐρχόμενος ἐν τῷ Σταυρῷ» και η Αποκαθήλωση (στο δυτικό τοίχο), η Άρνηση του Πέτρου, ο Ιησούς μπροστά στον Πιλάτο, ο Εμπαιγμός, ο Επιτάφιος Θρήνος, η Ψηλάφηση του Θωμά, η Ανάληψη, η Πεντηκοστή και η Κοίμηση της Θεοτόκου (στο βόρειο τοίχο). Στην πιο κάτω ζώνη εικονίζονται όρθιοι άγιοι, ο αρχάγγελος Μιχαήλ στην αβαθή αχιβάδα του νότιου τοίχου και η εύρεση του Τιμίου Σταυρού στην αχιβάδα του βόρειου τοίχου. Ο Ζαχαρίας και η Ελισάβετ και οι ευαγγελιστές Ματθαίος και Λουκάς εικονίζονται στο νότιο τοίχο κοντά στο εικονοστάσιο. Οι ευαγγελιστές Ιωάννης και Μάρκος και ο Ιωακείμ κι η Άννα στην αντίστοιχη θέση στο βόρειο τοίχο. Πίσω από το εικονοστάσιο ζωγραφίζονται και στις δυο ζώνες του βόρειου και νότιου τοίχου άγιοι και η θυσία του Αβραάμ (βόρειος τοίχος). Στην αψίδα εικονίζονται, πάνω η Θεοτόκος όρθια με τα χέρια υψωμένα σε δέηση και ο Χριστός σε μετάλλιο, ανάμεσα στους αρχάγγελους, πιο κάτω η Μετάληψη κι η Μετάδοση των αποστόλων και στη χαμηλότερη ζώνη οκτώ ιεράρχες στραμμένοι στο κέντρο της αψίδας. Πέντε από τους ιεράρχες, οι Τριφύλλιος, Βαρνάβας, Επιφάνιος, Σπυρίδων και Ηρακλείδιος, είναι Κύπριοι. Άλλοι Κύπριοι ιεράρχες που εικονίζονται είναι οι άγιοι Τύχων, Ιωάννης Ελεήμων και Μνάσων κι ο άγιος Ιωάννης ο Λαμπαδιστής.

 

Σύγχρονη με τη ζωγραφική του ναού είναι και η ζωγραφική που στολίζει το κεντρικό τμήμα των ζευκτών της στέγης του ναού ( Άγιο Μανδήλιο, Άγιο Κεραμίδιο, κι οι άγιοι Ιάκωβος ο Πέρσης, Μερκούριος και Νέστωρ). Σύγχρονο είναι και το εικονοστάσιο του ναού, στο επιστήλιο του οποίου είναι ζωγραφισμένα 11 στηθάρια με τις μορφές αγίων.

 

Ο ίδιος ζωγράφος, ο Φίλιππος Γουλ, ζωγράφισε την «εις Άδου Κάθοδον» και τις σκηνές «Μη μοῦ ἂπτου», «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά Ἒθνη», οι Μυροφόρες μπροστά στο κενό Μνημείο και τους αποστόλους Πέτρο και Ιωάννη να έρχονται στο Μνημείο, στο μικρό τυφλό τόξο πάνω από τη δυτική είσοδο του ναού, καθώς και τη σύνθεση «Ἂνωθεν οἱ Προφῆται» στο τυφλό τόξο πάνω από τη νότια είσοδο του ναού κι ολόγυρα από αυτό. Επίσης και την αναθηματική τοιχογραφία στην εξωτερική πλευρά του νότιου τοίχου του ναού.

 

Ολόκληρη η εξωτερική πλευρά του δυτικού τοίχου είναι ζωγραφισμένη από άλλο ζωγράφο με τη σκηνή της Δευτέρας Παρουσίας, ενώ δεξιά κι αριστερά από τη δυτική είσοδο είναι ζωγραφισμένοι ο Χριστός, ο άγιος Κωνσταντίνος και η αγία Ελένη (στη νότια πλευρά) και η Θεοτόκος, η αγία Μαρίνα, η αγία Παρασκευή και η αγία Βαρβάρα (στη βόρεια). Οι τελευταίες αυτές τοιχογραφίες έχουν επιζωγραφιστεί πριν από 80 περίπου χρόνια κι αλλοιώθηκαν.

 

Ο ζωγράφος Φίλιππος Γουλ, πιθανότατα Συρορθόδοξος κάτοικος της Κύπρου, ζωγράφισε και το ναό του αγίου Μάμα στον Λουβαρά το 1496. Ανάμεσα στα δυο μνημεία υπάρχουν αρκετές διαφορές. Αναμφίβολα δεν είναι μεγαλοφυής ζωγράφος και τα δάνειά του δεν τα έχει αφομοιώσει ολοκληρωτικά. Στις ευαγγελικές σκηνές δέχεται δάνεια από δυτικά χειρόγραφα ενώ στις παραστάσεις των μεμονωμένων αγίων είναι πιο πιστός στην παράδοση. Η απόδοση των όρθιων μορφών είναι πιο επιτυχημένη και δείχνει τη χρησιμοποίηση καλών προτύπων.

 

Σύγχρονοι με το ναό είναι και οι σκάμνοι του, που είναι τοποθετημένοι στο δυτικό τμήμα, ενώ η Αγία Τράπεζα είναι κάπως μεταγενέστερη.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image